Βίκυ Λιούκα, Περιοχή: άκυρη

Οι λούφες σφουγγίζουν τα σάλια που τρέχουν στα γόνατα των πιστών (θα τους έλεγες αδαείς, απροσάρμοστους, ζούνε στην εποχή του ταύρου τότε που οι μάγοι έγδερναν τις συνειδήσεις και άφηναν τα τομάρια να στεγνώσουν πάνω σε πασσάλους από γλάσο ζυμωμένο με φόβο, μαεστρία και ψεύτικη προβολή)

Ό(ρ)αση τα δυο επίκτητα συνεχόμενα βέλη βουτηγμένα στο αίμα αλυσίδων περασμένων στους αστραγάλους της συρρικνωμένης πόλης

Ψάχνουμε ψίχουλα πάνω στα τετράδια των εξομολογήσεών μας

Πίσω από τον πάγκο στέκουν ασάλευτα δυο μάτια προϊστορικά έτοιμα να αρπάξουν τη στιγμή που η γη σείεται στο πέρασμα του βασιλιά θανάτου

Η απρόσμενη καταιγίδα βούλιαξε το δικαίωμα του φρύνου στο άλγος των πελμάτων του

Ήρθαμε ως επισκέπτες: θα φύγουμε ως αρρωστημένη ύλη, εφάμιλλη των αγώνων προσδοκίας (αδιαμαρτύρητα: όπως ζήσαμε)

Ήρθαμε ως χειραγωγοί του ψύχους, ως οικοδεσπότες της πανωλεθρίας και του μίσους

Φύλαξε μια ιστορία για το τέλος για να σωθείς από το πλήγμα της έννομης ζωής

Ήρθαμε ως κόκκινες τραμπάλες

Ζυγίζουμε τις ορέξεις, τις προθέσεις και τα θύματα των επιλογών μας

Οι αλεπούδες βάφτηκαν πορτοκαλί ως ένδειξη θαυμασμού στη δύση του ήλιου / Οι αλεπούδες γνωρίζουν τη σημασία της ζωής: φορώντας τα μαύρα γάντια τους διστακτικές και υπέροχες γλείφουν την αστραπή του χρόνου

Οι τεχνίτες της συμπόνοιας σημάδεψαν τη γη με πέτρες και αίμα

Αφύλαχτα τα σύνορα και οι παραμεθόριοι της ανυπότακτης μοίρας

Ασήμαντη η ελαφρότητα της ματωμένης ρίζας

Κινητική έξαρση σε μηδενική έκδοση

Λοξά ψηφία, ανισόπεδα γράμματα

Συστολή, διαστολή, έξοδος

Η εξουσία σαπίζει την ψυχή μας (όπως η τερηδόνα το εσωτερικό των δοντιών μας)

Τρίφτηκαν τα μάτια μας στο παρκέ της γνώσης

Το κοσμικό φως ξόδεψε την ενέργειά του στο δώμα της ατομικότητας

Περιοχή: άκυρη

Όπλα μας η τρέλα, η ελευθερία, η ποίηση

Δυνάμωσε τον (σ)τοίχο / στρίψε (στην) ευθεία

Φυλακίσαμε τη φωτιά σε γυάλινο μπουκάλι

Ο μουγγός επικοινωνεί δουλεύοντας τα μάτια (ο κωφός τα χείλη, ο τυφλός τα χέρια)

Αμείλικτοι οι δεσμοί αίματος οδηγούν το θύμα στην αυτοχειρία

Το τρυπημένο (καινούριο) σου σώμα στάζει άπειρο και ήλιο

Με συρμάτινα νύχια σκάβουμε τους ωκεανούς των μαξιλαριών

Η άγνοια ελλοχεύει στον πυρήνα της γης

Πωλείται υποκρισία σε σακουλάκια δυστοπίας

Πολιτισμικό χάος vs δυστοπική πραγματικότητα

Στέκουμε σιωπηλοί απέναντι στο τείχος της ερμαφρόδιτης φιλοσοφίας του «όλου», με απάθεια αλωνίζουμε στον τρόμο μην έχοντας ιδέα για την περιφορά του σαρκίου μας στο ανένταχτο «είναι» του απολωλού ακροβάτη με το τεράστιο στόμα και την αγκάθινη γροθιά, ας όψεται η ανάγκη

