Νίκος Σφαμένος, Εκτόξευση μέσα στη νύχτα…

ε
κοίτα
τα άστρα χάνονται στο βαθυγάλαζο τοπίο
και συ περπατάς
οι στιγμές που περίμενες πως κάτι σπουδαίο θα συνέβαινε
ποτέ δεν ερχόταν
-κάτι έχεις μάθει-

ε
θα ‘ρθουν δυσκολότεροι καιροί
γι αυτό φύτεψε ένα κυκλάμινο
ενώ τα πλήθη ουρλιάζουν
οι συγγραφείς μας δεν
λένε τίποτα

ε
άδειασε το ποτήρι σου
χαμογέλα
πάρε ένα ουράνιο τόξο
ένα χάρτη μια σαΐτα
και
εκτοξεύσου

*Από τη συλλογή «Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως»
**Εμείς πήραμε το ποίημα και τη φωτογραφία από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2021/07/31/ektoxeysi-mesa-sti-nyxta/

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Άρνηση

Μόλις είχαμε συναντηθεί
όταν άρχιζε να βραδιάζει.
«Δεν μπορώ τώρα
να κάνουμε έρωτα»,
μου είπε,
«πρέπει να είμαι ξεκούραστος,
να έχω ύπνο κι ένα γερό πρόγευμα».
Έμενε σ’ άλλη πόλη
και την άλλη μέρα
θα έφευγε.
Το ραντεβού είχε γίνει
με δική μου πρωτοβουλία.
Δεν είχα χρόνο, ούτε κρεβάτι,
ούτε πρόγευμα,
κι επειδή ήταν τόσο λαχταριστός
στην πρώτη γωνία τον άφησα.

*Από τη συλλογή «Το γυμνό ζευγάρι και άλλα ποιήματα» (1990).
Το ποίημα δημοσιεύτηκε εδώ: https://authormanolis.wordpress.com/2021/07/30/αλεξάνδρα-μπακονίκα-άρνηση/ και εδώ: https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=11286.msg745833#msg745833

Μαρία Πανούτσου, Επιτέλους ο έρωτας

α

με ξύπνησε το φεγγάρι τραγουδώντας ένα σκοπό
και βρέθηκα στο σπίτι των γονιών μου
που το ποθούσα-μητέρα πατέρας- καβαλημένοι
και εγώ με την αναπνοή έξω απ το σώμα

ούτε ο ήλιος βγήκε την μέρα αυτή
γυμνή περπατούσα με πέλματα να πονούν
σε πισσαρισμένο δρόμο τέλος ξάπλωσα
και μια λαχτάρα με γραπώνει

β

Ο ήλιος καίει τις ρίζες
μακριά η ημερομηνία 401 π.χ
ο άνθρωπος γεννήθηκε με δυο πουλιά
ξερίζωσε το ένα
ελεύθερος αναζήτησε τα’ άλλα πουλιά
αυτά που πέταγαν αγαπούσε πιο πολύ
με χειρονομίες με πήρε ένα απ’ αυτά
και μ’ έβγαλε απ’ την λίμνη που κρυβόμουν

γ

ένα παιδί πάντα στο όνειρο μέχρι το χάραμα/
σε σκουπιδότοπο το βρήκα/ σε μάντρα/

μέσα μου ήξερα/
δικό μου γέννημα ήταν/

μια τσιμπιά στο μπράτσο/
μέλισσα με συναισθήματα και βλέμμα ανθρώπου
λιγδιάρικο μωρό φώναξα και ξαναφώναξα/ και γλίστρησα/
φύγε από πάνω μου/ δεν σε αναγνωρίζω

δ

Ναυάγιο το ταξίδι
Και το κραταιό φιλί ανύπαρκτο
Στεγνά τα χείλη και το κάθε τι
Σταφύλι και ρόγα κουκούτσι χυμός
Αναδύονται και ένα σώμα στο χώμα μπηγμένο
Αναφωνεί το υπέρτατο όχι
Νοσταλγία, νοσταλγία, νοσταλγία, φωνάζω
Τώρα η πόρτα ανοιχτή περάστε κόσμε

