Βίκυ Λιούκα, Ξυπόλυτος τους έμαθες τους δρόμους

Ξυπόλυτος τους έμαθες τους δρόμους

Με μια πυξίδα
πέτρινη βαδίζεις
δρόμους γυάλινους

Στα μάτια μας θ’ ανθίσουν φεγγάρια

Απολέπιση
ελπίδας και μια τριχιά
από φώσφορο

Πού κρύφτηκαν οι λέξεις; (στις τσέπες του μυαλού μου)

Θυμούνται νέοι, κοιμούνται γέροι (με μια ερώτηση να καίει το μυαλό τους: κι αν;…).

Ανταπόδοση, ανάγκη, αγκύλωση

Η ανάγκη είναι η
ανταπόδοση
ληγμένων προσδοκιών

Οι μοίρες (;) παρακολουθούν από τον εξώστη: μια κίνηση και σε τσάκισαν

Μόνιμος κάτοικος σελήνης

Χρώμα ματιών: αληθινό

Χάθηκε η μαγεία:
της φορέσανε
αγκάθινο στεφάνι

Τσάκισε τα πόδια του στις πέτρες το ψάρι ψάχνοντας διαφυγή να βρει (ο ιχθύς θυσιάστηκε για την ανθρωπότητα)

Της μοιρασιάς το φαγητό σε κάποιους μοιάζει άγευστο

Έμαθες να τρέχεις και τώρα ξέμεινες από παπούτσια (σου τα έκλεψαν οι βοηθοί του νωθρού απόντα την ώρα που σταμάτησες να πάρεις μια ανάσα πριν ξαναρχίσεις το τρεχαλητό). Μα δε σε φοβίζει η γύμνια των ποδιών σου (ξυπόλυτος τους έμαθες τους δρόμους)

Το ένστικτο πιάστηκε στα σύρματα του φράχτη της προκοπής. Κανείς δε σκέφτηκε να κόψει τα σύρματα με μια τανάλια ορμώμενη από τις διδαχές του χθες

Εργαλεία καθημερινής (προσωπικής) εξέγερσης

Μετράνε αντιδράσεις / κόβουνε εισπράξεις (ένα εξιτήριο θέλω, να βγω από το μυαλό μου)

Με ένα κλειδί φτιαγμένο από νερό και αλάτι κλειδώνεις στη σοφίτα του μυαλού σου μηρυκασμένα λόγια

Αλουμινένια θεωρεία

  • Πού φύλαξες το πιστοποιητικό γέννησης;
  • Στο τελευταίο συρτάρι του απολυμένου καιρού

Ανάμεσα σε κοφτερά βουνά μια γλώσσα ξετυλίγει το σώμα της σα φίδι που ξυπνά (αναζητά τροφή και μια ευκαιρία να πει όσα γνωρίζει)

Στις κατακόμβες του μυαλού κρύβονται αιρετικοί

Επιχείρηση δύναμης
Ατροφικά μυαλά
Συλλογική ανωνυμία
Μη αναστρέψιμη πορεία

Με ένα ξυράφι κόβεις το λαιμό του ουρανού (σταγόνες από διάφανα όνειρα ρέουν προς τη μαύρη κοιλιά της γης μεταμορφώνοντάς την σε αιώνιο συνοδοιπόρο)

Πε(ρπα)τάς στο άπειρο
Μα δε σε φοβίζει η γύμνια των ποδιών σου (ξυπόλητος τους έμαθες τους δρόμους)

Τρυπάς την άκρη των δακτύλων σου κι αντί για αίμα στάζουν εικόνες (παρελθοντικές μορφές, μελλοντικές αυπνίες)

*Η ποιήτρια διαχειρίζεται το ιστολόγιο http://vickyliouka.blogspot.com/

Dimitra Kouvata, Two poems in English

After the peasants’ manner

Cut a slice of bread
After the peasants’ manner
With the bread resting by the chest.
Broke it into pieces and divided it.
one for battered children
one for unfulfilled dreams
one for you
that you been everything.
Peeled also the wine off.
So get food and drink.
The stray dogs
Licked their muzzles

*

Climb

It rained again tonight.
The garden was full of snails.
They climb on the thread their mucus.
They are immersed in what I have wisely hidden.
They know them well
especially those who observe
those seemingly helpless
and those who served
in a Sisyphus effort
to climb on vertical surfaces.
even dizzy
all their stocks
without any climbing training.
No reason for special outfit.

*From the collection “Σκυλί δεμένο”, Mandragoras Editions, 2017.
** Translation from Greek: Dimitris Troaditis.