Ζ. Δ. Αϊναλής, από τη “Η μονωδία της έρημος”

Ηθελα να ’μαι υπόδειγμα πατρός αλλά δεν μπόρεσα
ν’ αρθώ, καρδιά μου, ως το ύψος σου. Μέσα
στα δύο ετούτα χρόνια πόσες φορές να διέψευσα
τον εαυτό μου, με βία τσακίζοντας τις μεγάλες
του μυαλού μου αρτηρίες, καθεμιά από τούτες
τις εφτακόσιες τριάντα μέρες, μετρημένες ως τη
μία ώρα ώρα, πόσες αθετημένες υποσχέσεις στον
εαυτό μου, άγγελέ μου. Πόσο με άλλαξες βαθιά,
χαρά μου, ως τον πυρήνα του εγώ μου κι εγώ τι
σου ’χω πράγματι προσφέρει; Τι απ’ όσα είχα
για σένα στο μυαλό μου έχω κάνει πράξη; Πόσα
τραύματα που ποτέ δεν θα μάθω άθελά μου έχω
στη βρεφική ψυχούλα σου σταλάξει; Και πώς να
εξιλεωθώ; Πώς να με συγχωρέσεις; Όλες οι
αποφάσεις μου λάθος και τα όνειρά μου σακάτικα.
Ανοίγω στα χέρια μου την καρδιά μου και ψάχνω
το σκουλήκι που ψευτίζει τα μέσα μου. Άχρηστα
λόγια να τα πετάξεις στον τάφο μου.

*“Η μονωδία της έρημος”, Εκδόσεις “Κέδρος”, 2019.

Βασίλης Βασιλειάδης, Non provincial poetry

André Masson (1896-1987): There Is No Finished World (1942)

Περιμένω
να έρθουν οι καιροί
πού θά δω στους δρόμους
νέους
χορευτές επαναστάτες,
από Hip-Hoppers
νά γίνονται Krumpers
νά χορεύουν ρυθμούς τής αφρικανικής Διασποράς,
σάν τούς
Caesars”Tight Eyez”Willis
καί Jo’Artis”Big Mijo”Ratti
oταν άρχισαν τούς χορούς
με κινήσεις
ελεύθερες
στο νότιο Λος Άντζελες στο 2000,
νά διηγούνται τήν ιστορία τους,
ενάντια στη βία τη συστημική,
ενάντια στις σκοτεινές εξουσίες τών εκκλησιαστικών μηχανισμών,
ενάντια στη βαναυσότητα την αστυνομική,
ενάντια στη δολοφονική βία
τής ανεργίας, τού αναλφαβητισμού, τής πείνας,
εκφράζοντας τά συναισθήματά τους τά ακατέργαστα,
με τρόπο
χορευτικό,
ακραία δυναμικό
εκφραστικό,
αλλά όχι βίαιο,
χορευτές αντιστασιακοί
ενάντια στις πραγματικότητες πού κάθε φορά μας πλασάρουν γιά αλήθειες μας,
με κινήσεις αποφασιστικές
Chest pop
μία κίνηση τού στήθους προς τα πάνω
όμοια με αυτή της βαθειας εισπνοής,
Stomp
τα πόδια οδηγούνται ρυθμικά κάτω στο έδαφος και σηκώνονται από αυτό
με τρόπο πού δείχνει πώς ο χορευτής παίρνει δύναμη από τόν δρόμο,
Jap τα χέρια με κίνηση στακατη και σε διάταση φεύγουν από τό στήθος προς τά έξω και επανέρχονται ταχύτατα πάλι πίσω στο στήθος,
Αrm swing κινούνται τά χέρια με κινήσεις σαρωτικές σαν νά σκουπίζουν,
νά δω στους δρόμους,
τούς Hip-Hop Clowns τού Thomas”Tommy the Clown” Johnson,
πού ξεκίνησαν από τό Compton τής Καλιφόρνια,
νά γίνονται
χορευτές αγωνιστές
να υψώνονται με απόφαση ριζοσπαστική
ψηλά,
ψηλότερα από όλα τά σύμβολα
δύναμης καί εξουσίας,
η αποφασιστικότητα τους να αγγίζει τό ανέφικτο,
περιμένω
νά έρθουν οι καιροί
πού θά γεμίσουν οι δρόμοι όλης τής γης με ανθρώπους πού ονειρεύονται,
οραματίζονται
και οι νέοι
με όποιο τρόπο οι ίδιοι επιλέξουν
να αποφασίσουν να σηκωθούν τόσο ψηλά
ώστε να αγγίξουν το ανέφικτο.

