Τέος Σαλαπασίδης, Northern Spiritual

Στη Δέσποινα των βρεγμένων
που μας έγραφε τακτικά τις Κυριακές
παρηγορώντας μας για τις βροχές
με γράμματα – ομπρελλίτσες.

Το μεγάλο ταξίδι είναι ο άνεμος
Το μεγάλο ταξίδι είναι από δω ως τα μάτια της;
Από δω ως τα μάτια της έχει βροχή
Και μεγάλο ταξίδι

Από δω ως τα μάτια της είναι θάλασσα
Πνέει ο κακός αέρας
Το ταξίδι και ο θάνατος κουράστηκαν
Λίγα μίλια έξω από τη Σκιάθο

Από δω ως τη Σκιάθο έχει σύννεφα
Από δω ως τη Σαλονίκη είναι Κυριακή
Τις Κυριακές είναι όλο σύννεφα
Είναι όλα κλειστά και δε σου ανοίγουν.

Τώρα ως την άλλη βδομάδα θα πέσει φθινόπωρο
Το φθινόπωρο ρίχνει τα φύλλα
Και επειδή μέσα στις βροχές τα φύλλα είναι άρωτας
Γι’ αυτό βρέχει

Από δω ως τα μάτια της

Φθινόπωρο 1957

Μαρία Πανούτσου, Είμαι ο απαγορευμένος καρπός

ερχόμουν και σε έβλεπα/ κοιμόσουν βαθειά/

δεν ήθελα να ξεβολέψω/το κορμάκι σου μαζεμένο

σε ένα σημείο ακραίο του κρεβατιού/ τα σεντόνια όχι κάτω από το σώμα σου/ αλλά γύρω / και ένα μαξιλάρι που δεν έμεινε στο κεφάλι σου ούτε στιγμή/

σ’ όλη την διάρκεια του ύπνου σου ερχόμουν και ξαναερχόμουν/ μήπως μπορέσω και φτιάξω το κρεβάτι καλύτερα/ αλλά  εσύ κοιμόσουν βαθειά /το άφησα έτσι/χθές ανακάλυψα και ένα σημάδι που μου ζωγράφισες με το στόμα σου / σαν βεντάλια/  λίγο κάτω από τον ομφαλό/ ένοιωσα εκείνη την νύχτα ένα λεπτό σαν κλωστή πόνο/ από τα δόντια σου στην σάρκα μου/ και δεν περίμενα πως θα άφηνε ένα σημάδι απλωμένο/ μια καρδία; με βεντάλια; δώσε εσύ το όνομα / θα μου  πεις γιατί παίρνω τον κόπο και τα γραφώ όλα αυτά/ γιατί όλα γίνονται / εργαλείο χαράς/ όταν γινόμαστε ένα  και το δέρμα μου χάνεται μέσα στο δικό σου/ είναι τόσο ξεκάθαρα όλα/ και το ξέρω/γιατί την ώρα που γίνονται όλα αυτά / είμαι  εκεί και μόνο εκεί/και εσύ/ τι άραγε  να νοιώθεις; πως είσαι μετά; αναγνωρίζεις κάτι από αυτά που σου γράφω; το σπίτι μου ταράχτηκε που ήρθες/  ένοιωσε απειλή για την ιερή μοναξιάς μας/  και μετά και μετά  και μετά /και μετά/  και τώρα σε θέλει πάλι/ να έρθεις ακούς;

Είμαι ο απαγορευμένος καρπός

Ο όμηρος των ασελγειών σου

μέσα μου ανθίζεις και γεννιέσαι

να λες καλημέρες και να χάνεσαι

κράτησε με, φύλαξε με

είμαι αυτό που παράγγειλες

The brain, the brain, my brain

*https://eyelands.gr/2016/10/08/η-ποίηση-της-μαρίας-πανούτσου/

Θωμάς Γκόρπας, Βροχή εικόνων

Στον Ζακ Πρεβέρ

Μου φεύγουν οι λέξεις σαν πρωινά πουλιά ξαναγυρίζουν το βράδι
κατεβαίνουν την πλαγιά αρνιά το βέλασμά τους γίνεται χάδι για
την καρδιά. Πουλιόνται φτερά στην αγορά μα εγώ μαραζώνω δεν
έχω λεφτά ούτε για τα τσιγάρα μου που λέμε ούτε ψεύτικα κατοχικά
Που τα έδιναν τότε στα παιδιά να παίζουν για να μην κλαίνε.