Adelaide Ivánova: «Η ποίηση έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί και να καταστρέφει»

Ιωάννης Κοντός

Πολιτική ακτιβίστρια, δημοσιογράφος, ποιήτρια, φωτογράφος -και πολλά άλλα-, η Βραζιλιάνα Adelaide Ivánova καταθέτει με την ποιητική συλλογή της Το σφυρί μια παθιασμένη φεμινιστική δήλωση.

Κουβεντιάζουμε μαζί της με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά από τις εκδόσεις του περιοδικού Τεφλόν.

«Προσπαθώ να συλλαμβάνω “αληθινές” ιστορίες, να τις αναδημιουργώ και να τις πολιτικοποιώ», γράφεις. Αυτό είναι το κοινό «νήμα που συνδέει τα διάφορα εγχειρήματά σου- από τη δημοσιογραφία και την ποίηση, στη φωτογραφία και στην περφόρμανς;

Είναι το βασικό «νήμα», όπως είπες. Κατά κάποιον τρόπο είναι και ένα είδος δέσμευσης. Δεν έχει σημασία ακριβώς το μέσο. Το μέσο βρίσκεται στην υπηρεσία της ιδέας, όχι το αντίστροφο.

Είναι πολύ σημαντικό να θέτεις ερωτήματα και να εξακολουθείς να αμφιβάλλεις για τα πάντα. Είναι επίσης σημαντικό να καταθέτεις προτάσεις.

Η αφήγηση ιστοριών, εξάλλου, όπως επίσης επισημαίνεις, προέκυψε με φυσικό τρόπο από ένα πολύ πρώιμο στάδιο της ζωής σου. Πώς ήταν το να μεγαλώνεις σ’ ένα περιβάλλον που ήταν τόσο φιλικό στην αφήγηση ιστοριών;

(Γέλιο). Προσπαθώ να γράψω σχετικά μ’ αυτό τώρα. Είναι πολύ δύσκολο, πάντα ακούγεται σαν μυθοπλασία.

Πρέπει, λοιπόν, να επιστρέψω στην ψυχοθεραπεία και να συμφιλιωθώ με το γεγονός ότι όταν ξεκίνησα να γράφω για την παιδική μου ηλικία ακουγόταν σαν ψέμα στο βιβλίο.

Γιατί έτσι;

Ανησυχούσα πως τρελαινόμουν. Πρόκειται για κάτι που έκτοτε δουλεύω στην ψυχοθεραπεία, το να φοβάμαι ότι είμαι τρελή. Ένας είδος διακρίσεων απέναντι στην ψυχική υγεία. Ήταν πολύ ενδιαφέρον που το ανακάλυπτα σε μένα.

Νόμιζα πως είχα μεγαλύτερη επίγνωση των προκαταλήψεών μου. Ξέρω ότι έχω ρατσισμό και μισογυνισμό μέσα μου, αλλά δεν ήξερα πως είχα τέτοια προκατάληψη σχετικά με την ψυχική υγεία.

Δεν απαντώ καθόλου στην ερώτησή σου!

Όχι ακριβώς, αλλά φτάνουμε εκεί μέσα από έναν άλλο δρόμο!

Τα πράγματα έχουν τη δική τους ζωή.

Όταν ήμουν παιδί, η καλύτερη φίλη της μητέρας μου ήταν Εβραία που είχε ξεφύγει από τον πόλεμο και είχε υπέροχα γαλάζια μάτια. Ποτέ δε με έβαλε στο σπίτι της, κι είχε έναν γιο -επίσης με γαλάζια μάτια- που μου έδινε κομμάτια γλυκού ψωμιού.

Είναι αλήθεια, κι επίσης μυθοπλασία.

Μεγάλωσα στο κέντρο του Ρεσίφε της δεκαετίας του ’80, που μόλις ξυπνούσε από τη στρατιωτική δικτατορία. Όταν γεννήθηκα, η δικτατορία δεν είχε τελειώσει, αλλά δεν ήταν τόσο σκληρή.

Αργοπέθαινε.

Κοντά στο λιμάνι υπήρχαν πολλοί Ευρωπαίοι μετανάστες που είχαν διαφύγει τον πόλεμο και τις πολιτικές και θρησκευτικές διώξεις.

Ένας από αυτούς ήταν ο κύριος Παναγιώτης από την Ελλάδα, που έφτιαχνε τσάι στη γειτονιά μας. Ίσα που μιλούσε πορτογαλικά, αλλά ήταν πολύ ευγενικός με όλους. Το όνειρό μου ήταν ότι θα γίνονταν ζευγάρι με την γιαγιά μου.

