Μάτση Χατζηλαζάρου, Αντίστροφη Αφιέρωση (απόσπασμα)

εσένα σ’ έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς
εσένα σ’ έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ’ ωρίμασε η θάλασσα
σ’ ερωτεύω
σε ζηλεύω
σε γιασεμί
σε καλπασμό αλόγου μες στο δάσος το φθινόπωρο
με φοράω νέγρικο προσωπείο για να μας θέλεις εσύ
με κεντρίζεις μεταξένια άσπρο μου κουκούλι
με κοιτάζεις πολύ προσεκτικά
tu m’ abysses
tu m’ oasis
je te gougouch
je me tombeau bientôt
εσένα σ’ έχω δέκα ανθρώπους του Giacometti
σ’ έχω κόνδορα καθώς απλώνεσαι πάνω από τις Άνδεις
σ’ έχω θάλασσα γύρω τριγύρω από τα νησιά του Πάσχα
εσύ σπλάχνο μου πως με γεννάς
σε μίσχος
σε φόρμιγξ
με φλοισβίζεις
σε ζαργάνα α μ’ αρέσει
δυο κροταλίες όρθιοι στρίβουν και ξαναστρίβουν γλιστρώντας ο ένας γύρω
απ’ τον άλλο όταν σταματήσουν η περίπτυξή τους είναι το μονόγραμμά σου
tu m’ es Mallarmé Rimbaud Apollinaire
je te Wellingtonia
je t’ocarina
εγώ σε Τσεπέλοβο Πάπιγκο Ελαφότοπο
εγώ σε Βίκο με τα γιοφύρια του κει που διαβαίνει ο χρόνος
σ’ έχω πει και ψέματα για να τους ξεγελάσουμε
εγώ σ’ έχω άρωμα έρωτα
σ’ έχω μαύρο λιοντάρι
σε ονειροβάτησα μαζί μου ως το γκρεμό
εσέ ασύλληπτο θυμάμαι και τον ύπνο μου χάνω
εσύ μάχες και ένσαρκα άλογα του Uccello
εσύ δωρητής (δεξιά κάτω της εικόνας) εκείνου του μικρού κίτρινου αγριο-
λούλουδου
εσύ κένταυρου ζέση
εσύ συντεχνία ολάκερη που έργα ποιείς διαβαίνοντας εν τη ανωνυμία
je te ouf quelle chaleur
tu m’ accèdes partout presque
je te glycine
εσύ φεγγάρι που ένα σύννεφο αναβοσβήνει
εσύ δε βαριέσαι παράτα το το σύμπαν έτσι που το’ χουμε αλαζονήσει
και δαύτο πώς να συναντηθούμε ποτέ
εσύ σε τρυφερό λόγο με το λόγο έτσι δεν είναι πες
εσύ σελίδα μου
εσύ μολύβι μου ερμηνευτή μου
σε ανοίγω συρτάρια
πώς γιατί δεν ήρθες τόσες φορές
σε ξεμάκρυνα εγώ λέω τώρα
δίχως τέλος λυπάμαι
σε κρυάδα γνώρισες ποτέ την καρδιά μου
σε μιαν έκπαγλη χρονιά ανταμώσαμε
σε ληστεύω από αλλουνού τα χέρια
σε ακούω από δω από κει
σε σιωπώ μες στην απέραντη τρυφερότητα
σιγά σιγά να καταλαγιάσουμε
όλα δεν τα’ χω πει
ΜΕ ΕΚΡΙΖΩΝΕΙΣ

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://cignialo.gr/antistrofi-afierosi-matsi-chatzilazarou/?fbclid=IwAR171qyeRvhJ3hODe9CMfVNAJ4duTkWob26Fw6s2PV_5N_6JxdwDWPGZFBU

Χρίστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

Της άγνωστης θάλασσας

Καθόσουν στην ίδια θέση
στη βραχώδη ακτή, μες στη βροχή
στην άγνωστη θάλασσα
με βλέμμα θαμπό κι ο ήλιος χαμήλωνε

Μέχρι που ήλθε ένα βράδυ με χλωμό φεγγάρι
στεκόσουν στο έναστρο φως
τι θα ρίσκαρες και τι θ’ άφηνες;
Χόρεψες να ξεκαθαρίσει η σκέψη

Γενάρης 2021

*

Το άλογο στ’ αληθοτοπία

Το άλογο δεν προχωρεί, τρέχει μπροστά
χωρίς τα σύρε κι έλα,
στων ισχυρών την οργανωμένη τρέλα

