Ρωξάνη Νικολάου, Οκτώ ποιήματα


Photo: WonderMilkyGirl, Deviant Art

-Λίγο γλυκό για τα πικρά σου δάκρυα
-Είσαι βέβαιος πώς πέθανε;

-Ηταν θνητός, δεν του φαινόταν.

Ένα σαμιαμίδι πέφτει στον ώμο μου
κατεβαίνει αργά

στοακίνητομουπόδι
περπατά μικρή αράχνη

κατεβαίνει στην κοιλιά
στο μηρό, στη γάμπα

τρώειτημικρήαράχνη.

Σκοτεινά νερά
παφλάζουν στην εξώπορτα
γυαλιά καρφιά

το λιγοστό μου
πάτωμα

Κάποιος τα σπρώχνει
-ας τον πούμε άνεμο –
ολοένα πιο μπροστά·
στην όραση.

*

Επειδή λυπάσαι τους αφήνεις
να σε σέρνουν στις πέτρες
πάνω σε σπασμένα γυαλιά
να σε πατούν στο πρόσωπο
να σου κόβουν τη γλώσσα
τα δέντρα
τον ύπνο
το νερό
τον ίσκιο

επειδή λυπάσαι
τους αφήνεις.

Στο κιούπι του λαιμού
στις κόχες των ματιών
η νύχτα σου σε ξενυχτά
επειδή λυπάσαι.

Mα όταν θα ‘ρθει η ώρα
που θα ‘ρθει
τη θερμοκρασία του ονόματός σου
το σώμα σου με ακέραια τα στοιχεία
τα σαλά σου δέντρα, τα τρυφερά
το αίμα σου, την ιστορία του
θα τα πάρεις πίσω

και θα κόψεις τα καλώδια της εξουσίας τους
και θα τους στείλεις στο διάολο
δίχως να λυπάσαι πια.

*

Για τον Φ. Γκ. Λόρκα

Κοιμήθηκε το καϋμένο
στα πόδια μου
του θανατά θλιμμένο
το ‘νιωθα που ονειρευόταν
κατάχαμα λέει καθόταν
κι έγραφε
μέσα στα ερείπια τ’ ουρανού
κι από τις άκριες των ματιών του
έτρεχε κόκκινη
έσταζε πάνω
στο κέλυφος του θανάτου
και πάνω στα χέρια τους
κόκκινη άμμος

αυτών που έξω απ’ τ’ αμάξι τον σύρανε
κι εκείνου που είπε
“αφήστε τον σ’ εμένα”

Γίναν κλεψύδρα
στης κόλασης τον χρόνο

*

Στο βάθρο ανέβηκε
κι επωάζει τις φράσεις του
αίμα δεν τρέχει
μόνο γυάλινες, χρωματιστές χάντρες

κλείνει τ’ αφτιά του ο αέρας
κλείνει τ’ αφτιά της η νεραντζιά
κλείνει τ’ αφτιά της η βροχούλα

απλώνουν το χέρι οι ιθαγενείς
με τ’ άλλο προσφέρουν
τα χρυσά τους νομίσματα
κλεμμένα απ’ την καλή τους ώρα

ένα τραυλό παιδί κλωτσάει
την πέτρα της γλώσσας του:

“η έρημος που μας ενώνει
η έρημος που μας χωρίζει
η έρημος που μας καταπίνει”

*

Προϊστορία ή Ανάγνωσμα νυχτός

Ήταν οι άνθρωποι τότε λίγοι, ίσως μόνο εσύ κι εγώ, τ’ άγρια ζώα και τα αρπαχτικά πουλιά πλησίαζαν στη φωτιά μας χωρίς να φοβούνται ή εμείς να τα φοβόμαστε μονάχα που καμιά φορά μας κοιτούσανε ώρα πολλή ακίνητα κι η σκοτεινιά λίμναζε μέσα στο νου·

με είχα μόλις μαζέψει από τα δόντια του παραθυριού, μεσάνυχτα όπως πάντα όταν φάνηκες ακολουθούμενος από το δρόμο που θα ‘φευγες

ίχνη πυκνών φιλημάτων αναπηδούσαν μέσα απ’ τα φωτίσματά σου, χειλιών που ήπιαν το ξύδι και τη χολή του κόσμου προτού να χαλαστούν, προτού γίνουν ίχνη αχνά, δυσδιάκριτα σε σκόνη παλαιού ίσως ανύπαρχτου εικονίσματος.