Ποτέ δεν ξέχασα αυτό το χωνευτήρι Βραζιλιάνων που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τη φτώχεια ή τους Ευρωπαίους που ήρθαν σ’ αυτή τη φτωχή πόλη για να κάνουν μια καινούρια αρχή.

Όλο αυτό έμεινε μέσα μου και δεν έμοιαζε αληθινό, γιατί ήταν τόσο πλούσιο. Η αφήγηση ιστοριών είναι επικίνδυνο έδαφος, λοιπόν!

Τότε ήταν που συνειδητοποίησες την ανάγκη σου να γράφεις ποίηση επίσης;

Το “coming out” μου ως ποιήτρια συνέβη πολύ αργότερα, αλλά η ανακάλυψη του εαυτού ως συγγραφέα έγινε πολύ νωρίς.

Οι παππούδες μου έγραφαν και διάβαζαν ελάχιστα, αλλά ήταν ντελικάτοι και τους άρεσε το διάβασμα, αν και δεν είχαν μπορέσει να πάνε σχολείο. Ενθάρρυναν τα παιδιά τους, και η μητέρα μου με εισήγαγε σε πολλά βιβλία και κινούμενα σχέδια.

Ήταν μαγικό που είχα μια μαμά η οποία έθρεφε τις αυταπάτες μου. Στις μέρες μας ένας γονιός θα πήγαινε το παιδί του σε ψυχολόγο -«το παιδί μιλάει στους τοίχους, βοήθησέ το»-, κι εκείνη με προέτρεπε να της πω κι άλλα.

Το “Σφυρί”, λοιπόν, είναι η πρώτη ποιητική συλλογή σου που κυκλοφορεί στα ελληνικά.

Είμαι τόσο ευτυχισμένη μ’ αυτό!

«Μου αρέσεις, τα μάτια σου είναι γεμάτα γλώσσα», έγραφε η Αnne Sexton απευθυνόμενη στην φίλη της Αnne Clarke το 1964. Εμπνεόμενος από αυτό, θα ήθελα να μου πεις αν το να γράφεις ποίηση είναι για σένα ένας τρόπος να δημιουργείς μια νέα γλώσσα, μια θηλυκή/φεμινιστική γλώσσα.

Απολύτως!

Είναι ένας συνδυασμός μιας απόπειρας ν’ ανήκεις σε μια παράδοση ποιητικής γραφής και ταυτόχρονα απομάκρυνσης από την ίδια παράδοση.

Αν σκεφτούμε ότι η Βραζιλία είχε αποικιοποιηθεί από πορτογαλόφωνους, τα πορτογαλικά δε θα έπρεπε να είναι η μητρική μας γλώσσα, αλλά είναι. Αυτή είναι η γλώσσα που μου μιλούσε η μητέρα μου και της μιλούσε η δική της.

Σε κάποια φάση, επομένως, είναι δική μας, και ταυτόχρονα δεν είναι, γιατί η Βραζιλία είναι μια γιγάντια χώρα με πολλές διαλέκτους και προφορές, όπου υπάρχει ένας τύπος σωστής γλώσσας, η ομιλούμενη και γραφόμενη στον βιομηχανοποιημένο νότο.

Πάντα προσπαθώ να γράφω σεβόμενη τους κανόνες αυτής της γλώσσας, αλλά και της δικής μου διαλέκτου. Κι έπειτα είναι σημαντικό να συνομιλήσω με ποιητές που προηγήθηκαν, όπως η Αnne Sexton ή ο Paul Celan.

Εξέφρασε τον πόνο και το τραύμα με τέτοιο τρόπο, έγραψε για την αδυναμία τού να γράψεις για το ολοκαύτωμα και έτσι έγραψε γι’ αυτό.

Το “Σφυρί” καταπιάνεται με το ζήτημα της σεξουαλικοποιημένης βίας, το ζωντανό τραύμα των γυναικών στον κόσμο, γι’ αυτό και ο Celan είναι μια τόσο σημαντική αναφορά. Νιώθεις πως κατά τον ίδιο τρόπο που ένα σφυρί θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο και ως όπλο, θα μπορούσε και ποίησή σου να γίνει αντιληπτή ή να βιωθεί αντίστοιχα;

Μου αρέσει πολύ αυτή μεταφορά, δεν ξέρω ποιος τη χρησιμοποίησε για πρώτη φορά.

Με ένα οικοδομικό εργαλείο όπως το σφυρί μπορείς να καρφώσεις ένα καρφί, να κρεμάσεις έναν όμορφο πίνακα ή να σπάσεις έναν τοίχο.