Παλιώνουν οι φίλοι παλιώνουν οι καημοί της μάνας μου τα μαγαζιά
όλα παλιώνουν σ’ αυτόν τον ψεύτη ντουνιά εξόν απ’ τα τραγούδια και
Μερικές γυναίκες γυμνές μέσα τους.

Πέταλα καρδιές πουλιών ούζα και πρώτα φώτα με το σούρουπο τα τελευταία
λόγια στην αγάπη το μαχαίρι τα γειαχαρά κ’ η μαχαιριά.
Ένας χαμάλης κάνει το τελευταίο του θέλημα εσύ χτυπάς το στήθος σου και εγώ
καπνίζω…

*Από τη συλλογή “Πανόραμα”.

Nicolas Calas, Από τα Έντεκα και δύο ποιήματα

2

Αραχνοΰφαντο λόγο πλέκουν στον ουρανό

τ΄ ανεμοδαρμένα κλωνάρια της Πενσυλβανίας

στο σχεδιάγραμμά τους διαβάζω το άγνωστον.

Νησιώτης ποτισμένος στο σεληνόφως λιόδεντρων

επαναστάτης, μετανάστης, επαγγέλλομαι

τον ονειροκρίτη. Μελετώ Μάγους

τον  Van Eyck και τον Bosch, τον Breton

και τον Duchamp. Χαιρετώ άθεους Βουδιστές

του Colorado, αναρχικούς κι αιρετικούς.

Γιορτάζω το ηλιοστάσιον και την επέτειο

κάθε Κομμούνας. Σέβομαι την σκιά του Άθωνα

τις πυραμίδες, την Αφροδίτη.

Χάνομαι στο πλήθος, ξαναβρίσκω τον εαυτό μου

στις αρτηρίες της Βαβυλώνας

στην παλάμη του μέλλοντος

Μανχάτταν 1977

Νικόλαος Ζαννής, Συνένοχοι στ’ όνειρο

(Για τα συντρόφια του Κ.Υπ)

Αναπνέουμε βυθισμένοι στους ήχους του ουρανού
γνωρίζοντας ότι ματώνουμε διαρκώς
στην κραυγή της κάθε ανάσας
στον μακρύ δρόμο για την ουτοπία
Μόνο κοιτάζοντας κατάματα το σκοτάδι
μπορούμε να κερδίσουμε μια θέση στο φως
κόντρα στ’ αερικά της επιστροφής
στον φαύλο κύκλο της πικρής γεύσης
μιας εξαθλιωμένης ύπαρξης
στα λευκά κελιά του χτες
Τίποτα δεν διαρκεί για πάντα
κι όταν η αιωνιότητα θα ξεθωριάζει
ξαπλωμένη στις εικόνες
ενός άδειου συνθήματος στον τοίχο
η σκιά μας θα περιπλανηθεί
στον πάτο ενός ποτηριού
οδηγώντας την καρδιά μας
ως την τελική πτώση
ή την οριστική πτήση
προς την απροσδιόριστη όφη της φαντασίας
Απομακρύνουμε τον πόνο
περιπλανώμενοι στην άλλη πλευρά της βροχής
γεμίζοντας με χρώματα τις νύχτες μας
καθώς πολεμάμε τη θλίψη
και την ελεεινότητα της άπορης σκέψης
συνένοχοι στο ταξίδι προς το όνειρο.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ανθολογία “Κυνικός Υπερρεαλισμός”, Έκδοση Ανέκδοτον, 2019 (σελίδα 52).

