Μαρία Θεοφιλάκου, Δύο ποιήματα

ΒΙΚΤΩΡΙΑ

Δεν έχει τέλμα να βουτήξω το ψωμί μου
Ούτε και τέρμα ν’ αποθέσω τα μπαγκάζια μου
Όλο τ’ αδράζω από τη σκόνη κι αυτά κυλάνε
Μέρα τη μέρα σε σταθμούς που όλο τρέχουν
μοιάζω να είμαι εγώ σταματημένη,
ονειροπόλα καρτερώντας μια αποβάθρα
Κι εσύ αν είσαι φίλος
κάνε τα μάτια σου πως καθαρίζεις
Όποιος κι αν φεύγει από τους δυο,
αν φεύγει,
είμαστε μόνοι


ΠΑΡΑΚΜΗ [Ή Η ΕΥΛΟΓΗ ΑΠΟΡΙΑ]

Ξάφνου ο χρόνος σώθηκε,
αφήνοντάς μας όλους σαστισμένους
Εν όψει και της σύγκρισής μας μ’ άλλους,
έμελλε καθώς φαίνεται σε εμάς
άδικα το κακό να πέσει
Τώρα τι να λογίζουν τα κιτάπια μας;
Και στα παιδιά πώς να εξηγηθούμε,
γι’ αυτό το εκνευριστικό τικ-τακ
που τίποτα δε μένει να μετράει;
.
*Από τη συλλογή “Αν[ών]υμα”, εκδόσεις Δωδώνη, 2010.

Έφη Καλογεροπούλου, Σφάλμα τυχαίας διαδρομής

Marwan Kasab Bachi, Untitled, 1974

Είμαστε η χαμένη δυνατότητα
οι λέξεις που δε γίναμε
τα παιδιά που πέφτουν απ’ τα όνειρά μας
ξημερώματα
οι δρόμοι τα αδιέξοδα και οι ατέλειωτες
χειρονομίες τους
οι άδειες θέσεις δίπλα στου τρένου
το παράθυρο

Είμαστε το λίγο
του χρόνου το ελάχιστο

Το ολομόναχο του κόσμου
είμαστε
η σκόνη του σκοτωμένου χρόνου

ERROR OF ACCIDENTAL ROUTE

We are the lost possibility
the words we never were
the children falling from our dreams
at dawn
roads blind alleys and their endless
gestures
the vacant seats next to the train’s
window

We are the least
the minimum of time

The world’s aloneness
we are
the dust of slain time

*Από τη συλλογή “Χάρτης ναυαγίων / Chart of Shipwrecks”, Εκδόσεις Μετρονόμος, 2017. Αγγλική μετάφραση: Γιάννης Γκούμας.

Swamped, a novel by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

“What do you think of that, sweet Rebecca?” he asked and couldn’t help adding, “Come give me something, now that I want it.” He leaned closer to her, gazing deep in her eyes.

Rebecca smiled back. “I’ll give you something you won’t forget … but not here,” she laughed, her promiscuous lips playing with his eyes, her easy laughter exciting him. Reaching under the table he placed a hand between her legs and squeezed before saying, “I could do the same to you right now, my love.”

Rebecca trembled slightly as she reverted to business for a moment. “I’ll start the registration process tomorrow and think of a couple more names for you too. When I have an approval on the name, we’ll do the rest of the papers.”

They had almost finished their meals by now, and the wine was almost done as well. Rebecca was ready for other…

View original post 406 more words

Ανδρέας Καρακόκκινος, Μέρες Αυγούστου

I
Σμίξαμε το μεσονύχτι
κάτω απ’ το φέγγος των Πλειάδων
στην άπλα τ’ ουρανού
ανταλλάξαμε φιλιά κι αστέρια
κι ο Αύγουστος μας χαμογέλασε
πίσω απ τα φεγγάρια του
δέσαμε κόμπο στα μαλλιά
τους όρκους της Αφροδίτης
και με το σπαθί του Ωρίωνα
χαράξαμε ένα δικό μας θόλο
του έρωτα το φτερωτό άλογο
να μας χαμογελά τις νύχτες.