Rumi & Malloy: δύο επιμνημόσυνα ποιήματα–προσευχές

Επιλογή-μετάφραση-επίμετρο: Νικολέττα Σίμωνος

Jalal-ud-Din Balkhi-Rumi (1) , Όταν πεθάνω

Όταν πεθάνω
όταν μέσα στο φέρετρο
εξέλθω
ποτέ να σκεφτείς δεν πρέπει
πως φεύγω απ’ τον κόσμο

μην κλάψεις
μη θρηνήσεις μήτε
να λυπηθείς
μες στο τέρας δεν πέφτω
της αβύσσου

όταν το λείψανό μου δεις
να μεταφέρουν
μην κλάψεις για το φευγιό μου
δε φεύγω
στην αγάπη φτάνω την αιώνια 

όταν στον τάφο
με αφήσεις
μην πεις αντίο
θυμήσου πως ο τάφος δεν είναι
παρά μια κουρτίνα
που πίσω κρύβει τον παράδεισο

θα με δεις μονάχα
στον τάφο να κατεβαίνω
τώρα κοίτα με ν’ ανασταίνομαι
πώς μπορεί να υπάρχει τέλος όταν ο ήλιος δύει και
το φεγγάρι χάνεται από τον ουρανό;

μοιάζει με το τέλος
με ηλιοβασίλεμα μοιάζει
μα στην πραγματικότητα είν’ η αυγή
όταν ο τάφος μέσα του σε κλείσει
τότε είναι που ελευθερώνεται η ψυχή

έχεις δει ποτέ
σπόρο στη γη να πέφτει
και μια νέα να μη φυτρώνει ζωή;
γιατί να αμφιβάλλεις ότι φυτρώνει
κι ο σπόρος που λέγεται άνθρωπος;

έχεις δει ποτέ
κουβά να κατεβαίνει στο πηγάδι
και ν’ ανεβαίνει άδειος;
γιατί θρηνείς για μια ψυχή
όταν αυτή να γυρίσει πίσω μπορεί
όπως απ’ το πηγάδι ο Ιωσήφ;

όταν για τελευταία φορά
τα χείλη σου σφαλίσεις
τα λόγια σου και η ψυχή
θε ν’ ανήκουν στον κόσμο εκείνο
όπου χρόνος και χώρος δεν υπάρχει.

Γκαζάλ Νο. 911

*Μετάφραση από τα περσικά: Nader Khalili (1992)
**Μετάφραση από τα αγγλικά: Νικολέττα Σίμωνος

Merrit Malloy (1950, Πενσυλβάνια, ΗΠΑ – ), Επιτάφιος

Σαν πεθάνω, δώσε ό,τι θα ’χει μείνει από μένα
στα παιδιά και στους γέρους που καρτερούν τον θάνατο.
Κι αν αισθανθείς την ανάγκη να κλάψεις,
κλάψε για τον αδελφό εκείνο που πορεύεται στο πλάι σου.
Κι όταν θα με χρειάζεσαι, να παίρνεις κάποιον αγκαλιά
και να του προσφέρεις ό,τι σε μένα να προσφέρεις θα ’θελες.

Θέλω να σου αφήσω κάτι,
κάτι καλύτερο από λόγια και ήχους.
Να μ’ αναζητάς στους ανθρώπους που γνώριζα ή αγαπούσα,
κι αν δε μπορείς να μ’ αποχωριστείς,
τουλάχιστον άσε με να ζω μέσα στο βλέμμα σου και όχι στο μυαλό.

Θα μ’ αγαπήσεις καλύτερα αν αφήνεις τα χέρια ν’ αγγίζουν χέρια,
αν αφήνεις λεύτερα τα παιδιά που ’χουν ανάγκη τη λευτεριά τους.
Δεν πεθαίνει η αγάπη, μόνο οι άνθρωποι.
Αφού, λοιπόν, το μόνο που θα ’χει μείνει από μένα είναι η αγάπη,
μη με κρατήσεις: δώσε με.