Στους αιώνες της αδράνειας, αιώνες σαρώθηκαν
πήρε μπροστά η σαρωτική μηχανή του ανελέητου,
στο κόκαλο του στέρνου
ψηφίο προς ψηφίο τεχνητής νοημοσύνης

Να βρίσκεσαι καθηλωμένος
στην ίδια καρέκλα, στο ίδιο τραπέζι
μες στους καπνούς και στα γέλια
τις φωνές και τα χωρατά
γλιστράει η αλήθεια σου
κι εξαφανίζεται στ’αληθοτοπία

Ιούνιος 2021

Νίκος Φωκάς (1927-2021), Το δικαίωμα ενός κήπου

Τώρα η θάλασσα, τα λίγα σπίτια, οι λίγες φωνές
Μας κάνουν το αρχικό καλό. Δεν υπάρχει κι άλλο.
Κάποτε το δικαίωμα της αγάπης που έχουν όλα,
Δίχως εξαίρεση τα πουλιά,
Μας ξυπνά μέσα στη νύχτα μ’ έναν ιδρώτα.
Κάποτε το δικαίωμα ενός κήπου, το δικαίωμα να πετάξουμε.
Κάποτε ξεκινούμε πάλι μες στον ύπνο
Απ’ τη μήτρα της μητέρας μας για μια νίκη…
Τώρα ένα πεύκο στραβό ριζωμένο στον ήλιο,
Προλαβαίνει την κούραση και,
Πιο πράσινο, συγκρατεί την οργή
Του ανθρώπου που δεν μπόρεσε να υπάρξει.
Κρώξιμο πουλιού, βέβαιος θάνατος.
Στον ήσκιο του από κάτω επιθύμησα, παιδί, τον εαυτό μου,
Πρώτη φορά, κι ακούμπησα στον ώριμο κορμό
Ήσυχος από προφητεία

Ελένη Νανοπούλου, Δύο ποιήματα

ΠΡΟΚΥΡΗΞΕΙΣ

Οι λέξεις κρέμονται από τα δόντια
παρηγορούμαι
από εσένα που έχω
για εκείνους που δεν έχω
καμιά φορά ξεσκονίζω τα φτερά τους από το χιόνι
σφυρίζοντας
έχω ταλέντο σ’ αυτό
αν και δεν είναι τίποτα σπουδαίο
είναι κάτι για να με συμπαθώ
δεν έχω πια
λεξικά
θαυμαστικά
μόνο ένα παραμύθι θυμάμαι
με δυο λευκά αγόρια
που τα έλεγαν Γκριμ
όταν αρχίζω να το εξιστορούμαι
κάποιο κουνέλι
μου ροκανίζει τις λέξεις
τότε εκείνες αρχίζουν να κρέμονται
από τα δόντια μου
παρόλο που χάθηκαν
οι ιστορίες
τις κατοικώ
αρσενικό και θηλυκά
πληγωνόμαστε
στο όνομα της διαφοράς
δεν έχω μαγικό ραβδί
και εσύ δεν είσαι πρίγκιπας
ούτε καν ένας Γκριμ
παρά ένα κουνέλι
που μασουλάει τις λέξεις μου
Όλα είναι ζήτημα αναπνοής

*

ΤΙΤΙΒΙΣΜΑΤΑ

Ένεκα ο χειμώνας
το πολύ των ανθρώπων
και τι να πω
για την κυκλοφορία
των πουλιών στο ψιλόβροχο
στο γείσο της ταράτσας
το ένα άθροισμα των πάντων
των πολλών κοινών πατρίδων
η καταγωγή των νερών
τι
τι
τι
τι με πλησιάζει τιτιβίσματα
όλη η θανάσιμη νεότητα

*Από τη συλλογή “Άφιλτρα”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2021.