II
Το θαμπό πρωινό
του Αυγούστου
αγκαλιάζει νωχελικά
κάτω από ένα σεντόνι σύννεφο
την αγουροξυπνημένη
μοναξιά.
Σε χάρτινα καραβάκια
πολύχρωμες σκέψεις
αφήνονται σε ακύμαντη
θάλασσα.
Αράζουν στα πόδια
της θεάς του έρωτα
και χαράσσουν
στο μαξιλάρι της προσμονής
το φιλί.

III
Κόψανε στη μέση
τον Αύγουστο
κι ο έρωτας κύλισε
καυτή κόκκινη άσφαλτος
σε χαραγμένους δρόμους.
Μισός ν’ ανθοβολεί
από το γέλιο σου
κι ο άλλος να φουντώνει
μες στη φωτιά
από το άγγιγμα σου.

IV
Οι μέρες
κυλάνε γεμάτες
ζεστό Αύγουστο
και θαλασσινό μελτέμι.
Οι στιγμές
σβήνουν ξαναναμμένα
κύματα έρωτα
σε άμμο υγρή και λείες πέτρες.
Η πρωινή αύρα
πάθος αδρόσιστο
φουντώνει Όστρια
σε ερωτευμένες αγκαλιές
Κι οι νύχτες μας μετέωρες
αναζητούν αστερισμό λιμάνι.

*Από τη συλλογή “Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό”, Εκδόσεις Ένεκεν, 2017.

2 ποιήματα | Χρήστος Γραβάνης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

gravanis

Κι εγώ δεν θέλω το αύριο
ας μην έρθει ποτέ το αύριο

πάντα στο αύριο θα ήμαστε
Διαφορετικοί.

Και πάντα διαφορετικά
Θα γνωριζόμαστε,
Θα ερωτευόμαστε
ο καθένας για τον εαυτό του

κάνουμε έρωτα,
Και παύουμε να είμαστε.

Αυτό που όμως
πραγματικά θα είμαστε
θα είναι κάτι καινούριο
Κάτι που θα το ανακαλύψουμε
Μαζί.

***

Η φύση είναι απάντηση στο ψέμα,
όχι η αλήθεια,

ό,τι καταστρέφει η φύση
και δεν ξανά γεννιέται
είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Γι’ αυτό και μόνο,
αν συναντήσεις κάτι
από όλο αυτό που ζήσαμε κάποτε

να είσαι σίγουρη,
Ότι υπήρξαμε πραγματικά.


[από την ποιητική συλλογή Παρίσαινα, εκδ. Θράκα, Λάρισα 2021]

View original post

Διώνη Δημητριάδου, ελάχιστο ποιητικό

σμιλεύοντας τις λέξεις φτιάχνεις γλυπτά ποιήματα
να αστράφτουν στις προθήκες μουσείων ασωμάτων

αν τις αφήσεις όμως ακατέργαστες αυτόνομα να ξεπηδούν
γεννάς κραυγές που αρέσκονται να περπατούν
σε γήινες ανθρώπων όψεις

μα όλο αυτό θα πούνε κάποιοι
μοιάζει απλό και τότε ποίηση δεν είναι

μάλλον ξεχνούν πως η γραφή
με χρώμα και αποχρώσεις και θαυμαστά σκαλίσματα
συχνά παινεύτηκε με ανούσια λόγια και μεγάλα

ενώ η ωχρή στο βλέμμα η στεγνή και κάποτε σκληρή
για την αλήθεια της πολύ πάρα πολύ αγαπήθηκε

*Από τη συλλογή “Ο Ευτυχισμένος Σίσυφος”, Εκδόσεις ΑΩ.