ένα έτσι, Η επανάσταση αρχίζει

Η επανάσταση αρχίζει
με μια καλημέρα.
Αρκεί να σαι σίγουρος
πως αν την πεις
θα ανεβείς το Έβερεστ
αν χρειαστεί.
Ακόμα και δίχως λόγο.
Μα πρέπει να ξέρεις πάλι
πως αν δεν την πεις
και γυρίσεις το κεφάλι
θα πρέπει να κατέβεις
την κορφή μονάχος
μόνο και μόνο
για να την ξανανέβεις μόνος.
Κι ίσως φτάνοντας εκεί
να χεις ένα καλό λόγο
για να μείνεις.

*Από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2021/07/16/5550/

Λίνα Βαταντζή, Μικρή Εκδοχή

Στέκομαι 

στο κέντρο του κήπου

πρωτόπλαστη και ασεβής

πλάθω

αναμνήσεις και στόχους –

πριν αποδιωχτώ

Με ένα ροδάκινο στο χέρι

Ναι!

Ζουμερό φρούτο 

και ώριμο 

σε ιδρώτα κοπιαστικό.

Ορέγομαι και οργή.

Ξένια Καλαϊτζίδου, Latcho drom

Όταν μια απαλά συννεφιασμένη
ίσως λίγο Κυριακή
θα τρεμοπαίζει στα ίδια πράσινα φύλλα,
νωπά ακόμα από το τυπογραφείο της φύσης,
θα ξαναγεννηθούμε κεραυνοβόλα
εγώ και μια στρατιά ψυχές
-όλες οι ψυχές μου, ίδιο χρώμα
με το βάθος του ουρανού-
και θα γίνουμε ένα ηλιοβασίλεμα
χωρίς ανέλπιδες λεπίδες
του παθολογικού πένθους,
πλήρες από νηνεμία,
βαρύ από τα φιλιά,
γεμάτο από ένα αχανές τίποτα κανενός
στρωμένο με παπαρούνες και άψινθο
να κατοικεί το δρόμο
πάνω στη ρόδα του ήλιου.

*”Latcho Drom” (“Ασφαλές Ταξίδι”) (1993): ταινία του Tony Gatlif για την ιστορία και την πορεία των τσιγγάνων.

«H μνήμη ενός ανθρώπου βρίσκεται στα φιλιά του»

Ο μεγαλύτερος υπερρεαλιστής ποιητής της Ισπανίας, ή μήπως όχι; – Για τον Vicente Aleixandre / Βιθέντε Αλεϊξάντρε (1898-1984)

Σύνθεση- μεταφράσεις: Νάνσυ Αγγελή#

Η φωνή μου

Γεννήθηκα μια καλοκαιρινή βραδιά
ανάμεσα σε δύο παύσεις. Μίλα μου: Σ’ ακούω.
Γεννήθηκα. Αν ήξερες τι αγωνία
ενσαρκώνει το φεγγάρι δίχως προσπάθεια.
Γεννήθηκα. Το όνομα σου ήταν η ευτυχία.
Κάτω απ’ τη λάμψη μια ελπίδα, ένα πουλί.
Να φτάσω, να φτάσω. Η θάλασσα ήταν παλμός,
το κοίλωμα ενός χεριού, ένα χλιαρό έπαθλο.
Είναι λοιπόν δυνατά πια τα φώτα, τα χάδια, το δέρμα,
ο ορίζοντας
αυτό το να λες λέξεις δίχως νόημα
που κυλάνε σαν ακοή, κοχλίες,
σαν ένας λοβός ανοιχτός που ξυπνά
(άκου, άκου) μέσα στο πατημένο φως.