Ή το κεφάλι κάποιου, αν όντως χρειάζεται!

(Γέλιο). Η ποίηση, λοιπόν, έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί και να καταστρέφει, αλλά είναι σημαντικό για τους συγγραφείς να έχουμε κατά νου τα όριά της. Δεν αλλάζει τα πράγματα καθαυτή.

Οι άνθρωποι είναι επαναστάτες και ίσως η ποίηση μπορεί να γίνει ένα κομμάτι της διαδικασίας, αλλά με το να γράψεις ένα επαναστατικό ποίημα δε σημαίνει πως θα τερματιστεί η πατριαρχία.

Πρέπει να μιλάμε στους ανθρώπους, να δουλεύουμε μαζί, να φτιάχνουμε συνασπισμούς.

Ποια είναι η σχέση με το αναγνωστικό σου κοινό;

Είναι πολύ κρίσιμο ζήτημα. Αυτόν τον καιρό δεν υπάρχουν φεστιβάλ ποίησης ή αναγνώσεις.

Ξεκίνησα να δημοσιεύω σ’ ένα μπλογκ το 2004, κι εκείνη την εποχή τα social media δεν ήταν αυτό που είναι σήμερα. Κανένας δεν έβγαζε λεφτά όντας μπλόγκερ για θέματα μόδας.

Εντάχθηκα σ’ αυτόν τον «πυρετό» των μπλόγκερ που εξέθεταν την προσωπική τους ζωή, και επειδή ο κόσμος ήταν μικρός οι συνδέσεις ήταν πιο πλούσιες από σήμερα. Η επαφή με δυνητικούς μη υλικούς αναγνώστες ξεκίνησε τα πάντα για μένα.

Αγαπώ το να μιλώ σε ανθρώπους -σε όσο περισσότερους μπορώ-, αλλά κατανοώ και σέβομαι την ανάγκη για σιωπή και απομόνωση.

Σε ωφέλησε που μετακόμισες στο Βερολίνο;

Όταν ήρθα στη Γερμανία, ήμουν στ’ αλήθεια τραυματισμένη, εγκλωβισμένη στις εμπειρίες που γράφω στο Σφυρί. Χρειαζόμουν μια καινούρια αρχή και την ήθελα σ’ ένα μέρος όπου δεν ήξερα κανέναν, ούτε τη γλώσσα. Να ξαναγεννηθώ.

Η Γερμανία δε φημίζεται για τους ζεστούς, φιλικούς της ανθρώπους, κι αυτό είχα ανάγκη τότε. Μια απόσταση από τους ανθρώπους! (Γέλιο). Να μ’ αφήσουν στην ησυχία μου.

Έπρεπε να πολεμήσω για τη βίζα μου -δεν είχα ευρωπαϊκό διαβατήριο-, να πολεμήσω για να μάθω τη γλώσσα, να πολεμήσω για την επιβίωση. Δυο-τρία χρόνια αργότερα μπορούσα να ξαναξεκινήσω εκ νέου.

Περνούσα όλη μου τη μέρα χωρίς να χρησιμοποιώ πορτογαλικά. Κι έτσι οι γλωσσικοί μου μύες χαλάρωναν. Αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο στη συγγραφή: το ότι η γλώσσα μου ξεκουραζόταν.

Οπότε η γλώσσα σου δε φθείρεται. Θα χαρώ να αλληλεπιδράσουμε διά ζώσης όταν η «πανδημική» σκόνη κατακάτσει και μπορέσεις να επισκεφτείς την Αθήνα.

Θα ήταν τόσο όμορφο!

Ζωή Καραπατάκη, Η πρόοδος έχει γυάλινα μάτια

Ο καπνός του τσιγάρου του έφταιγε
λέω εκ των υστέρων
γιατί έφτιαχνε με τους δακτυλίους του
καθώς ανεβοκατέβαιναν ασταμάτητα
μια εξωπραγματική ατμόσφαιρα
που τον απέκοβε απ’ την πραγματικότητα
και έκανε δύσκολη την αναγνώριση των μειονεκτημάτων
έτσι ήταν εκείνα τα χρόνια
τα χρόνια της νεότητας
αρκούσαν μερικοί δακτύλιοι καπνού
λίγα τσιτάτα
ύφος μποεμισμού και ανεμελιάς
ήταν η δεκαετία του ογδόντα