*

Πρέπει να πηδήξει από την ταράτσα της πολυκατοικίας στην απέναντι που είναι όλοι μαζεμένοι. Είναι μεγάλη η απόσταση μα θα πρέπει να τα καταφέρει. Για να τον δεχτούν. Αλλά δεν θα τον δεχτούν. Θα πρέπει να πέσει στο κενό. Μπροστά στα μάτια τους να γίνει κομμάτια. Για να τον αγαπήσουν. Αλλά δεν θα τον αγαπήσουν. Θα πρέπει στη νεκροψία να βρεθεί ένα χαρτάκι σφηνωμένο στο στέρνο του με τα λόγια: “πέθανα για την αγάπη σας”. Για να τον δεχτούν. Αλλά δεν θα τον δεχτούν. Θα πρέπει να λάβουν την είδηση ότι τα οστά του ευωδίασαν. Για να τον αγαπήσουν. Αλλά δεν θα τον αγαπήσουν· αδιάφορα θα πουν: “φαινόταν πως δεν θα γινόταν ποτέ ένας από ‘μας”.

Παιδάκι μου μη βρεθείς ποτέ στη γειτονιά τους. Για κανένα λόγο.

*

Αυτός που φτιάχνει το σκοινί κι αυτός που το ρίχνει κι αυτός που το γραπώνει για να βγει έξω κι αυτός που τον σπρώχνει για να πέσει κι αυτός που πέφτει κι αυτός που σκάβει στα τοιχώματα γυρεύοντας τ’ όνομά του κι αυτός που το θάβει κι αυτός που ο ρόγχος του καθώς σβήνει αντιφεγγίζει στο σώμα του διπλανού κι αυτός που ονειρεύεται ότι μακριά, πέρα από το λάκκο, υπάρχει η φαντασμαγορία της μέρας και της νύχτας.

*

Είμαι ένα πηγάδι
με λιγοστό νερό

καμιά φορά στερεύω
και μονάχα κοιτάζω

το ανάπτυγμα του ειδώλου μου
στο θόλο

καθώς πέφτει

τον ίλιγγο του στα τοιχώματα
τον ξερό του κρότο.

Αντιστροφή της μοίρας
επαναληπτική·
πασατέμπος της όρασης.

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://trenopoiisis.blogspot.com/2020/10/roxani-nikolaou-8-unpublished-poems.html?m=1&fbclid=IwAR33jJoESuGZoABApn252V2TSf3VvW0nsBeywaoV8QHg35eKMpVmldHxHZ8

Sine Lege, θα ‘ρθει η μέρα

θα ‘ρθει η μέρα
θα ξημερώσει εκείνο το πρωί
με έναν ουρανό κατακόκκινο από θυμό
θα ‘ρθει εκείνη η μέρα σου λέω
θα γραπώσουμε την τυχαία μας ύπαρξη από το
μπράτσο
και θα τη στείλουμε να αναμετρηθεί με ύαινες δίποδες
θα ‘ρθει εκείνη η μέρα
που θα πιούμε εκδίκηση για τους που δεν πρόλαβαν να ζήσουνε
θα ξημερώσει εκείνο το δειλινό
με έναν ουρανό κατάμαυρο από σύννεφα ορμής
και κανένας πια δεν θα μπορεί να μπει ανάμεσα μας
ανάμεσα σε σένα και το νεκρό μωρό
σε μένα και τον καμένο ζωντανό αδελφό
σε σένα και την πνιγμένη φιλενάδα
θα ‘ρθει εκείνη η μέρα που θα βρέξει συνθήματα στην
πράξη
τα γήπεδα θα γεμίσουν εγκλωβισμένους εξουσιαστές
πεταμένους σαν τους πρώτους χριστιανούς μες στις αρένες
χωρίς διέξοδο
και περιφρούρηση θα κάνουν
κείνα τα κουρασμένα κοριτσόπουλα ταμίες με τους
κιρσούς στις όμορφές τους γάμπες
θα ξημερώσει εκείνο το πρωί
που κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσι πάσης μορφής
δογματισμούς θα ισοπεδώσουμε
acimz acimizdir θα μας φωνάζουν τα αδέρφια μας
και καταργημένα πια τα σύνορα περίλυπα στις
αποθήκες θα καίγονται
θα ‘ρθει η στιγμή αδελφέ μου
που το τυχαίο της ύπαρξής μας θα αρπάξουμε από το
λαιμό
για να έστω για μια στιγμή τα δάκρυα των νεκρών μας
δικαιώσουμε
καμαρωτοί θα πέφτουμε στις μάχες υπέρ ανθρώπων
και αξιών
και ολόγυρά μας θα στήνονται χοροί στα οδοφράγματα
θα ‘ρθει η μέρα σύντροφε
που την οργή μας παιδιά αγέννητα θα δικαιώσουν
και τότε ούτε πόνος ούτε χάρος ούτε θάνατος ούτε χαμός
δεν θα χωράνε να λερώσουν την ωραία την αληθινή τη μέρα
την άνοιξη της άγριάς μας επανάστασης