*

Σιωπή

Κάτω απ’ το κλάμα ένας κήπος στεγνός.
Ω πουλιά, τα τιτιβίσματα, τα φτερώματα.
Αυτό το λυρικό γαλάζιο χέρι δίχως ύπνο.
Στο μέγεθος ενός πτηνού, δυο χείλη. Δεν ακούω.
Το τοπίο είναι το γέλιο. Δυο κορμοί αγκαλιασμένοι.
Τα δέντρα εν σκιά αναβλύζουν φωνή. Σιωπή.
Έτσι διατρέχω ομίχλη ή ασήμι σκληρό,
φιλώ στο λυρικό μέτωπο μόνο νερό,
νερό χιονιού, καρδιά ή τέφρα,
χρησμός φιλιών, ω επικράτεια,
εκεί που τ’ αφτιά μου δεν άκουσαν πια
τα βήματα στην άμμο, ή φως ή σκιά.

*

Τα φιλιά

Μονάχα εσύ είσαι, αδιάλειπτη,
χαριτωμένη, αυτή που δίνεσαι,
αυτή που σήμερα με φωνάζει. Πάρε,
πάρε τη ζέστη, την ευτυχία, το κλείσιμο σφραγισμένων
στομάτων. Γλυκά
ζούμε. Πέθανε, παραδόσου.
Μονάχα τα φιλιά βασιλεύουν:
Ήλιος χλιαρός και κίτρινος,
γελαστός, εύθραστος,
που πεθαίνει εδώ, στα ευτυχισμένα
στόματα, ανάμεσα σ’ ευλογημένα
γαλάζια, όπου αστράφτουν
τα φιλιά, οι απολαύσεις
του απογεύματος, το αποκορύφωμα
αυτού του τρελού ηλιοβασιλέματος,
σιωπηλότατου, που δονείται
και πεθαίνει. – Πέθανε, πάνω
στη ζωή. – Φίλα.- Φιλί.
Ω, κόσμε έτσι χρυσέ!

*

Αλήθεια πάντα

Στον [ποιητή] Manuel Altolaguirre

Ναι, ναι, είναι αλήθεια, είναι η μόνη αλήθεια.
Βλέφαρα μισάνοιχτα, φως που γεννιέται,
σκέψη ή αναφιλητό, κλειδί ή ψυχή,
αυτή η αγρύπνια, αυτή η μάθηση της ευτυχίας,
αυτή η γνώση πως η μέρα δεν είναι αγκάθι,
παρά αλήθεια, ω απαλότητα. Σ’ αγαπώ.
Άκου με. Όταν η σιωπή δεν υπήρχε,
όταν εσύ ήσουν πια σάρκα και γω ο θάνατος,
κάποτε, όταν η μέρα.

Νύχτα, αρετή, ω πάλη, νύχτα, νύχτα.
Υπό κραυγή ή στέρνο, υπό τη γλύκα,
ανάμεσα στον πόνο ή μόνο στο σάλιο,
εκεί ανάμεσα στο ψέμα, ναι πολυπόθητο,
νύχτα, νύχτα, το φλεγόμενο ή η έρημος.

*

Όπως η θάλασσα, τα φιλιά
Δεν έχουν σημασία τα εμβλήματα
ούτε οι ματαιόδοξες λέξεις που είναι μονάχα ένα φύσημα.
Σημασία έχει η ηχώ αυτού που άκουσα κι ακούω.
Η φωνή σου, που νεκρή ζει, όπως εγώ που περπατώντας
εδώ ακόμα σου μιλάω.

Ήσουν πιο συνεκτική,
πιο ανθεκτική, όχι γιατί σε φίλησα,
ούτε γιατί σ’ εσένα ριζώνει ακλόνητη η ύπαρξη,
αλλά γιατί όπως η θάλασσα
αφού στην άμμο εισβάλλει φοβισμένη πισωγυρίζει.
Σε πράσινα ή σε αφρούς η θάλασσα, χαρούμενη, απομακρύνεται.
Όπως εκείνη πήγε κι επέστρεψε εσύ ποτέ δεν επιστρέφεις.
Ίσως γιατί, κατρακυλώντας
πάνω σε απέραντη αμμουδιά, δεν μπόρεσα να σε βρω.
Το ίχνος του αφρού σου,
όταν το νερό φεύγει, μένει στο χείλος.