Όλα αυτά χάθηκαν – έσβησαν
σήμερα η παραπλάνηση γίνεται με άλλα μέσα
με τα μέσα της τεχνολογίας
του comme il faut της εποχής αυτής
Κι ας είναι τόσο ανούσιο
Κι ας είναι τόσο ρηχό
Κι ας παίζει τόσο ξεδιάντροπα με τον κομφορμισμό

Μα τέλος πάντων
πού είναι αυτή η πρόοδος;
γιατί μας διαφεύγει συνεχώς;

Νάνος Βαλαωρίτης, 14 Ιουλίου 1978

Κι ήσουν σ’ ένα υπόστεγο όπου πουλούσαν κάτι
Καθώς στρίβει αργά απ’ τη γωνιά ο αιώνας
Και ψάχνεις να παρκάρεις τ’ αυτοκίνητό σου κάπου
Γυρεύοντας μια διέξοδο από τη μολυσμένη ατμόσφαιρα

Στο τελευταίο βιβλίο τους δεν σ’ αναφέρουν καν
Μια του κλέφτη δυο του κλέφτη τρίτη και πάρ’ τον κάτω
Και θέλεις να δείξεις το άδικο βιβλίο στους φίλους σου
Μα εκείνοι δεν αγανακτούν κατά τη γνώμη σου αρκετά…

Από αυτούς που γράφουνε είσαι μοιραία ένας 1
Τι να τα κάνεις τα παράπονα όλος ο κόσμος τα ’χει
Κι αν είσαι μάλιστα από αυτούς που δημοσιεύουν αργά
Χειρότεροί σου θα βρεθούν στο τέρμα κοντύτερα 2

Πως είσαι ποιητής στις ώρες σου – έτσι δεν λένε
Ενώ τις άλλες κάθεσαι με χέρια σταυρωμένα
Και περιμένεις να σου πέσουνε οι λέξεις απ’ τον ουρανό
Χωρίς το δαχτυλάκι σου να το κουνήσεις καν.

  1. Τι να τα κάνεις τα παράπονα όλος ο κόσμος φεύγει
    Τον Αύγουστο – πάνε να κάνουν μπάνια- και δεν βρίσκεις
    Κανέναν να μιλήσεις – ν’ ανοίξεις την καρδιά σου
    Να τα πείτε ένα χεράκι — να ξεσκάσεις λίγο.
  2. Που ωστόσο αποκρίνεται για σένα και γι’ αυτούς
    Αφού δεν λογαριάζει εδώ τι βγαίνει με τον τόνο
    Παρά μονάχα η ποιότητα για την οποία ρωτούσε
    Μ’ απάντηση δεν έβγαινε από κανένα στόμα.

*Από τη συλλογή “Ήλιος ο δήμιος μιας πράσινης σκέψης”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2014. Μετάφραση: Ξένια Κακάκη.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Εξομολογήσεις του θανάτου

Melanie Hava, Brolgas in Pink

Ι

Ο θάνατος σ’ επισκέπτεται
ο παράταιρος κι αχρείος
όταν απλώνεις τα ασπρόρουχα από την καλή
ή όταν βάζεις τους ποιητές σε αλφαβητική σειρά

κι έρχεται το άσπρο κρεβάτι της φίλης σου
το λουλούδι που μαράθηκε απ’ τη ζέστη στο φορντ
προτού να της το αφήσεις
πεσκέσι απ΄ την Αθήνα
το νυφικό της φόρεμα κάτω από το χάδι
της μητέρας της που στέκεται
χαμένη για πάντα
ψάλλοντας έναν ανόητο ύμνο για νεκρούς και ζωντανούς

έτσι αλλόκοτα
σου ‘ρχεται κι η ζωή
το φιλί στο στήθος
και ο έρωτας που συμβαίνει κρυφά
μια νύχτα στο στενό σοκάκι
στην κηδεία του θείου
που έφυγε όταν ένα κομμάτι ευτυχίας
του στάθηκε στο λαιμό

ΙΙ

Τα ποιήματα κάνουν του κεφαλιού τους
και ο ποιητής
είναι κιόλας νεκρός

ΙΙΙ

Ας με πληγώνει η ζωή
όπως το χέρι
που πιέζει το μάγουλο του παιδιού
όταν καθισμένο στο παράθυρο
κάνει πως
διαβάζει ιστορία

ΙV

Στη χαρά μου πάνω
συχνά σταματώ
αυτό που με κάνει να χαίρομαι

για παράδειγμα
όταν γράφω ένα ποίημα
για τη γαστέρα
που τρεμουλιάζει σε μια στιγμή οργασμού

ο δουλευτής από την Καμπούλ
κουνάει το μακρύ του ξύλο
μέσα στο φύλλωμα της ελιάς
και οι καρποί πέφτουν
στο πανί

