Όπως ήταν νέα κι άμαθη
στις υποχρεώσεις του γάμου
τα βράδια αρνιόταν
να κοιμηθεί∙
προτιμούσε ν’ αφήνει τον
ξένο
στο πλάι της βυθισμένο
στην απιθανότητα της ξυπνητής επιθυμίας
κι άλλο δεν της έμενε παρά να
νανουρίζει τoν Έντουαρντ Φέρφαξ ή τον Φιτζγουίλιαμ
ανάμεσα στα σκέλια της
να περνά ένα δηλητηριασμένο
χτένι στα μαλλιά της
να ροδίζει τα μάγουλα
με τη χαυνότητα του ρομάντζου
και ν’ αφήνει επιτέλους
τα βλέφαρά της να σκεπάζουν το όνειρο
σαν αθόρυβο χιονάκι
στον κάμπο με τα τριφύλλια
/εκεί που κρύβεται τάχα η ακρογιαλιά
με το ψιλό βότσαλο
πάνω του τρέχουν νεράιδες
και δεν ξεφεύγουν από τον έρωτα
του γενναίου θνητού∙
Με βεβαιότητα
θα ξυπνούσε από τον πόνο
/η τραχύτητα της αποστροφής∙
χολιασμένος
ο ξένος
θα ζητούσε τούρκικο καφέ
κατά βάθος ελπίζοντας
πως τουλάχιστον
σήμερα
θα έπιανε παιδί
Category Archives: Uncategorized
Παναγιώτης Δημητριάδης, αυτo-θυσία
μία λέξη κρίνει
τον παράδεισο κι όμως
δεν ρώτησες ποτέ
τη γνώμη του νεκρού
‘έκλαιγε μωρό
άρα δεν ήταν δέντρο
τα φίδια σέρνονται
αυτός θυμάμαι μπουσουλούσε
ύστερα ορκίζομαι σηκώθηκε στα δύο
άρχισε να μιλά τη γλώσσα αυτή των αριθμών’
‘μα, τον άκουσαν να ουρλιάζει στο κενό
το αίμα που έσταζε μοιάζει με αυτό του χοίρου
είστε βέβαιος πως δεν άλλαξε μορφή
η επιστήμη κάνει θαύματα ίσως
με μια εγχείριση καρδιάς
να απέκτησε σχήμα λογικής’
ήταν φιλόσοφος υπέρμαχος του λόγου
ρομαντικός ερωτευμένος ποιητής
διαβάτης ανθρωπόμορφος
θηρίο χαμογελαστό
λυσσασμένο
κτήνος
‘λυπάμαι
εδώ κηδεύονται μόνο άνθρωποι’
*Από τη συλλογή “Ο φόνος του λευκού”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.
Χρίστος Κασσιανής, Εκκένωση
Δεν είχανε αναστολές ούτε ανάπαυλα στο καλοκαίρι
Μεταξύ εξολοθρευτών απανωτές διαταγές
Εκκένωσης
Στις Προσταγές δεν βρέθηκαν ένοχοι
μόνο καπνοί στο βάθος, στρόβιλοι αναμμένοι,
μόνο εντολές ρητές
στη σταθερά ασυρμάτων υψηλής τεχνολογίας
στη σταθερή τροχιά του ξεριζώματος
με τις θαλάσσιες σχεδίες
στην ψάθα της προχειρότητας
Σπαράζανε τα σύννεφα μακριά μες στη λευκή τους πλάνη
μόνο γεννήτριες βροχής και μηχανές ανέμου
σημάδια μιας κατάβασης σε χρυσαφένιους παραδείσους
που σ’ απαλλάσσουν οριστικά απ’τους οικείους φόβους
μ’απόκοσμη ταχύτητα βαρυτικής δίνης
Αγνοούνται ως τώρα χωρίς μέλλον
τα εκτός θέματα
χωρίς ρίζες πια
πλάσματα ξεπερασμένα