*Από τη συλλογή “Π”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2021.

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

Γδάρματος γραφή

Της εγκαρτέρησης κρηπίδωμα διάτρητο,
ξίφη διαπερνούν την σπλήνα,
άπνοια διασκορπάται.
Ο ήλιος την βροχή εστίλβωνε
στα μονοπάτια του άστεως τα αισχρά
όπου ουδένα φίλον έχετε, ουδενός φίλοι είσθε.
Φαντασμάτων αρμονίες φενακίζουν το κελλί μου.
Εκφεύγοντας θυμάμαι,
όταν τα ακρωτηριασμένα θηλυκά με προπηλάκιζαν
με πείνα και δίψα,
αρσενοκοίτες μού φεραν κανάτια ξέχειλα
και ζεστό ψωμί.

*

Καταγγελία

Εκ των Μετεώρων τα βράχη! Δια λόγου παρέμβαση,

εξακτίνωση στις φίλιες του σύμπαντος ενέργειες.

Των πεποιθήσεών μου δραττόμενος ο ανταγωνιστής,
στην σύζυγό του Φωτεινή,
ότι μαζί του ερωτοτρόπησα ισχυρίσθη.
Νικήτρια πλάνη απεχθής,
της δολιότητος η ευτελής επιβολή.
Να εμπνέω προσδοκώ.
Όταν η συγκυρία καρπίζει,
καιροί ευοίωνοι σπεύδουν.

Μαρία Γερογιάννη, Έξι ποιήματα

ΑΧ! EGDAR LEE MASTERS

Τι έγινε και μίλησες
για ποιητές ελάσσονες;
Όμηρο και Ουίτμαν.
Είμαι σίγουρη
είχες την αιτία σου κι ακόμη
πως αυτοσαρκάζεσαι.
Σ’ αρέσουν
όσα οι άνθρωποι αφήνουν να πετάξουν,
όμως δεν μαστιγώνουν.

*

OLD TOWN – OLD LIFE

Η old lady
με το φίλτατο ζωάκι
στην αγκαλιά της.
Υπερχείλισαν τα χαμόγελα των περαστικών
Το ζωάκι
ανταπέδωσε τα χαμόγελα.

*

VIRGINIA AND PLATH

Το επόμενο βήμα

-Λύθηκαν τα μαλλιά στο κύμα
-Πνίγηκαν οι καπνοί στην τέχνη του θανάτου

*

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Κρυώνουν κρυώνουν
Φόρεσαν τα ευσυγκίνητα παλτά τους.
Τα χέρια
στις ανήμπορες τσέπες.

*

ΣΤΗ ΣΚΙΑ

Το δέντρο
γράφει για σένα ποίημα,
Μού είχες αόμματα εκμυστηρευτεί.

-Όταν καθίσεις στη σκιά του

*

Η ΣΤΙΓΜΗ

Οκτώ χιλιάδες χορωδοί
Ελάχιστοι!
φωνάζει η Στιγμή

Στο σύμπαν
δεν ακούστηκε

*Από τη συλλογή “Οι κούκλες σου δεν είχαν ψυχή”, Εκδόσεις “Περισπωμένη”, 2021.