μα ο νους του στο πέτρινο σπίτι
γιατί σταμάτησα άραγε
και τον κοιτώ;

στην έρημο πέφτει στα γόνατα
ντυμένος με λευκά πανιά
μόνο τα μάτια του φαίνονται
ίσα που προλαβαίνουν
να ζητήσουν μια τελευταία επιθυμία
και ο φανατικός
του παίρνει το κεφάλι

V

Καμιά φορά
στο μυαλό μου
πεθαίνω όταν σκέφτομαι
“And like the cat I have nine times to die.
This is Number Three”*
με ξόδια που πούλησε
ο νεκροθάφτης ακριβά
με λόγους αγαπημένων
και κρυφών αγαπημένων
με τα γαρύφαλλα των στεφανιών
και τα κρίνα που ακούγονται
ωραία στη ψιλοκουβέντα του καφέ
με θρήνους απρόσμενους
που έγραψαν οι απόδημοι ποιητές
με δάκρυα και γέλια
με ανακούφιση
με πειθώ

και δεν πειράζει∙

*Lady Lazarus, Sylvia Plath, Collected Poems (HarperCollins Publishers Inc, 1992).

Για τον Γιώργη Ζάρκο

Ο Γιώργης Ζάρκος ή Πάρκος, ένας από τους πιο τολμηρούς λογοτέχνες της γενιάς του, γεννήθηκε το 1902 στην Αμαλιάδα της Ηλείας. Είχε άλλα πέντε αδέρφια. Σχολείο πήγε στην Αμαλιάδα όπου και πήρε απολυτήριο γυμνασίου. Το 1920 ήρθε στον Πειραιά και φοίτησε σε τεχνική σχολή. Παρ’ όλο που οι γονείς του ήταν εύποροι, τα πρωινά δούλευε σε μηχανουργείο. Την θητεία του την έκανε στο ναυτικό. Μπαρκάρισε και ταξίδεψε ως δεύτερος μηχανικός σε φορτηγά καράβια. Διώχτηκε απ’ την δικτατορία του Μεταξά. Εντάχθηκε από νεαρή ηλικία στο ΚΚΕ. Κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας εξορίσθηκε στην Ανάφη, όπου παρέμεινε εξόριστος για 7½ χρόνια. Αργότερα μεταφέρθηκε στις φυλακές Αβέρωφ, μετά την απελευθέρωση το ΚΚΕ τον κατηγόρησε και τον απομάκρυνε.

Είχε υιοθετήσει τη φωνητική γραφή. Ο Ζάρκος ήταν πολυγραφότατος, αλλά εξακολουθεί να είναι και σήμερα δυσεύρετος. Οι περισσότεροι τίτλοι είναι εξαντλημένοι, οι δημόσιες βιβλιοθήκες τον αγνοούν κι ούτε λόγος βέβαια για σχολικά βιβλία. Δημοσίευσε διηγήματα, μικρές νουβέλες και κατά τη δεκαετία του 1930 λιβέλους εναντίον σημαντικών προσώπων της τότε πνευματικής και πολιτικής ζωής. Τους “Τέσσερις Λιβέλοι” επανεξέδωσαν το 2007 οι εκδόσεις “Φαρφουλάς”. Πρωτοστάτησε επίσης στην ίδρυση του “Εργατικού θεάτρου” και αργότερα απ’ το 1956 έως το 1964 εξέδωσε ένα αγγλόφωνο περιοδικό το “International Anthology” μ’ έργα Ελλήνων και ξένων συγγραφέων.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ο Ζάρκος κλείστηκε στο δηµόσιο ψυχιατρείο, όπου κρατήθηκε για 54 µέρες, επειδή έσπασε κατ’ επανάληψη τις βιτρίνες του εκδοτικού οίκου Πυρσός. Ο Διαμαντής Καράβολας, των “εκδόσεις Φαρφουλάς”, υποστηρίζει ότι “τα σπασίματα εξέφραζαν και σε συμβολικό επίπεδο την συνεπή με τις ιδέες του προσπάθεια για το σπάσιμο της πνευματικής βιτρίνας τόσο του συντηρητισμού όσο και του ψευτοπροοδευτισμού”. Κατήγγειλε τη διαφθορά του πολιτικού, ακαδηµαϊκού και λογοτεχνικού κατεστηµένου και ήρθε αντιµέτωπος µε πρόσωπα όπως ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, οι κριτικοί Άλκης Θρύλος, Πέτρος Χάρης και Ανδρέας Ζευγάς, ο αρχηγός της Γενικής Ασφάλειας Αριστοτέλης Κουτσουµάρης και ο πρώην υπουργός ∆ικαιοσύνης Νικόλαος Αβραάµ.