Αντώνης Αντωνάκος | Ο Μπασιάκος στον κήπο των ηδονών και των βιβλίων

στη Μαριάνθη

Υπάρχει πάντα ένας ποιητής προστάτης των αλειτούργητων ερώτων.
Ένας προπαγανδιστής της ζωής που αντιτάσσει στο έγκλημα της πολιτικής πλήξης το σθένος της ανθρώπινης αθωότητας.
Αν υπάρχουν ποιητές για τη θάλασσα και την Αφροδίτη, για τα ποτάμια και τις ηδονές, για την πόλη και τον πόλεμο, για το ψωμί και την ειρήνη υπάρχει κι ο αντιλυρικός νομοθέτης της λαγνείας.
Αφού το λάγνο ελεύθερο πνεύμα αφήνει να ξανακουστεί το γάργαρο γέλιο των νυμφών.
Παίρνει εκδίκηση για όσους την Άνοιξη δεν μύρισαν Άνοιξη και για όσους τη νύχτα δεν βρήκαν μιαν αλήτικη αγκαλιά.
Γιατί αυτό το ελεύθερο πνεύμα ξέρει πως η κούραση βρίσκει τους αδύνατους εκεί που τους άφησε, να καταριθμούν τις μεγάλες πλειοψηφίες των κοινωνιών.
Να δουλεύουν στο σκοτωμό και τον πόλεμο.
Αυτός ο ποιητής που ασκήθηκε στη σπουδή του γυμνού αισθήματος και της αλητείας, αφήνει πάντα τις σάλπιγγές του να βουρλίζουν τον αέρα.
Η αναρχία του υπήρξε ένα σπάταλο βλέμμα ζωής, μια περιφρόνηση στο μικρόψυχο βόλεμα αλλά και μιαν ανταπόκριση στο κάλεσμα του κινδύνου.
Μέχρι τέλους οι λέξεις του φλέγονταν όπως φλέγεται ο σκλάβος που θέλει να καρφώσει τη σκλαβιά στην καρδιά, που θέλει να είναι ένα με τα πετεινά τ΄ ουρανού που ούτε σπέρνουν ούτε θερίζουν αλλά νύχτα μέρα κελαηδούν.
Ο Μπασιάκος κήρυξε τον πόλεμο στα ποιητικά κουφάρια.
Στη σιδερωμένη γραφή και στην εκδοτική ορθότητα. Φυλλάδια, πλακέτες, δακτυλογραφημένες σελίδες, βιβλιαράκια και βιβλιάρια, σχέδια και νότες χορτασμένες με όλη τη δίψα και την πείνα του.
Ένας έρωτας που ήξερε να παίζει πετροπόλεμο με τη σκληρότητα και να νικά. Γιατί οι νίκες του δεν ήταν το υστερόβουλο μέλημα ενός καριερίστα αλλά η βιωμένη στιγμή. Η συντροφικότητα και η χαρά το αίμα των ανθρώπων που γίνεται κρασί.
Βλέπω πάντα τον Θόδωρο συντροφευμένο απ΄ τη Μούσα του, να τραγουδά και να χορεύει αυτή την κατακτημένη του εσωτερική ελευθερία που δεν έχει ούτε κράτος ούτε Δία, ούτε αστροπελέκια και σταυρουδάκια αλειμμένα με φιλανθρωπικό κατάπλασμα.
Βλέπω το Θόδωρο και τη Μαριάνθη στη μαντική τους καλύβα. Με τα βιβλία και τις τσακμακόπετρες, τα τσιγαράκια και τις ευσπλαχνικές αλκοόλες, το δαιμονισμένο Κυρίλωφ και τον Προμηθέα κοντά στο Ρεμπώ και τον Επίκτητο.
Κοντά στους πολεμικούς ανταποκριτές όλων των αιώνων που ξέραν πως υπάρχει μιαν ελευθερία στον άνθρωπο που δεν μπορεί να την νικήσει κανένας θεός.

Ζήτω λοιπόν, του πρίγκιπα που μας άφησε εδώ στο στερέωμα της καθαρής νύχτας, να διαβάζουμε με το λυχναράκι της ευαισθησίας του το φαιδρόν μεγαλείον της αλητείας.

*Πηγή: Αλιεύτηκε από τον προσωπικό τοίχο του Αντώνη Αντωνάκου @ 5 Ιουλίου 2021

**Εμείς το πήραμε από εδώ: https://exitirion.wordpress.com/2021/07/19/antonis-antonakos-o-basiakos-ston-kipo-ton-idonon-kai-ton-biblion/?fbclid=IwAR3VGhu7Nrdc6HfS0DQH9bJVQpkAUknwv64IulJIkWIsGOq409sqzmD-M68

Κατερίνα Λιάτζουρα, Αυταπάτες

Κάθομαι στη θέση που μου αρμόζει. Στρογγυλό τραπέζι. Μυρωδιά τσιγάρου και ξινισμένο κρασί. Μοιρασμένα τα χαρτιά. Το φως όσο πρέπει. Σ’ έχω αντίκρυ. Απόμακρος και σκεφτικός. Βυθισμένος. Τι συνδυασμούς να κάνεις; Να κερδίσεις; Να κατακτήσεις; Να απορρίψεις; Να καταρρίψεις; Να ταυτιστείς; Να με αγαπήσεις; Το ρολόι χτυπά αλύπητα. Ο χρόνος μου τελείωσε. Μια κλεψύδρα πια η ζωή μου. Τράβηξα χαρτί και έχασα. Σειρά σου. Θα σβήσω το φως φεύγοντας.