Βίκυ Λιούκα, Περιοχή: άκυρη

Οι λούφες σφουγγίζουν τα σάλια που τρέχουν στα γόνατα των πιστών (θα τους έλεγες αδαείς, απροσάρμοστους, ζούνε στην εποχή του ταύρου τότε που οι μάγοι έγδερναν τις συνειδήσεις και άφηναν τα τομάρια να στεγνώσουν πάνω σε πασσάλους από γλάσο ζυμωμένο με φόβο, μαεστρία και ψεύτικη προβολή)

Ό(ρ)αση τα δυο επίκτητα συνεχόμενα βέλη βουτηγμένα στο αίμα αλυσίδων περασμένων στους αστραγάλους της συρρικνωμένης πόλης

Ψάχνουμε ψίχουλα πάνω στα τετράδια των εξομολογήσεών μας

Πίσω από τον πάγκο στέκουν ασάλευτα δυο μάτια προϊστορικά έτοιμα να αρπάξουν τη στιγμή που η γη σείεται στο πέρασμα του βασιλιά θανάτου

Η απρόσμενη καταιγίδα βούλιαξε το δικαίωμα του φρύνου στο άλγος των πελμάτων του

Ήρθαμε ως επισκέπτες: θα φύγουμε ως αρρωστημένη ύλη, εφάμιλλη των αγώνων προσδοκίας (αδιαμαρτύρητα: όπως ζήσαμε)

Ήρθαμε ως χειραγωγοί του ψύχους, ως οικοδεσπότες της πανωλεθρίας και του μίσους

Φύλαξε μια ιστορία για το τέλος για να σωθείς από το πλήγμα της έννομης ζωής

Ήρθαμε ως κόκκινες τραμπάλες

Ζυγίζουμε τις ορέξεις, τις προθέσεις και τα θύματα των επιλογών μας

Οι αλεπούδες βάφτηκαν πορτοκαλί ως ένδειξη θαυμασμού στη δύση του ήλιου / Οι αλεπούδες γνωρίζουν τη σημασία της ζωής: φορώντας τα μαύρα γάντια τους διστακτικές και υπέροχες γλείφουν την αστραπή του χρόνου

Οι τεχνίτες της συμπόνοιας σημάδεψαν τη γη με πέτρες και αίμα

Αφύλαχτα τα σύνορα και οι παραμεθόριοι της ανυπότακτης μοίρας

Ασήμαντη η ελαφρότητα της ματωμένης ρίζας

Κινητική έξαρση σε μηδενική έκδοση

Λοξά ψηφία, ανισόπεδα γράμματα

Συστολή, διαστολή, έξοδος

Η εξουσία σαπίζει την ψυχή μας (όπως η τερηδόνα το εσωτερικό των δοντιών μας)

Τρίφτηκαν τα μάτια μας στο παρκέ της γνώσης

Το κοσμικό φως ξόδεψε την ενέργειά του στο δώμα της ατομικότητας

Περιοχή: άκυρη

Όπλα μας η τρέλα, η ελευθερία, η ποίηση

Δυνάμωσε τον (σ)τοίχο / στρίψε (στην) ευθεία

Φυλακίσαμε τη φωτιά σε γυάλινο μπουκάλι

Ο μουγγός επικοινωνεί δουλεύοντας τα μάτια (ο κωφός τα χείλη, ο τυφλός τα χέρια)

Αμείλικτοι οι δεσμοί αίματος οδηγούν το θύμα στην αυτοχειρία

Το τρυπημένο (καινούριο) σου σώμα στάζει άπειρο και ήλιο

Με συρμάτινα νύχια σκάβουμε τους ωκεανούς των μαξιλαριών

Η άγνοια ελλοχεύει στον πυρήνα της γης

Πωλείται υποκρισία σε σακουλάκια δυστοπίας

Πολιτισμικό χάος vs δυστοπική πραγματικότητα

Στέκουμε σιωπηλοί απέναντι στο τείχος της ερμαφρόδιτης φιλοσοφίας του «όλου», με απάθεια αλωνίζουμε στον τρόμο μην έχοντας ιδέα για την περιφορά του σαρκίου μας στο ανένταχτο «είναι» του απολωλού ακροβάτη με το τεράστιο στόμα και την αγκάθινη γροθιά, ας όψεται η ανάγκη