SYLVIE, Δύο ποιήματα

Henri Cartier-Bresson, Downtown (1947)

Είδα ένα όνειρο
Ότι δεν είχες δει ποτέ
Κάποιο όνειρο
Στο όνειρο
Το όνειρο ήταν
Ότι κάποια
Ένα πρωινό
Ξύπνησε και είδε ένα όνειρο
Ότι ποτέ ως τώρα δεν την είδες

*

ΔΕΚΑΤΡΕΙΣ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑ

Στη δουλειά
Που θα μπορούσαν να γίνουν ποιήματα
Εκείνη την ώρα όμως όλα θα μπορούσαν να γίνουν ποιήματα
Εκτός απ’ τη δουλειά
Κάθομαι έξω να κάνω ένα τσιγάρο
Κι έχω διάφορες απορίες
Για τους ανθρώπους
Τη ζωή
Τον θάνατο
Κάπου κάπου αναρωτιέμαι
Αν τ’ αντικείμενα ήταν άνθρωποι
Τι δουλειά θα έκαναν;
Είμαι σίγουρη ότι η τηλεόραση
Θα ήταν κάποιος
Αχώνευτος οδηγός του Β5
Που με πάει κάθε μέρα στη δουλειά
Εκεί όπου
Ξεκινώ να κάνω αυτές τις σκέψεις
Για τ’ αντικείμενα και τις εργασιακές τους ιδιότητες
Ενώ στην πραγματικότητα
Θα προτιμούσα
Να γυρνάω με τα πόδια
Ή όπου

*Από το περιοδικό «Τεφλόν», Τεύχος 25, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2021. Σελ. 74.

Δανάη Σιώζιου, Δύο ποιήματα

ΤΟΠΙΟ

Λέω τ’ όνομά του
και μια κορυφογραμμή σχηματίζεται
ένα χωριό βγαίνει από την ομίχλη
και επιστρέφει στην ιστορία.
Φιλάει τη νύφη την ημέρα του γάμου του
και ο εμφύλιος σταματά.
Τα πρόβατα πολλαπλασιάζονται σαν σύννεφα
δεν υπάρχει ανοιχτός ορίζοντας, μόνο βουνά και γη
λίγο παρακάτω στη μικρή πόλη ένα σινεμά
το λιμάνι με τα καράβια και το λιμάνι με τα αεροπλάνα.

Πατέρα, λέω, όπως λέω Μινώταυρε
Μινώταυρε, λέω, όπως λέω έθνος

Ξαναλέω τ’ όνομά του
και η πόλη καίγεται.

Μένει μονάχα μια γραμμή αίματος.

*

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Το δάσος με τις σκιές μας πελεκημένες
το ποτάμι με τους κύκνους που πετούσαν

η πόλη πλωτή μέσα στη νύχτα
η μηχανή του αεροπλάνου
πιο δυνατή από κάθε φωνή
που μας έλεγε να επιστρέφουμε

ακόμα και τώρα όταν φαντάζομαι ένα σπίτι
το φαντάζομαι άδειο

μια επιφάνεια από μελανιές
ποδοβολητά σε κλιμακοστάσιο
τοπία που αποχωρούν από το φως

ο πόνος σαν καρυοθραύστης
ξεχωρίζει τον καρπό από το τσόφλι του.

*Από τη συλλογή “Ενδεχόμενα τοπία”, Εκδόσεις “Αντίποδες”, Μάρτιος 2021.

Ο Μονόλογος

nefelor's avatarnefelor

Βρήκα έναν μονόλογο γυναίκας στην λεωφόρο.

Τον διάβασα και άκουσα μια χούφτα μεταλλικές σφαίρες να χτυπούν μεταξύ τους.

Νομίζω ότι αφομοίωσα τον ρυθμό του κοιλιακού της άλγους.

Γεύτηκα την Όστια απ’το στόμα της.

Βρήκα έναν μονόλογο γυναίκας έξω από ένα κτίριο με την πινακίδα “ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΠΟΘΗΚΑΙ “.

Και έγινε η καρδιά μου μελόντικα στα χέρια της.

Η ώρα εκείνη ήταν ασύνταχτη

δοσμένη με ημίφως από άλλα μάτια.

Με τσίμπησαν τα μπρούτζινα μαλλιά της

και από τους πομφούς του σώματός μου

έσταξε κερί.

Μέσα στα λόγια της βρήκα τα δικά μου

χρυσά ειπωμένα μήλα που καταβρόχθησα

περιπλάνηση λυπημένου αγοριού στ’αμάραντα πεδία της.

Βρήκα αυτόν τον μονόλογο γυναίκας στην λεωφόρο

στο πεζοδρόμιο

σ’αυτόν τον κόσμο τιμοκατάλογο

και κατάλαβα πως να ζω με τ’απαραίτητα

συμπόνια, μουσική υπογείου και ένα περίστροφο γεμάτο κάτω απ’τη γλώσσα.

Βρήκα ένα μονόλογο γυναίκας

και έγινα και ‘γώ γυναίκα.

Υ.Γ.1

Δεν υπάρχουν Γλυκά νερά.Μόνο αθάνατα.

View original post

δεύτερη θεωρία των ορμών

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Έπινε κι έπινε από το σκοτάδι της
ενώ τα μάτια της όλο και βούλιαζαν στην άμμο των ελών του
έτρεμε λίγο και μετά ολοκλήρωνε
καθώς στην επέλαση παραμέριζαν
αγριόχορτα υβριδικά που δεν αποφάσιζαν
αν ήταν χωμάτινα ή υδρόβια•
μία θεριζοαλωνιστική με τα μαχαίρια της γυαλισμένα
κοιμόταν στην κοιλιά του σαν σκυλί με τη γλώσσα όξω.

Θυμόταν
όλα τα τοπία που άδειαζαν από αυτήν την άμμο
σε κάθε ταξίδι τους
καθώς οι καθηλωμένες ακρίδες διαχωρίζονταν από το φως χειρουργικά
στα εξ ων συνετέθησαν.

Τον φαγούριζε πάντα
ένα στρατιωτικό μετάλλιο
στη γάμπα του στιγμένο
καθώς και το χέρι της που του ξερίζωνε
τις άσπρες τρίχες στο στήθος
ασυνείδητα•
όμως ήταν ένας ακόμη αγώνας
ώστε να επεκταθεί η παλαιότητά του
και στο δικό της κορμί.

Μετά
γέμιζε ο αγρός τους
αλητήριους σπίνους που κελαηδούσαν
πάνω από σπασμένους καθρέφτες
το τρακτέρ ξεκινούσε
και στην πίσω ρόδα του
ένας εσταυρωμένος μεγάλος όσο η τετράκτινη ζάντα…

View original post 46 more words

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Δύο ποιήματα

Φώτο: Σωτηρία Αλωνιστιώτου

Παραλίμνια

Ίσως μία μέρα
να μην είναι ο χρόνος πλέον
μια σημαντική υπόθεση
Να εμπεδώσουμε πόσοι ξοδεύτηκαν αδίκως
σε αναχωρήσεις και επιστροφές
Τι καταδίκη είναι η αιωνιότητα
Γιατί οι κλέφτες οι καλοί
δεν επανέρχονται ποτέ στον τόπο του εγκλήματος
Γιατί στο μεταξύ
η γη κινείται
κάτω από τα πόδια μας
Ώστε είν’ αδύνατον να καταλάβουμε
πώς πέρασε τα σύνορα η ώρα.

*

Απουσιολόγος

Το Φθινόπωρο τελείται υποδειγματικά / Ο κόσμος ένα φύλλο που πέφτει και πέφτει

Αυτοί που αγνοούν τον ίλιγγο της πτώσης
ας μάθουν πόσο κακή μαθήτρια υπήρξα εγώ στην φυσική,
πόσο πολύ παιδεύτηκα να αποφύγω τις συνέπειες μιας όποιας πρόσκρουσης,
τις θεωρίες τις γενικές πως μία κατακόρυφη βολή είν’ όλη κι όλη η ζωή
ίσως κι ένα τελεσίγραφο
πως δεν υπάρχει χρόνος μετά τον χρόνο ενεστώτα
– σαφώς είναι μια έντιμη εκδήλωση
η γνώση των συνεπειών –
όμως ψιλά τα γράμματα
δεν μπλέκω τα φτερά σε συρματόσχοινα
Μου ταχυδρόμησες
– παράπονο δεν έχω –
πάντοτε στον ύπνο.