Απ’ το βυθό της Εκκένωσης
αναδύονται τα εκτοπλάσματα αδηφάγων ολοκληρωμάτων
θριαμβικών ιαχών
ευγενών και υπηκόοων του νέου κόσμου
της εξελιγμένης νοημοσύνης
θεραπευμένης λογικής σφριγηλών σωμάτων
Σε μια Εκκένωση του συντριμμένου κόσμου
και των λυγμών του
σ’αυτό το οραματικό θαύμα
οι εκκενωμένοι κόσμοι δεν χωρούν
η Εκκένωση προσφέρει λύση τελική
ενώ, σε μια πλατφόρμα υψηλής νοημοσύνης
συγκεντρώνεται η αγνοούμενη ζωή
Το σηκωμένο δάχτυλο πιέζει Διαγραφή
στον παραπαίοντα κόσμο
10/11 Αυγούστου 2021
Αντώνης Βάθης, Από τις “45 Ιστορίες απ΄την άκρη του μυαλού μου”
2
Μέρα Απορίας
Ήταν εκτός του μυαλού του Πλάτωνα, μια μέρα που χάζευε, αυτός λοξοδρόμησε, τον άφησε χωρίς μια μνα στην τσέπη, λύσσαξε ο καθίκης και έσπασε 600 πλάκες του Δημόκριτου σε μια μέρα. Έκανε και γυμναστήριο εκείνας τας εποχάς, πάει και συμπόσιο, πίνει οκάδες τον κράσο και βουτά μια μιγάδα από τα μαλλιά όξω, όλα στα λευκά απόψε. Έτσι η νύχτα τον βρήκε Πνύκα-Φιλοπάππου να τραγουδά για τα μάτια τα μελιά, που ταν σαν πουτάνα, ξάβεργας παγίδα, να του πάρουν τα πλατωνικά μυαλά, ωχ αμάν, νύχτα ήταν, νύχτα έμεινε, κανείς δεν το ’μαθε.
3
Ο λαχταρώσσας
Όλα ήταν σαν ρόδα απλωμένα σε κορμί μικρής νύμφης. Ήταν έτοιμος να τα μαζέψει στόμα με στόμα, σάρκα με σάρκα, πετσί με πετσί, αλλά η ζωή τον τράβαγε σε μακρινά καθήκοντα βρωμολεγεωνάριας ζωής. Ξανά άθλια συσσίτια, ξανά μπουρδέλα στη Συρία με ιέρειες, όλο ανάγκες, ανάγκες, ανάγκες, μπούχτισε, μοτέλ-καπηλειό και να σφάζει επαναστάτες χριστούς, παναγίες, μωρά του Ηρώδη, παρθένες σε βουνά που προσπαθούσαν να του σπάσουν το κρανίο με ξόρκια του μυαλού, ήρεμα λιποτάχτησε, καταδικάστηκε σε θάνατο, περίμενε την ώρα, αλλά γνώρισε μια Κλεοπάτρα, του ’δωσε χάρη. Πήρε άδεια να πουλά προϊόντα κροκοδείλου. Τσάντες, δάκρυα, πανωφόρια, πορτοφόλια, κάποτε θα γυρίσει στη σάρκα από τη σάρκα του, να τελειώσει ό,τι άρχησε, να ενωθούν φλέβα με φλέβα, αναπνοή με αναπνοή, σάλιο με σάλιο.
4
Γαλάζιο Φιλί
Νύχτες ο Κερμπ έξυνε ένα παλιό κασόνι που βρώμαγε σαν να ’χαν ξεράσει χίλιες φάλαινες μαζό ό,τι φάγαν σ’ ένα μήνα. Ο ίδιος άντεχε κάθε είδους βρώμα και γι’ αυτό χρόνια δούλευε στον υπόνομο της Νέας Υόρκης ως κυνηγός αλιγατόρων. Η φήμη του ήταν μεγάλη και πάντα τον καλούσαν πρώτο από όλη την πόλη.