Ζ. Δ. Αϊναλής, από τη “Η μονωδία της έρημος”

Ηθελα να ’μαι υπόδειγμα πατρός αλλά δεν μπόρεσα
ν’ αρθώ, καρδιά μου, ως το ύψος σου. Μέσα
στα δύο ετούτα χρόνια πόσες φορές να διέψευσα
τον εαυτό μου, με βία τσακίζοντας τις μεγάλες
του μυαλού μου αρτηρίες, καθεμιά από τούτες
τις εφτακόσιες τριάντα μέρες, μετρημένες ως τη
μία ώρα ώρα, πόσες αθετημένες υποσχέσεις στον
εαυτό μου, άγγελέ μου. Πόσο με άλλαξες βαθιά,
χαρά μου, ως τον πυρήνα του εγώ μου κι εγώ τι
σου ’χω πράγματι προσφέρει; Τι απ’ όσα είχα
για σένα στο μυαλό μου έχω κάνει πράξη; Πόσα
τραύματα που ποτέ δεν θα μάθω άθελά μου έχω
στη βρεφική ψυχούλα σου σταλάξει; Και πώς να
εξιλεωθώ; Πώς να με συγχωρέσεις; Όλες οι
αποφάσεις μου λάθος και τα όνειρά μου σακάτικα.
Ανοίγω στα χέρια μου την καρδιά μου και ψάχνω
το σκουλήκι που ψευτίζει τα μέσα μου. Άχρηστα
λόγια να τα πετάξεις στον τάφο μου.

*“Η μονωδία της έρημος”, Εκδόσεις “Κέδρος”, 2019.

Βασίλης Βασιλειάδης, Non provincial poetry

André Masson (1896-1987): There Is No Finished World (1942)

Περιμένω
να έρθουν οι καιροί
πού θά δω στους δρόμους
νέους
χορευτές επαναστάτες,
από Hip-Hoppers
νά γίνονται Krumpers
νά χορεύουν ρυθμούς τής αφρικανικής Διασποράς,
σάν τούς
Caesars”Tight Eyez”Willis
καί Jo’Artis”Big Mijo”Ratti
oταν άρχισαν τούς χορούς
με κινήσεις
ελεύθερες
στο νότιο Λος Άντζελες στο 2000,
νά διηγούνται τήν ιστορία τους,
ενάντια στη βία τη συστημική,
ενάντια στις σκοτεινές εξουσίες τών εκκλησιαστικών μηχανισμών,
ενάντια στη βαναυσότητα την αστυνομική,
ενάντια στη δολοφονική βία
τής ανεργίας, τού αναλφαβητισμού, τής πείνας,
εκφράζοντας τά συναισθήματά τους τά ακατέργαστα,
με τρόπο
χορευτικό,
ακραία δυναμικό
εκφραστικό,
αλλά όχι βίαιο,
χορευτές αντιστασιακοί
ενάντια στις πραγματικότητες πού κάθε φορά μας πλασάρουν γιά αλήθειες μας,
με κινήσεις αποφασιστικές
Chest pop
μία κίνηση τού στήθους προς τα πάνω
όμοια με αυτή της βαθειας εισπνοής,
Stomp
τα πόδια οδηγούνται ρυθμικά κάτω στο έδαφος και σηκώνονται από αυτό
με τρόπο πού δείχνει πώς ο χορευτής παίρνει δύναμη από τόν δρόμο,
Jap τα χέρια με κίνηση στακατη και σε διάταση φεύγουν από τό στήθος προς τά έξω και επανέρχονται ταχύτατα πάλι πίσω στο στήθος,
Αrm swing κινούνται τά χέρια με κινήσεις σαρωτικές σαν νά σκουπίζουν,
νά δω στους δρόμους,
τούς Hip-Hop Clowns τού Thomas”Tommy the Clown” Johnson,
πού ξεκίνησαν από τό Compton τής Καλιφόρνια,
νά γίνονται
χορευτές αγωνιστές
να υψώνονται με απόφαση ριζοσπαστική
ψηλά,
ψηλότερα από όλα τά σύμβολα
δύναμης καί εξουσίας,
η αποφασιστικότητα τους να αγγίζει τό ανέφικτο,
περιμένω
νά έρθουν οι καιροί
πού θά γεμίσουν οι δρόμοι όλης τής γης με ανθρώπους πού ονειρεύονται,
οραματίζονται
και οι νέοι
με όποιο τρόπο οι ίδιοι επιλέξουν
να αποφασίσουν να σηκωθούν τόσο ψηλά
ώστε να αγγίξουν το ανέφικτο.