Μονάχα χείλος βρίσκω. Μονάχα η άκρη της φωνής σου
σαν να ‘μενε μέσα μου.
Τα φιλιά σου σαν φύκι.
Μαγικά κάτω απ’ το φως, γιατί νεκρά αποβαίνουν.

Αλλά όλα βαδίζουν αργά, σιωπηλά.
Όλοι μιλούν και λένε με ατόφια σιωπή.
Οι εραστές, οι μάνες, οι κοιμισμένοι, οι σκληροί:
Όλοι μιλούν και ουρλιάζουν πάνω σ’ ένα βουητό ονείρου.

Τι σιωπή του τίποτα επάνω σ’ ένα τίποτα!
Τι χειρονομίες, τι φιλιά, τι πόνοι, τι πληγές.
Όλα ένα ποτάμι που κυλά σιωπώντας μες στις σκιές.

Άνθρωποι, παιδιά, τρόμοι, στη μικρή πόλη,
στην απέραντη πόλη, ξυπνάνε, συναθροίζονται,
γεννιούνται ή κοιμούνται, ορθώνονται, πλησιάζονται, αποχαιρετιούνται.
Όλοι πληγώνουν ή φιλούν, ή χυπιούνται φιλικά ή αγκαλιάζονται.
Ή άξαφνα απόλυτα βουβοί αγνοούνται, περνούν αδιάφορα.

Ω, η σκιά της ευσπλαχνικής νύχτας που μας σιωπά,
που αληθινά βουβή καλύπτει τον κόσμο ̶ καπνός ̶ ,
που έτσι τον ενoποιεί μ’ ένα φιλί στο μέτωπο
και τα παιδιά σκεπάζει. Και, «τα λέμε αύριο». Και ποτέ.

*

Ύστατες σκέψεις

Γεννήθηκε και δεν έμαθε. Απάντησε και δεν μίλησε.
Οι έκπληκτες ψυχές σε κοιτούν
καθώς περνάς. Ο άνεμος ποτέ δεν σταματά.
Η σκέψη σου μόνη πέφτει αργά.
Σαν τα νεκρά φύλλα που πέφτουν και ξανά
πέφτουν όταν ο άνεμος τα σκορπά.
Εν τω μεταξύ, η γη βαρύθυμη τα περιμένει
ανοιχτή. Σιωπηλή η καρδιά, βουβά τα μάτια,
η σκέψη σου αργή διαλύεται μέσα
στον άνεμο. Κουνημένος ελαφρώς. Ένας ήχος ύστατων
κλαδιών, ένα αμυδρό όνειρο με ζωντανά χρυσά
περιδινίζεται… Τα φύλλα πέφτουν.

*Ο Vicente Aleixandre γεννήθηκε στη Σεβίλλη το 1898 και πέθανε στη Μαδρίτη το 1984. Έζησε μια ζωή γεμάτη ένταση και πάθος, παρά το γεγονός πως αρρώστησε σε νεαρή ηλικία από φυματίωση και πέρασε στο κρεβάτι σχεδόν όλα του τα χρόνια. Ο λυρισμός και η εκφραστική δύναμη χαρακτηρίζουν το έργο του, αλλά και η αντίφαση‒ το πέρασμα από το φως στη σκιά, από τον υπερρεαλισμό στην κοινωνική ποίηση, από την σωματική αδράνεια στην υπερδιέγερση του πνεύματος, αναδεικνύοντας τον ως έναν από τους μεγαλύτερους ισπανούς ποιητές του 20ου αιώνα, πατέρα, μεταξύ άλλων, της σύγχρονης ποίησης της χώρας του.
Ο Vicente Aleixandre κέρδισε το Βραβείο Νόμπελ το 1977.