Η κασέλα ήταν από ένα περίεργο ξύλο νοτισμένο από τις θάλασσες που ταξίδεψε, το φυσικό του χρώμα χαμένο κάτω από στρείδια, μύδια και περιττώματα αχινών. Το χρώμα, ένα περίεργο γαλάζιο που έμοιαζε με αιγυπτιακό, αλλα και δεν ήταν. Πήρε δυο τηλέφωνα εδώ, δυο εκεί, ένα παραπέρα, τι διάολο, γαλάζιο βαμμένο είναι το κασόνι. Βάζει σ’ ένα περιοδικό για αντίκες μια αγγελία ζητώντας πληροφορίες και γνώση, τίποτα. Δέκα χρόνια μετά, νύχτα, του χτυπά την πόρτα ένας ολλανδός και του λέει «έχεις το Γαλάζιο Φιλί, την κασέλα που έβαλε το πρώτο βιολί την πρώτη νύχτα ο Στραντιβάριους, γι’ αυτό βρωμάει θάλασσα, ήταν από τα πάνω ξύλα που αγόρασε ο Στράντι για τα βιολιά, αλλά τα πάνω ήταν σάπια, πιο σάπια από τα νερά στο λιμάνι της Βαλτιμόρης, οπότε έφτιαξε ένα γαλάζιο με πολύ στάχτη μέσα και αντισηψιά και το ανακάτεψε με πολύ οινόπνευμα και φορμόλη έτσι βγήκε αυτό το χρώμα, το Γαλάζιο Φιλί».
*“45 Ιστορίες απ΄την άκρη του μυαλού μου”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2019.
Μαρία Θεοφιλάκου, Δύο ποιήματα
ΒΙΚΤΩΡΙΑ
Δεν έχει τέλμα να βουτήξω το ψωμί μου
Ούτε και τέρμα ν’ αποθέσω τα μπαγκάζια μου
Όλο τ’ αδράζω από τη σκόνη κι αυτά κυλάνε
Μέρα τη μέρα σε σταθμούς που όλο τρέχουν
μοιάζω να είμαι εγώ σταματημένη,
ονειροπόλα καρτερώντας μια αποβάθρα
Κι εσύ αν είσαι φίλος
κάνε τα μάτια σου πως καθαρίζεις
Όποιος κι αν φεύγει από τους δυο,
αν φεύγει,
είμαστε μόνοι
ΠΑΡΑΚΜΗ [Ή Η ΕΥΛΟΓΗ ΑΠΟΡΙΑ]
Ξάφνου ο χρόνος σώθηκε,
αφήνοντάς μας όλους σαστισμένους
Εν όψει και της σύγκρισής μας μ’ άλλους,
έμελλε καθώς φαίνεται σε εμάς
άδικα το κακό να πέσει
Τώρα τι να λογίζουν τα κιτάπια μας;
Και στα παιδιά πώς να εξηγηθούμε,
γι’ αυτό το εκνευριστικό τικ-τακ
που τίποτα δε μένει να μετράει;
.
*Από τη συλλογή “Αν[ών]υμα”, εκδόσεις Δωδώνη, 2010.
Έφη Καλογεροπούλου, Σφάλμα τυχαίας διαδρομής
Είμαστε η χαμένη δυνατότητα
οι λέξεις που δε γίναμε
τα παιδιά που πέφτουν απ’ τα όνειρά μας
ξημερώματα
οι δρόμοι τα αδιέξοδα και οι ατέλειωτες
χειρονομίες τους
οι άδειες θέσεις δίπλα στου τρένου
το παράθυρο
Είμαστε το λίγο
του χρόνου το ελάχιστο
Το ολομόναχο του κόσμου
είμαστε
η σκόνη του σκοτωμένου χρόνου
ERROR OF ACCIDENTAL ROUTE
We are the lost possibility
the words we never were
the children falling from our dreams
at dawn
roads blind alleys and their endless
gestures
the vacant seats next to the train’s
window
We are the least
the minimum of time
The world’s aloneness
we are
the dust of slain time
*Από τη συλλογή “Χάρτης ναυαγίων / Chart of Shipwrecks”, Εκδόσεις Μετρονόμος, 2017. Αγγλική μετάφραση: Γιάννης Γκούμας.
Swamped, a novel by Manolis Aligizakis

“What do you think of that, sweet Rebecca?” he asked and couldn’t help adding, “Come give me something, now that I want it.” He leaned closer to her, gazing deep in her eyes.
Rebecca smiled back. “I’ll give you something you won’t forget … but not here,” she laughed, her promiscuous lips playing with his eyes, her easy laughter exciting him. Reaching under the table he placed a hand between her legs and squeezed before saying, “I could do the same to you right now, my love.”
Rebecca trembled slightly as she reverted to business for a moment. “I’ll start the registration process tomorrow and think of a couple more names for you too. When I have an approval on the name, we’ll do the rest of the papers.”