Η περιπέτειά του ξεκίνησε στα τέλη του 1928 όταν έστειλε ένα διήγηµά του προς δηµοσίευση στη “Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια” των Εκδόσεων Πυρσός, στην οποία υπεύθυνος της φιλολογικής ύλης ήταν ο Κωστής Παλαµάς. Το έντυπο δηµοσίευσε το διήγηµά του µε τ’ όνοµα Μητσοτάκης, μια πράξη λογοκλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας. Με επιστολή του προς τον Παλαµά ζητούσε την επιστροφή του χειρογράφου του, μα του την αρνήθηκαν. Όταν πέρασε κάποιο διάστηµα κατά το οποίο δεν έλαβε απάντηση έστειλε και δεύτερη –αυτήν τη φορά υβριστική– επιστολή µετά την οποία παρενέβη ο γενικός γραµµατέας της Ακαδηµίας Αθηνών Αιγινήτης που µε τη σειρά του απευθύνθηκε στη Γενική Ασφάλεια ζητώντας να συνετίσουν τον Ζάρκο. Λίγο καιρό µετά εξέδωσε το βιβλίο του “Η τρέλα σ’ όλα τα στάδια” στο οποίο περιγράφει τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των τροφίµων του ιδρύµατος. Τον Ιούλιο του 1933 συνελήφθη ξανά χωρίς να του απαγγελθούν κατηγορίες και οδηγήθηκε εκ νέου στο ψυχιατρείο.

Γράφει γι΄ αυτόν ο Κώστας Βάρναλης: “ότι κατόρθωσε να συλλάβει όλο το τραγικό νόημα της κοινωνικής αδικίας και απανθρωπιάς και με τους πίνακες που μας ζωγράφισε, έχει χαρίσει στη νεοελληνική λογοτεχνία ένα ολότελα καινούργιο και πρωτότυπο ρίγος”. Κι αλλού: “αυτοί, που τον κλείσανε τον Ζάρκο στη φυλακή και στο φρενοκομείο, δεν υποψιαζόντανε πως αυτός ο ανυπεράσπιστος άνθρωπος είχε μέσα του κρυμμένο ένα φοβερό στιλέτο: το συγγραφικό του ταλέντο. Μ’ αυτό εκδικήθηκε και τον εαυτό του και όλους τους άλλους, που είχανε την ίδια τύχη μ’ αυτόν αλλά δεν είχανε και το λογογραφικό του χάρισμα. Ο ρεαλισμός του, είναι τόσο ζωντανός, άμεσος, ουσιαστικός και απροσποίητος, που ούτε μια στιγμή ο αναγνώστης δεν παύει να νιώθει την φρίκη μιας αποτρόπαιης πραγματικότητας και ούτε μια στιγμή δεν του περνάει η σκέψη πως ο συγγραφέας μας δίνει πλάσματα της φαντασίας του ή υπερβολές”.

O φίλος του ποιητής Θωμάς Γκόρπας διεισδύει στη γλωσσική απεραντότητα του Ζάρκου και καταθέτει: “Στα χρόνια του 1950 ο Ζάρκος μοναχικός χωρίς να χρειάζεται τίποτε, ήταν καφενόβιος και ταβερνόβιος αλλά και ακούραστος περιπατητής, φτωχός, κουρασμένος, είρων, χιουμορίστας, απαρηγόρητος κομμουνιστής, σοφός, ωραίος – όλα αυτά πολύ”. Σύμφωνα με την μαρτυρία του, ο Ζάρκος, αν και κυνηγημένος, από ένα κύκλο λογοτεχνών που σύχναζε στο καφενείο της Στοάς Θεμιστοκλέους, μεταξύ των οποίων και ο Μυριβήλης, εθεωρείτο “σπουδαίο” πρόσωπο, τον αναγνώριζαν “μεγάλο” και έτρεμαν τον λόγο του. Γράφει γι’ αυτόν: “Στρατευμένος βέβαια και ο Ζάρκος. Αλλά και το πιο αλλόκοτο φαινόμενο στη λογοτεχνία μας του αιώνα. Σπάνια εμφανίζονται στην παγκόσμια κλίμακα συγγραφείς σαν τον Ζάρκο που κάνουν τέχνη για να την καταστρέψουν. Ακόμα, αυτός ο τρελός που δεν είχε τρελαθεί, μπόρεσε να γράψει για την τρέλα και τους τρελούς, όπως άλλοι γράφουν ερωτικές ιστορίες. Εικονοκλάστης, γλωσσικά απέραντος, γράφει σαν ένας θεός με συνείδηση της γελοιότητάς του, του ψεύδους του, για τους θνητούς, κάτω απ’ τα πόδια του, μάλλον απέναντι στο κι αυτό απέραντο σαρδώνιο γέλιο του. Και μόνο ένα λιγοσέλιδο χυδαίο και θείο μαζί κομμάτι του Γιώργη των παπαδιαμάντειων ρεμβασμών, μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι που δε σβήνει ποτέ, στο τραπέζι του καφενείου της οδού Θεμιστοκλέους των χρόνων του ’50, κονιορτοποιεί τα εννιά δέκατα της τυπωμένης στην Αθήνα αφηγηματογραφίας της τελευταίας εικοσαετίας”.