Γρηγόρης Σακαλής, Χαμένη ευκαιρία

στο Θοδωρή

Έπεσε σαν κεραυνός
η φυγή του φίλου μου
του Θοδωρή Μπασιάκου
έμεινα με το στόμα ανοιχτό
αρνιόμουν να το πιστέψω
δεν μπορεί, έλεγα
και είχε τόσα να δώσει ακόμα
μ΄αυτή τη δικιά του ποίηση
που είχε άρωμα
που είχε χρώμα
είχε αγάπη για τον άνθρωπο
και την ελευθερία
αφοσίωση στους κοινωνικούς αγώνες
α ρε Θοδωρή
κι ήθελα τόσο πολύ
να ΄ρθω να σε βρω
να τα πιούμε
στα ωραία στέκια που σύχναζες
να μου γνωρίσεις τους φίλους σου
μα δεν πρόλαβα
δεν πρόλαβα.

Στέλλα Δούμου, Ασκήσεις βυθού

Στη βαθιά νύχτα, εγώ με σκάφανδρο μου αρκεί
-οι μικρές ιστορίες αρχίζουν με μια ανάσα που κράτησε πολύ.
Επίδεσμοι από στάχτη στα ψαχνά του ουρανού σημαίνει πως με δυσκολία με πήραν απ’ τα χέρια του. Συνήθισα όμως να ζω με δέρμα και γλυκύξινο αίμα.
Στους άζωτους ανέμους εφευρίσκω
κραυγές μαργαριταριών -πολλοί τα περνούν για φυσαλίδες-κι έτσι ποτέ δε φράζουν με αλάτι οι αεραγωγοί μου.
Οι σφυγμοί στο σκοτάδι είναι ψάρια που πέφτουν στο τηγάνι είναι μαζορέτες που χορεύουν σε βάθρο από σπασμένα γυαλιά είναι κροτίδες σε μηνίγγια αστραπής.
Κυρίως είναι λάμψεις φάρων μέσα στην ομίχλη των φλεβών.
Στη βαθιά νύχτα, εγώ με σκάφανδρο.
Μου αρκεί.

*Από τη συλλογή “Χρονορυχείο”, εκδόσεις Θράκα, 2017.

Αλήτις Τσαλαχούρη, “Η Τιμωρία της Αστικής μας Απληστίας”:

Ξηλώνει καθρεφτάκια αυτοκινήτων-Μην εμποδίζουν τις σκιές του να βαδίσουν-Τα εκθέτει στο Μουσείο του-Με την ονομασία –”Η Τιμωρία της Αστικής μας Απληστίας” – Που στις προθήκες του και κάμποσα σκουπίδια-Απ’ τα κιλά που ξεφορτώνουμε ως σπίτια-Από κλειδιά μέχρι μαντίλια-Τα πρώτα τα χρησιμοποιεί ν’ ανοίξει η Ουτοπία-Τα δεύτερα-Να δημιουργεί πουλιά σαν μάγος σε μαγεία-Επισκεφθείτε το άμα δεν είστε Κύριος και Κυρία-Με μόνο μέλημα την τήρηση της σπιτικής σας ησυχίας-Ξηλώνει καθρεφτάκια αυτοκινήτων-Μην εμποδίζουν τις σκιές του να βαδίσουν-Τα εκθέτει στο Μουσείο του-Με την ονομασία-”Η Τιμωρία της Αστικής μας Απληστίας”

*Από το βιβλίο “Κάθαρμα”, εκδόσεις Οδός Πανός, 2020.

Δήμητρα Κουβάτα, Δύο ποιήματα

Valentine Hugo, Paw (Paw), 1937.

Comme il faut

Τη μασχάλη σου
δεν θα τη πω στιλπνή,
σαν την ανάστροφη πλευρά ενός κοχυλιού.
Αυτά είναι για τους πουριτανούς.

Θα την πω βαθιά,
σαν μια φρατζόλα ζεστό ψωμί
που παραμάσχαλα την πηγαίνω στη μάνα μου
και καθ’ οδόν την έχω σκάψει με τα χέρια μου
καταβροχθίζοντας όλη την ψίχα.