*Από τη συλλογή My Song for Him Who Never Sang to Me (1975).

Επίμετρο:
Οι πρόσφατες εκδόσεις των μεταρρυθμιστικών εβραϊκών προσευχητάριων στις ΗΠΑ περιλαμβάνουν, για πρώτη φορά, ποιητικά κείμενα ως προαιρετική –θρηνητική– προσευχή πριν ή μετά την παραδοσιακή λειτουργία του Kaddish. (2) Το ποίημα «Επιτάφιος» περιλαμβάνεται στις νέες αυτές εκδόσεις, ενώ έγινε σύντομα δημοφιλές μέσω μιας ανάρτησης στο Facebook. Αξιοσημείωτο είναι δέ το γεγονός ότι η ποιήτρια που το συνέγραψε δεν είναι εβραία στο δόγμα αλλά χριστιανή.
Ο «Επιτάφιος» της αμερικανίδας ποιήτριας Merrit Malloy, στη δημοσίευση αυτή, συνοδεύεται από το ποίημα του πέρση σουφιστή Τζαλαλαντίν Ρουμί, «Όταν πεθάνω». Η επιλογή των εν λόγω ποιημάτων δεν έγινε τυχαία – αυτός ο συνδυασμός των τριών θρησκευμάτων (ιουδαϊσμού, χριστιανισμού και ισλαμισμού). Με αυτόν τον τρόπο, καταδεικνύεται η οικουμενικότητα του θανάτου και του θρήνου που τον ακολουθεί, αλλά και το πανανθρώπινο μεγαλείο της αγάπης. Για τον θάνατο, δεν υπάρχει παρά μονάχα ο άνθρωπος μέσα στην απόλυτη γύμνια του. Το ίδιο και για τον Θεό – όπως κι αν ο άνθρωπος τον ονομάσει. Αυτό που συνδέει τα ποιήματα μεταξύ τους είναι η αλήθεια (η αλήθεια της εσώτερης πραγματικότητας), για τούτο και ξεπερνούν τα στενά όρια, τους ορισμούς, τους καθορισμούς και τις οριοθετήσεις που επιβάλλει ο φθαρτός κόσμος μας.
Και, πράγματι, δεν υπάρχει καλύτερος εκφραστής της αλήθειας από την ίδια την ποίηση. Μας το αποδεικνύουν, άλλωστε, δύο ποιήματα που όχι μόνο έχουν γραφτεί από ποιητές διαφορετικών θρησκειών και εποχών, αλλά περιλαμβάνονται και στα προσευχητάρια άλλων πίστεων και δογμάτων – εξάλλου, αυτό το τελευταίο είναι που κέντρισε πρωτίστως το ενδιαφέρον μας.

  1. Γεννήθηκε το 1207 στο Μπαλκχ (του σημερινού Αφγανιστάν) και απεβίωσε το 1273 στο Ικόνιον (της σημερινής Τουρκίας).
  2. Καντίς: επιμνημόσυνη προσευχή της ιουδαϊκής θρησκείας.

Αθηνά Αραπάκη, Δύο ποιήματα

Ημέρες Εγκλεισμού
Ημέρα 4η

Θα ξαναβρεθούμε
Σ’ ανθισμένα μπαλκόνια
Ο ήλιος θα δύει
Και θα είμαστε μαζί
Τ’ άδεια καφέ

Θα γεμίσουν χαμόγελα
Και η Πλάκα θα ψιθυρίζει
Τραγούδια μόνο για μας

Θα έρθουν καλύτερες μέρες αγάπη μου
Θ’ ανθίσουν οι αμυγδαλιές
Και το πτώμα του γείτονα
Θα πάψει να μυρίζει

Θα σε ξαναδώ
Όταν όλα τελειώσουν
Και ο κόσμος αλλάξει
Θα ξαναβρεθούμε.

*
Ερωτικόν
Ημέρα 96η

Αν μου ζητήσουν
Να ζωγραφίσω τον έρωτα
Θα φτιάξω
Ένα κλαδί κανέλας
Την ευκαιρία μας που άργησε να έρθει
Και ένα ποτήρι να γίνεται θρύψαλα.