*Από το βιβλίο “Η κρεμμυδαποθήκη”, Εκδόσεις Βακχικόν, Μάρτης 2020.

Έλενα Πολυγένη, Κόσμος

Ήταν ένα παιχνίδι, το ήξερε απ’ την αρχή πως επρόκειτο για παιχνίδι. Ένα τετράγωνο δάπεδο, μικρά τετράγωνα πλακάκια, μέσα σ’ ένα κουτί, τι άλλο θα μπορούσε να είναι. Τριγύρω τσιμέντο, οι φωνές να δίνουν οδηγίες, οδηγίες για το πώς λειτουργούν τα πράγματα, τη θέση των αντικειμένων – τι άλλο θα μπορούσε να σημαίνει. Σήμαινε ό,τι ακριβώς σήμαιναν τα επιτραπέζια που έπαιζε με τους φίλους του πάνω σε τετράγωνες επιφάνειες. Έβλεπε τον τρόπο που κινούσε τα νήματα, που αποφάσιζε τα βήματα και όλα έπαιρναν ξαφνικά μια ψεύτικη ζωή. Ήταν ένα παιχνίδι.


*Από τη συλλογή “Ανάγλυφη”, Εκδόσεις Ρώμη, 2021.

Χ.Π. Σοφίας, Αγία Αναρχία / Holly Anarchy

Δαγκώνει τα χείλη της καθώς η αστροβροχή συνεχίζει
να πέφτει
Αγκαλιάζει τα παιδιά της
Τούς μιλά για την Αγία Αναρχία
Το οπλισμένο χέρι της
Τη νεανική της φλόγα
Την περπατησιά της
Το θάρρος της όταν πυροβολεί τον καθρέπτη και τις
μισές λέξεις
Την ιερή οργή της για τους ανθρώπους που σιωπούν
στο φως της ψυχής

HOLLY ANARCHY

She bites her lips whilst the lightning rain keeps on
falling
She hugs her children
She tells them stories about Holly Anarchy
About her armed hand
About her youthful flame
About the way she walks
About her bravery when she fires on the mirror and the
minced words
About her holy rage against people who stay silent
before the light of the soul

*

Τίτλος: Αγία Αναρχία / Holy Anarchy
Χρονολογία Έκδοσης: Ιούλιος 2021
Ποιήματα: γ’ έκδοση
Εκδόσεις: Κουκκίδα
Αριθμός σελίδων: 28
Διαστάσεις: 21×13
Φιλολογική Επιμέλεια-διόρθωση: Γιώργος Παπαχρήστου
Έργο εξωφύλλου: Φιλιώ Κουφοπούλου
Συγγραφέας: Χ.Π. Σοφίας / Ch.P. Sofias
ISBN 978-960-9410-64
-9

Roberto Garcia de Mesa, Ποιήματα

Θα δεις τα πολιτικά παιχνίδια από την ασφάλεια της υφασμάτινης γωνιάς σου. Θα δεις την παράσταση των καλών τρόπων από έναν τόπο μυστικό, πανευτυχής που είσαι ώριμος και διεστραμμένος ταυτόχρονα. Θα δεις το πτώμα σου να περνά μπροστά απ’ το σπίτι σου. Θα το χαιρετήσει και αύριο θα ‘ναι μια καινούρια μέρα.


*


Ξέρω μια ασθένεια που πιέζει τα μάτια, που ερεθίζει τις κόγχες του νου. Αυτή η ασθένεια λέγεται σιωπή και κρύβει μέσα της την κρίση που τιμά κάθε άνθρωπο.


*


Όποιoς προσπαθεί να ξεφύγει από τον εαυτό του, ψάχνει να βρει απελπισμένα κάτι να τον κρατήσει στη ζωή· μια πνοή, μια εφήμερη δόξα. Αλλά όχι. Η φευγαλέα ανάμνηση παραμένει αήττητη. Η ανάμνηση άπιαστη και το μέλλον αβέβαιο. Έτσι ακριβώς. Η ύπαρξη είναι για τους πττημένους.