**Τα ποιήματα της συλλογής «Φως- έρωτας- θάνατος» κυκλοφορούν για πρώτη φορά στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Παράξενες Μέρες»

***Αναδημοσίευση από εδώ: https://1-2.gr/2020/10/23/h-mnhmh-enos-anthropoy-vrisketai-sta-filia-toy/?fbclid=IwAR34cF5c1uC2Il8YB_50SGc63uRrGtDFo_Sj9nPq32QbDEbmYZzVDYH08Ko

#H Νάνσυ Αγγελή συχνάζει στο διαδίκτυο. Διαβάζει, γράφει και μεταφράζει από τα αγγλικά, τα ελληνικά και τα ισπανικά. Έχει εκδόσει δυο συλλογές διηγημάτων και έχει συμμετάσχει σε ανθολογίες για το μικρό διήγημα. Στον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει, γράφει και μεταφράζει. Contact info: nancyangeli1@hotmail.com

Hlín Leifsdóttir, Regaining a voice / Ανακτώντας μια φωνή

And when the harp strings,
made from severed vocal chords,
sound through the auditorium
the silencing of the ages breaks.

A woman stands up from the audience
holding a sign, with the words:
“This is my voice. I want it back.”

The startled concert guests whisper:
“Is that not the roma woman
who used to sing outside the train station?”

She walks up on the stage,
pushes the harpist away,
and tries to play the strings of her own voice.

The audience burst into laughter
for she never learned to play the harp.

And with tears rolling down her cheeks
she carries the harp away on her back
like a cross.

In her absence,
the flutes of the orchestra
remember birds
that used to sing in them
when they were still branches

And lost in remembrance
the flutes go out of tune.
For they have gone off to sing their old song.

Outside the auditorium
the woman hears the flutes
sounding like birds.

It gives her hope.

And she promises herself
to practice very hard
until the chords become a part of her again.

Ανακτώντας μια φωνή

Και όταν η άρπα χτυπά,
φτιαγμένη από κομμένες φωνητικές χορδές,
ακούγεται μέσα από το αμφιθέατρο
η σιωπή κάθε ηλικίας να σπάει.

Μια γυναίκα σηκώνεται από το κοινό
κρατώντας μια πινακίδα, με τις λέξεις:
«Αυτή είναι η φωνή μου. Τη θέλω πίσω. “

Οι τρομαγμένοι επισκέπτες της συναυλίας ψιθυρίζουν:
«Δεν είναι αυτή η γυναίκα της Ρώμης
που τραγουδούσε έξω από το σιδηροδρομικό σταθμό; “

Περνάει πάνω στη σκηνή,
σπρώχνει τον αρπιστή μακριά,
και προσπαθεί να παίξει τις χορδές της δικής της φωνής.

Το κοινό γέλασε γιατί ποτέ δεν έμαθε να παίζει άρπα.

Και με δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά της
μεταφέρει την άρπα στην πλάτη της σαν σταυρό.

Στην απουσία της,
τα φλάουτα της ορχήστρας θυμηθήκανε τα πουλιά
που συνήθιζαν να τραγουδούν όταν ήταν ακόμη στα κλαδιά.

Και χάθηκε στη μνήμη
τα φλάουτα βγήκανε συντονισμένα.
Ξεκίνησαν για να τραγουδήσουν το παλιό τους τραγούδι.

Έξω από το αμφιθέατρο
η γυναίκα ακούει τα φλάουτα
που ακούγονται σαν πουλιά.

Της δίνει ελπίδα.

Και υπόσχεται στον εαυτό της
να εξασκηθεί πολύ σκληρά
έως ότου οι χορδές να γίνουν μέρος της ξανά.

*Μετάφραση στα ελληνικά: Ανδριάνα Μπιρμπίλη / Translated in Greek by Adriana Birbili.