*Τα ποιήματα πάρθηκαν από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2017/05/28/%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%ae%ce%bd%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%af%ce%b4%ce%bf%cf%85/?fbclid=IwAR0fbo9qAbVEAuxpM_k1pIJRNkRRBSqjXd1fr8qzW6hZwseoi3aGlnG8w3U

Γιώργος Γκανέλης, Ποιήματα

ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΣΥΝΟΨΗ

Ο στατικός χρόνος που γύρευα μου εμφανίστηκε σε κάτι φοιτητικές φωτογραφίες ξεχασμένες σ’ ένα συρτάρι με βελόνες και κουβαρίστρες:

-Πρωτοετής με τα ψυχολογικά μου τραύματα στο σακίδιο, χωμένος ένα εικοσιτετράωρο στην παραλία του Μυλοπότα. Όταν γύρισα στην Αθήνα, είχα απωλέσει την εφηβεία μου.

-Σε μια συναυλία των Κατσιμίχα στα Γιάννενα, την ώρα που κατέβαζα αλκοολικά φεγγάρια κι η φίλη μου με ξενέρωνε πίνοντας «Ζεστά ποτά».

-Ανασκαλεύοντας παλιές μνήμες μια Κυριακή πρωί στο Μοναστηράκι, μέσα σε παλιατζίδικα και ακούγοντας Καζαντζίδη από έναν πειρατικό σταθμό.

-Ένα απόγευμα του Γενάρη στην προβλήτα του λιμανιού, μετρώντας τα πλοία που αναχωρούσαν για τα νησιά, γεμάτα φορτηγά και φαντάρους. Πάνω μου ο ουρανός έτοιμος να εκσπερματώσει χιόνι και στο βάθος ένας μικροπωλητής που τουρτούριζε.

Τώρα ο χρόνος που μου απομένει δεν αποτυπώνεται σε χαρτί, παρά μόνο στους γκρίζους κροτάφους και στους σοβάδες του δωματίου.

#Από την ενότητα “Αποδόμηση του περιττού’’.

*

ΔΩΜΑΤΙΟ 303

«ἐὰν μὴ ἔλπηται ἀνλπιστον οὐκ ἐξευρήσει»
Ηράκλειτος

Έτοιμο να εκραγεί το σύννεφο. Και μετά η φθορά θα εγκατασταθεί στο σώμα. Τρίζουν τα κύματα και τα μαλλιά σου μονίμως ανακατεμένα. Τα πεύκα με συντριπτικά κατάγματα οδηγούνται στο χειρουργείο. Ο μικρός Ιούνης τουφεκίζεται στον κήπο με τις κιμωλίες. Δεν σημειώνεται καμιά απροσδόκητη αντίδραση. Μονάχα μερικά δάχτυλα ψαύουν τον ουρανό. Ο καιρός αίθριος με μικροσκοπικούς ανέμους. Η εξουσία υπερμεγέθης, όπως πάντα. Αν είσαι και λίγο τυχερός θα παρευρεθείς στην κηδεία σου. Ειδάλλως θα σε αποχαιρετίσουν τα δέντρα. Παράγωγο της μοναξιάς ο σπασμένος ορίζοντας.

Πάντως τα ρολόγια διατελούν εν εγρηγόρσει, χαμογελώντας πού και πού. Κι είναι αλήθεια πως τίποτα δεν τελειώνει. Εξακολουθητικά θα φύεται μέσα από τη μήτρα του σύμπαντος. Αρκεί βέβαια να έχει προϋπάρξει.

#Από την ενότητα “Δωμάτιο ξενοδοχείου’’.

*Από τη συλλογή “Ιχνηλάτηση του τέλους”, Εκδόσεις “Στίξις”, 2021.