*


Όταν αρχίζει μια παρτίδα στο σκάκι, ο στρατιώτης είναι πιο κοντά στο κέντρο· επομένως, έχει περισσότερες πιθανότητες να σπάσει τη σκακιέρα στη μέση.


*


Ο καπνός των τσιγάρων μού φανερώνει τον σωστό τρόπο να πω πως δεν υπάρχει τίποτα να πω. Τα φαντάσματα δεν μιλούν, μονάχα σε κοιτάζουν. Αυτό είν’ όλο.


*


Είναι ωραία να κλείνεις τα μάτια, να μην νιώθεις ότι ο χρόvoς περνά. Είναι ωραία να μην ξέρεις ότι το σώμα σου σού ανήκει. Είναι ωραία να ξεχνάς τα πάντα, ναι. Είναι ωραία να κοιμάσαι, να κοιμάσαι. Πώς θα μπορούσα να κοιμηθώ τέτοιες ώρες; Πώς θα μπορούοα να παραιτηθώ και να μην ξυπνήσω ή να υπάρχω περιορισμένος από τα πιο ευτυχισμένα όνειρα που έκανα όλη μου τη ζωή; Πώς θα μπορούσα να νικήσω αυτή την αναθεματισμένη αϋπνία;


*


Τα πάντα είναι αντιπαράθεση.
Τα πάντα είναι ένας ελαφρύς αναστεναγμός ή αγωνία
ή ψεύτικη δόξα.
Τα πάντα είναι βία.
Τα πάντα είναι λάθος ή λάθος,
μια μάχη ανάμεσα σ’ εκείνα τ’ αστέρια που έπαψαν να
λάμπουν.
Αυτό παθαίνω, κάπως έτσι φαίνομαι ανάμεσα στους
νικητές.
Είμαι αυτός που χάνει,
αυτός που όλη την ώρα πληγώνεται.
Απέχω έτη φωτός από τα πάντα
και, ταυτόχρονα, είμαι ένα κύτταρο επίγνωσης
που μάχεται ακατάπαυστα ενάντια στη φωτεινή ύλη.

*Από το βιβλίο “Απόμακρα σώματα”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2019. Μετάφραση: Ιφιγένεια Ντούμη.

Αθανασία Δρακοπούλου, Κρατώντας την ανάσα

Μία ξέφρενη νύχτα
Ποδοπάτα ανελέητα τα βήματα.
Συρόμενες αναμνήσεις, απλώνει η σιωπή.
Ή θάλασσα γύρω μας.
Το αίμα μέσα μας.
Χορεύουν ανεξέλεγκτα οι ερωταποκρίσεις.
Σκόρπιες ξερές ιστορίες, τούλια και απόνερα.
Το μυαλό μας απολαμβάνουν.
Τυλίγουν στιγμές αποκεφαλίζοντας τον χρόνο.
Σωπαίνεις. Δραπετεύω.
Αναπολείς. Επιστρέφω στο μέλλον.
Γδύνεις τη βαθειά πληγή.
Αγναντεύει η μνήμη απ’ το παγωμένο τζαμί .
Μην με αγγίζεις, οι νεκροί δεν γνωρίζουν το χάδι.
Οι λέξεις αιμορραγίες ακοής.
Αχνές φιγούρες τα πρόσωπα που ονειρεύτηκα… Το παντοτινό.
Νοσταλγία τραύματος, αφυπνίζει κύκλους θανάτου.
Ή προσευχή της ενοχής μας, χορεύει σαν τραγούδι ερωτικό.
Να κόψω τον ομφάλιο λώρο.
Να μην συναντηθούμε σε επερχόμενο παρελθόν.
Να αλωθεί η Αγάπη, πριν γίνει βίωμα και επιστρέφει
σε ανέραστα σκαλοπάτια.
Να! Το παραμύθι μας, σαν ψόφιο πατημένο σκυλί.
Χαλκομανία σε ασφάλτινους διαδρόμους.
Ουρλιάζει σαν άσμα ηρωικό σε φτηνή πίστα .
Εθνικής οδού μπουζουκομάγαζο.
Προς Θεού Όχι δάκρυα.
Έχω πάρει την λατρεία των θνητών από φόβο.
Κρατάω την ανάσα μου σε θάλαμο

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ανθολογία “Κυνικός Υπερρεαλισμός”, Έκδοση Ανέκδοτον, 2019 (σελίδα 63).