*Από τη συλλογή “Amatum -19: Ημερολόγιο Ποίησης. Μάρτιος 2020 – Δεκέμβριος 2020”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2021.

Francesco Marotta, Αποτυπώματα στο νερό

είναι ο νους που
αριθμεί τη σιωπή
των νεκρών, και το μέτρημα
είναι ένας πόνος που ζει και
διακλαδώνεται σε κηλίδες
σύννεφων πάνω στο δέρμα,
μερικές φορές
είναι άμμος,
ένα ηλιοβασίλεμα
ένα λουλούδι του χιονιού
ν’ απλώνεται μέχρι
τις ίριδες, να
γεμίζει το στόμα
με τη γλώσσα του ξέχειλη
από θύμησες,
με τα περιφερόμενα
αποκαΐδια μιας
πυρκαγιάς, με το
περίβλημά του από ίχνη, φωνές
μαλλιά, με τη
σβολιασμένη, ακάθαρτη
αλήθεια του πάγου

*Από τη συλλογή “Αποτυπώματα στο νερό” (Le Voci de la Luna, 2008). Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Jack Hirschman (1933-2021), Δύο ποιήματα

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

Εσύ, που άστραφτες, βροντούσες και τη σημαία
από αίμα και τριαντάφυλλα ανέμιζες,
ζυμωτή του ψωμιού του ποιήματος,
απέθαντε σύντροφε του διθυράμβου
και της ελευθερίας,
εσύ που την αυτοκτονημένη σου ζωή
ωσάν σιδηρουργείο κουβαλάω,
που πρώτος δρασκέλισες τον δρόμο
ετούτου του αιώνα,
άντε, ήσουνα ο πρώτος
που τραγούδησες μέσα από τη φτωχογειτονιά των σκουπιδιών
και τα μόρια τα αλυσοδεμένα
με χιλιάδες χθες,
καθαριστή της σάλτσας της ιστορίας
από το στόμα των τετράπαχων ψεμάτων,
υπηρέτη της επανάστασης,
εσύ που, ανάμεσα στους ανθρώπους, με σφοδρότητα επιτέθηκες
στα κάτωχρα χείλη της απάθειας
και της ουδετερότητας,
όχι σαν άντρακλας δειλός,
όχι σαν όμοιος με εμένα
μα σαν νυγμός και ορμή
μάζας και ενέργειας
αναγγέλλοντας τα πανύψηλα της ανθρωπότητας
τοτέμ τα ελευθερωμένα από την καλύβα,
εσύ ρώσε πιο αμερικανός
παρά άγγλος,
εσύ καταστροφέα του σαββάτου
και ισοπεδωτή κάθε λογής ηλιθιοτήτων
και θρησκευτικών αερολογιών,
έχω τραβήξει τη σφαίρα
τόσες φορές από τον εγκέφαλό σου
που θα μπορούσα με το όνειρό σου
να ταΐσω εκατό ένοπλους αγώνες.