Πέθανε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 1967.

Κατερίνα Φλωρά, Δύο ποιήματα

Το κάτω μονοπάτι

Η άδικη, ακατανόητη πίεση,
η αποδοχή του περιορισμού,
του πεπερασμένου,
ματαιότητας σημείο.

Η αέναη πάλη,
η αθωότητα στα μάτια,
η συγχώρεση που ποθεί τη λύτρωση.

Βαριά, συγκεχυμένα
ανακινούν τη σκιά
του ψυχρού κι άλλοτε
επιθυμητού τέλους.

Το αντάμωμα στο βλέμμα
ισχνής χαραμάδας φως
στης τσακισμένης στιγμής
εντός το αίμα.

*

Επανεκκίνηση

Ακούγοντας των περαστικών τα βήματα,
θυμήθηκα το γοργό βηματισμό σου
δίπλα στο νωχελικό δικό μου.

Περπατούν, ξέρεις, οι άνθρωποι
το είχαμε ξεχάσει.
Περπατούν μόνοι, μαζί παράλληλα.

Πορεύονται πλάι πλάι
κοιτάζοντας πότε λοξά,
πότε κενά, πότε τον άλλον
που έτυχε δίπλα να’ ναι.

Τώρα που η περπατησιά πυκνώνει,
που η κίνηση ξυπνά από τη χειμερία, μακρά νάρκη,
ανάμνηση βουβή τα βήματά σου.

Αργύρης Χιόνης, Είκοσι τέσσερα καρφιά για μαλακά κρεβάτια

Έργο Νίκου Δεληγιάννη

ΧVIII

Τα πολλά τα λόγια τα βαριέμαι.
Μα και τα λίγα επίσης.
Ακόμα και τα ελάχιστα ναι και όχι με κουράζουν.
Προτιμώ με το κεφάλι μου να νεύω πάνω κάτω.
Ηχεί τουλάχιστον ωραία σαν κουδουνίστρα.

ΧΙΧ

Οι λέξεις είναι βδέλλες που μου πιπιλάνε το μυαλό.
Η ποίηση είν’ η στάχτη που με βοηθάει να τις ξεκολλάω.

ΧΧIV

Οι λέξεις είναι σκαλοπάτια που οδηγούν
από το σκοτεινό υπόγειο στο φως.
Πριν όμως τους εμπιστευθείς το βάρος σου
πρέπει να δοκιμάζεις αν μπορούν να το σηκώσουν.
Αλλιώς αν είναι σάπια ή φαγωμένα
σε ξαναστέλνουν κουτρουβάλα στο σκοτάδι.

Κώστας Κρεμμύδας, Δύο ποιήματα

Αγία Ιωάννα της Κροστάνδης

Σαν τραπιστής
-Σατράπης άλλωστε-
και βίαιος
στ’ άκουσμά σου
θα σε θαυμάζω σιωπηλός
θα κρύβομαι σε θάμνους
θα ζω με αποτσίγαρα
γνέφοντας
πότε πότε
την άρνησή μου
στους κανόνες

*

Παραλλαγές

Ι.
Ταξίδια με τρένα τη νύχτα
μοιάζουν με εκταφές νεκρών
σε κοιμητήριο

ΙΙ.
Ταξίδια με τρένα τη νύχτα
όμοια με εκταφές
νεκρών κοιμητηρίων

ΙΙΙ.
Ουρλιάζουν τη νύχτα τα τρένα
Τρομάζουν στους τάφους νεκροί
Η εκταφή παγώνει τα οστά
Η στάχτη δεν ωφελεί κανέναν

*Από το βιβλίο «Κάπα όπως μακάβριο», εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2019.