*

Αλυσόδεση

Τώρα που γκρεμίστηκες,

μακριά από τη σκιά
μακριά από τον έρωτα
σε γδέρνω και σε ποδοπατώ.

Εκεί,
κάτω απ’ το δέντρο
όπου με ήθελες
δεμένο σκυλί

έγινα ζώο άγριο και παμφάγο.

*Από τη συλλογή «Σκυλί δεμένο», Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2017.

Larry Eigner, Τρία ποιήματα

Το ρολόι

ξεσπά
την παλιά
ζωή των στιγμών

με βροχής
βιαστικές
Καμπάνες

*

Ξανά αυγή

ο ουρανός έριξε
την αόρατη λευκάδα του

την είδαμε απλώθηκε
στο πουθενά

κενά τα γαλανά

αστέρια

το καλοκαίρι μας
στο χώμα
όπως χθες βράδυ άλλος ένας
χρόνος

σε θραύσματα

*

Μια δεκάρα

στο δρόμο

λες και
όλη ετούτη η βροχή
πήγε χαμένη

ξανά ο ουρανός είναι
ασυννέφιαστος διευρύνεται
πέρα από τον ορίζοντα μια λακκούβα

την αποφεύγει ένα αυτοκίνητο

*Από το βιβλίο “Λάρυ Άιγκνερ, Σαράντα Δύο Ποιήματα”, εκδόσεις Bibliotheque, Απρίλιος 2019. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Πόπη Αρωνιάδα, Χάικου

Μυρωδιά σκουριάς
εγκλωβισμός με πόνο,
πήζει το σάλιο.

Πέφτει σιωπή
κι οι φόβοι κουρνιάζουν
μέσα στο στήθος

Τα ναυάγια
των μακρινών ταξιδιών
κραυγάζουν σκληρά

Όλα τα είδη
ζωής έχουν ποίηση
δίχως πρόσκομμα

Σαλεύει ο νους
και γεννά φαινόμενα
μέσα στο χάος

Απαλή νάρκη
ένας κούφιος κορεσμός
της φαντασίας

Βαθύς και βουβός
λυγμός από την ψυχή,
εκκωφαντικός

Αδιέξοδο,
χίλιοι λαβύρινθοι
ίδιο σημείο

*Από τη συλλογή «Στεναγμοί Ανατολής», εκδ. Ποιήματα των Φίλων, 2014.

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα για την Κύπρο

Οι βάρβαροι έφθασαν στις δεκαπέντε Ιουλίου

Οι εθνάρχες, οι στρατηγοί (που πάνω σε αίματα, 

σε πτώματα, σε κόκκαλα τον θρόνο τους έστησαν),

o επί Τετάρτης Αυγούστου λογοκριτής,  εντολοδόχος της Ελισάβετ βραβευμένος ποιητής

την Κύπριδα παρέδωσαν

στα μανιασμένα αγάμητα,

στα στίφη τα οπλισμένα,

τους μελεόφρονας λαούς κατατρύχοντας!

Και η Ραστώνη στον Εκνεφία το βλέμμα της

στυλώνοντας, εκραύγασε:

«Αφρόδιτα! Αίσθηση ελευθέρα! Ουδέποτε! τους αναίσθητους

που σφάζονται για να αισθανθούν, θα συγχωρήσεις».

1-2016

*

Ανεξίτηλο

Όταν η Κερύνεια καταματωμένη,

την Αθήνα εκλιπαρούσε,

η Αθήνα με δάφνινα στεφάνια υποδεχόταν

τους εντολοδότες των τυράννων της προδοσίας,

και τους προσαγόρευε Μακάριους  Πατέρες της Δημοκρατίας.

Πέρασαν χρόνια, δίχως να γονατίζει με λυγμούς

η Αθήνα που την Κερύνεια κατέσφαξε!

                                                                         22-4-2017

καί τό μάλλον αιρείσθαι τεθνάναι καλώς ή αισχρώς σωθήναι 

                                                                            Αριστοτέλης