*

ΣΠΙΤΙ

Ο χειμώνας ήρθε.
Στα κατώφλια των σπιτιών, στα σοκάκια, τα σκαλιά
των εκκλησιών,
κάτω από χαρτόνια, κάτω από κουρελιασμένες κουβέρτες
ή, αν τυχεροί, σε τσουβάλια πλαστικά,
έπειτα από άλλη μία ημέρα ταπεινώσεων,
κοιμισμένοι,
ξεπαγιάζοντας,
απομονωμένοι, ξεχωρισμένοι, αδέκαροι,
άνεργοι, αγκομαχώντας, βρόμικη
σάρκα γύρω από κόκαλα παγωμένα,
είμαστε εμείς, είμαστε εμείς στις Ηνωμένες Πολιτείες,
τσιμέντο σκληρό, μαξιλάρι παγερό,
πού φωτιά; πού ποτό;
αναθεματισμένα κουφάρια στα αζήτητα
σύντομα και αν, και ποιον τον ενδιαφέρει;
ρίγη τόσο βαθιά,
τα χέρια μας κλεισμένα τελικά σφιχτά
έπειτα από άλλη μία ημέρα επαιτείας, με τις γλώσσες
κρεμασμένες˙
οι σκύλοι έφαγαν περισσότερο σήμερα, στα πόδια κρεβατιών
κουλουριασμένοι, μπορούνε να ρευτούν, να κλάσουν,
υπάρχουνε νοσοκομεία να τους πάνε,
θα βγουν από τα σπίτια και θα μας μυρίσουν
κάποτε νεκρούς,
περιττώματα διασκορπισμένα εδώ
σε μία πόλη Αμερικανική
που φημίζεται για το φαγητό και τον πολιτισμό της.
Το τσιμέντο ο σκληραγωγημένος μας ιδρώτας,
η γέφυρα το αίμα μας το απέθαντο˙
στο κέντρο, τα φώτα από το Τέντερλοϊν και
το Μπρόντγουεϊ─ τα αιμοσφαίριά μας μεταμορφωμένα
σε διαφημίσεις˙
ο σφυγμός μας ο ήχος τενγκτενγκεντένγκ
των νομισμάτων που σωρεύονται σε ταμεία,
θαλάμους τηλεφωνικούς, αυτόματους πωλητές, τενγκτενγκεντένγκ
παρκόμετρα, φλιπεράκια,
δημόσια αποχωρητήρια, διόδια˙
το δέρμα μας μετατρεμμένο σε χαρτονομίσματα,
κάρτες πλαστικές, τραπεζογραμμάτια, αμπαζούρ
για διοικητικά στελέχη, εφημερίδες,
τουαλέτας χαρτί˙
η καρδιά μας─ το ματωμένο όργανο που το Κράτος
καταβροχθίζει σάμπως νούμερο σε ένα θέαμα
που εξελίχθηκε σε εθνικό τσίρκο των καταραμένων.
Ω δολοφονικό σύστημα των πολεμοφοδίων και των απάνθρωπων δικαιωμάτων
που λεηλάτησες τις τσέπες μας και την αξιοπρέπειά μας,
Ω επιχείρηση του εγκλήματος που μας αποκαλείς εγκληματίες,
τρομοκρατία που διαλαλείς ότι φοβόμαστε,
απληστία που μας εκδιώχνεις από τα μέρη που εμείς οι ίδιοι χτίσαμε,
άθλιοι καπηλευτές του πολέμου που μας καταδικάζετε στη δυστυχία και την δημόσια έκθεση σάμπως μάστιγες κοινωνικές προκειμένου να διατηρήσετε μία ρυπαρή δημοκρατία καθαρή─
αυτή τη φορά δεν θα εξαφανιστούμε
στο κέντρο της πόλης σε γκέτο γειτονιές ή σε νεκροτομεία,
αυτή τη φορά οι αριθμοί μας ανέρχονται σε τάγματα ηνωμένων κραυγών:
Θέλουμε τα άδεια γραφεία που γεμίζουνε σκόνη!
Θέλουμε τους κινηματογράφους από τα μεσάνυχτα ως την αυγή!
Θέλουμε τις εκκλησίες ανοιχτές 24 θεούς τη μέρα!
Εμείς τα χτίσαμε. Μας ανήκουνε. Τα θέλουμε!
Όχι άλλα κατώφλια, σοκάκια με σκουπιδοτενεκέδες,
όχι άλλα νεκροταφεία αυτοκινήτων,
υπόγειες φτωχογειτονιές στους υπονόμους.
Θέλουμε δημόσια στέγαση!
Όχι άλλους σωλήνες με ποντίκια, σπηλιές γεμάτες μπάζα,
όχι άλλο νοτισμένο από τη βροχή χώμα στο στόμα,
εφιάλτες άδειων κάδων ότι τους ρίχνουνε απανωτά σπασμένα τούβλα και σκουπίδια,
κραυγές γυναικών με παραισθήσεις στις πόρτες εισόδου του υπόγειου σιδηροδρόμου,
όχι άλλα παιδιά με δόντια που τρίζουνε θανατερά με πεταμένα παλιόρουχα ντυμένα.
Θέλουμε δημόσια στέγαση!
εμείς οι βετεράνοι των παράλογων πολέμων σας,
εργάτες ρημαγμένοι μέσα στην άνεργη λήθη,
οι νεαροί: δάχτυλα λιανισμένα από την ελεημοσύνη στην Οδό των Πενταροδεκάρων,
οι γερασμένοι: φλέμα από το άρρωστο εταιρικό στήθος των Κερδών.
Αντί για βιασμένο σεβασμό, δουλειές
για να ζήσουμε!
Αντί για εξορία και έξωση σε αυτό,
το σπίτι μας, τη γη μας,
Πατρίδα μία για πάντα
για έναν και για όλους
και όχι ετούτη την κουτσή κραυγή που με το δεκανίκι εκλιπαρεί
σε ένα πεζοδρόμιο βροχερό για να της παρασχεθεί βοήθεια.