They had almost finished their meals by now, and the wine was almost done as well. Rebecca was ready for other…
View original post 406 more words
Ανδρέας Καρακόκκινος, Μέρες Αυγούστου
I
Σμίξαμε το μεσονύχτι
κάτω απ’ το φέγγος των Πλειάδων
στην άπλα τ’ ουρανού
ανταλλάξαμε φιλιά κι αστέρια
κι ο Αύγουστος μας χαμογέλασε
πίσω απ τα φεγγάρια του
δέσαμε κόμπο στα μαλλιά
τους όρκους της Αφροδίτης
και με το σπαθί του Ωρίωνα
χαράξαμε ένα δικό μας θόλο
του έρωτα το φτερωτό άλογο
να μας χαμογελά τις νύχτες.
II
Το θαμπό πρωινό
του Αυγούστου
αγκαλιάζει νωχελικά
κάτω από ένα σεντόνι σύννεφο
την αγουροξυπνημένη
μοναξιά.
Σε χάρτινα καραβάκια
πολύχρωμες σκέψεις
αφήνονται σε ακύμαντη
θάλασσα.
Αράζουν στα πόδια
της θεάς του έρωτα
και χαράσσουν
στο μαξιλάρι της προσμονής
το φιλί.
III
Κόψανε στη μέση
τον Αύγουστο
κι ο έρωτας κύλισε
καυτή κόκκινη άσφαλτος
σε χαραγμένους δρόμους.
Μισός ν’ ανθοβολεί
από το γέλιο σου
κι ο άλλος να φουντώνει
μες στη φωτιά
από το άγγιγμα σου.
IV
Οι μέρες
κυλάνε γεμάτες
ζεστό Αύγουστο
και θαλασσινό μελτέμι.
Οι στιγμές
σβήνουν ξαναναμμένα
κύματα έρωτα
σε άμμο υγρή και λείες πέτρες.
Η πρωινή αύρα
πάθος αδρόσιστο
φουντώνει Όστρια
σε ερωτευμένες αγκαλιές
Κι οι νύχτες μας μετέωρες
αναζητούν αστερισμό λιμάνι.
*Από τη συλλογή “Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό”, Εκδόσεις Ένεκεν, 2017.
2 ποιήματα | Χρήστος Γραβάνης

Κι εγώ δεν θέλω το αύριο
ας μην έρθει ποτέ το αύριο
πάντα στο αύριο θα ήμαστε
Διαφορετικοί.
Και πάντα διαφορετικά
Θα γνωριζόμαστε,
Θα ερωτευόμαστε
ο καθένας για τον εαυτό του
κάνουμε έρωτα,
Και παύουμε να είμαστε.
Αυτό που όμως
πραγματικά θα είμαστε
θα είναι κάτι καινούριο
Κάτι που θα το ανακαλύψουμε
Μαζί.
***
Η φύση είναι απάντηση στο ψέμα,
όχι η αλήθεια,
ό,τι καταστρέφει η φύση
και δεν ξανά γεννιέται
είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Γι’ αυτό και μόνο,
αν συναντήσεις κάτι
από όλο αυτό που ζήσαμε κάποτε
να είσαι σίγουρη,
Ότι υπήρξαμε πραγματικά.
[από την ποιητική συλλογή Παρίσαινα, εκδ. Θράκα, Λάρισα 2021]
Διώνη Δημητριάδου, ελάχιστο ποιητικό
σμιλεύοντας τις λέξεις φτιάχνεις γλυπτά ποιήματα
να αστράφτουν στις προθήκες μουσείων ασωμάτων
αν τις αφήσεις όμως ακατέργαστες αυτόνομα να ξεπηδούν
γεννάς κραυγές που αρέσκονται να περπατούν
σε γήινες ανθρώπων όψεις
μα όλο αυτό θα πούνε κάποιοι
μοιάζει απλό και τότε ποίηση δεν είναι
μάλλον ξεχνούν πως η γραφή
με χρώμα και αποχρώσεις και θαυμαστά σκαλίσματα
συχνά παινεύτηκε με ανούσια λόγια και μεγάλα
ενώ η ωχρή στο βλέμμα η στεγνή και κάποτε σκληρή
για την αλήθεια της πολύ πάρα πολύ αγαπήθηκε
*Από τη συλλογή “Ο Ευτυχισμένος Σίσυφος”, Εκδόσεις ΑΩ.