*Από την ανθολογία “Μονοπάτι: Ποιήματα 1952 – 2001”, Εκδόσεις “Απόπειρα”, Αθήνα 2019. Μετάφραση: Χρήστος Αγγελακόπουλος.

Νίκος Σφαμένος, Από τις “Άγιες, Αιματόβρεκτες και Άχρηστες Λέξεις”

XI

ναι ρε
συνεχίζουμε να είμαστε κλεισμένοι
στα ίδια δωμάτια
δε θα μας βρεις πουθενά
εντωμεταξύ
υπάρχουν πολλές αργίες να περάσεις καλά
πολλά σαββατοκύριακα
πολλές εκπομπές να ανακαλύψεις το
ταλέντο σου και να γίνεις φίρμα
-αν είσαι τυχερός εξώφυλλο-
πολλά μαγαζιά που δέχονται πιστωτικές
πολλοί εκδοτικοί οίκοι
ναι ρε
εμείς θα υπάρχουμε
ευτυχισμένοι
οι μέρες άδεια βαγόνια εδώ
θα γράψουμε αυτές τις λέξεις
ένα βράδυ του Οκτώβρη
και θα τις μοιράσουμε σε καναδυό φίλους
κοίτα μας
δεν έχουμε τίποτα και τραγουδάμε τα βράδια
εδώ
στις πολύχρωμες πολιτείες μας
εδώ
η ζωή και ο θάνατος μας
χαμογελούν
και ξέρουμε και οι δύο
πως δεν θα συναντηθούμε
ποτέ

Μιλένα Σπανού, Άστρος

Πέρασαν
Τόσα χρόνια
Αζήτητα
Αφήνοντας πίσω τους
Αμελοποίητες
τις προσταγές τους

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://milenaphotopoetry.wordpress.com/2021/08/21/άστρος/

Μαριάνθη Μαρκοπούλου, Εγώ και ο Χανκ

Ζωγραφιά: “Η αρτίστα” από τα χαμένα του Μπασιάκ

Μπέκρες ήταν οι ηρωίδες του
του δρόμου και του καταγωγίου
μ’ ένα κάρο ιστορίες στη πλάτη
κι εγώ μόλις που ΄χα μπει στο γυμνάσιο
Το μόνο από τότε που ΄χω συγκρατήσει
είναι ο πόθος του για μια γυναίκα
βαθιά πρέπει να την αγάπησε
το διήγημα
είχε ζάρες βαθιές γύρω από τα μάτια, έγραφε
το χαμόγελό της γραμμές εκεί που άπλωνε
κι ήταν τόσο γοητευμένος από τούτα τα στολίδια της
που πήγα στον καθρέφτη
και δίπλωσα το δέρμα μου
εκεί που θα έπρεπε να σπάσει
εκεί που θα έπρεπε να μπουν χαραγματιές
από πόνους, θυμούς και αντηλιά
και από όλα μου τα γέλια
τσαλάκωνα και πάσχιζα να γράψω μια ρυτίδα
να έχει έναν βίο άξιο να διηγηθεί το πρόσωπό μου
μα εκείνο άγραφο χαρτί
λευκό μακό μπλουζάκι
Πώς το φέρανε τα χρόνια
και δεν τον ξαναδιάβασα από τότε
πάει καιρός όμως
που έμαθα πως γεννηθήκαμε την ίδια μέρα
έτσι κάθε που κλείνω χρόνο
και με κοιτάζω
τον θυμάμαι ξανά
Ώστε τα κατάφερα λοιπόν να γίνω
τόσο ελαττωματική
που να χωρώ μες στα γραπτά του.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://akatasta.blogspot.com/2018/08/blog-post.html?spref=fb&fbclid=IwAR2du7XpTSFeoiP2tXr0tdJSf79nNikKGTzlOOtb7B9CUfPXXEp7RHD2eFM