Rumi & Malloy: δύο επιμνημόσυνα ποιήματα–προσευχές

Επιλογή-μετάφραση-επίμετρο: Νικολέττα Σίμωνος

Jalal-ud-Din Balkhi-Rumi (1) , Όταν πεθάνω

Όταν πεθάνω
όταν μέσα στο φέρετρο
εξέλθω
ποτέ να σκεφτείς δεν πρέπει
πως φεύγω απ’ τον κόσμο

μην κλάψεις
μη θρηνήσεις μήτε
να λυπηθείς
μες στο τέρας δεν πέφτω
της αβύσσου

όταν το λείψανό μου δεις
να μεταφέρουν
μην κλάψεις για το φευγιό μου
δε φεύγω
στην αγάπη φτάνω την αιώνια 

όταν στον τάφο
με αφήσεις
μην πεις αντίο
θυμήσου πως ο τάφος δεν είναι
παρά μια κουρτίνα
που πίσω κρύβει τον παράδεισο

θα με δεις μονάχα
στον τάφο να κατεβαίνω
τώρα κοίτα με ν’ ανασταίνομαι
πώς μπορεί να υπάρχει τέλος όταν ο ήλιος δύει και
το φεγγάρι χάνεται από τον ουρανό;

μοιάζει με το τέλος
με ηλιοβασίλεμα μοιάζει
μα στην πραγματικότητα είν’ η αυγή
όταν ο τάφος μέσα του σε κλείσει
τότε είναι που ελευθερώνεται η ψυχή

έχεις δει ποτέ
σπόρο στη γη να πέφτει
και μια νέα να μη φυτρώνει ζωή;
γιατί να αμφιβάλλεις ότι φυτρώνει
κι ο σπόρος που λέγεται άνθρωπος;

έχεις δει ποτέ
κουβά να κατεβαίνει στο πηγάδι
και ν’ ανεβαίνει άδειος;
γιατί θρηνείς για μια ψυχή
όταν αυτή να γυρίσει πίσω μπορεί
όπως απ’ το πηγάδι ο Ιωσήφ;

όταν για τελευταία φορά
τα χείλη σου σφαλίσεις
τα λόγια σου και η ψυχή
θε ν’ ανήκουν στον κόσμο εκείνο
όπου χρόνος και χώρος δεν υπάρχει.

Γκαζάλ Νο. 911

*Μετάφραση από τα περσικά: Nader Khalili (1992)
**Μετάφραση από τα αγγλικά: Νικολέττα Σίμωνος

Merrit Malloy (1950, Πενσυλβάνια, ΗΠΑ – ), Επιτάφιος

Σαν πεθάνω, δώσε ό,τι θα ’χει μείνει από μένα
στα παιδιά και στους γέρους που καρτερούν τον θάνατο.
Κι αν αισθανθείς την ανάγκη να κλάψεις,
κλάψε για τον αδελφό εκείνο που πορεύεται στο πλάι σου.
Κι όταν θα με χρειάζεσαι, να παίρνεις κάποιον αγκαλιά
και να του προσφέρεις ό,τι σε μένα να προσφέρεις θα ’θελες.

Θέλω να σου αφήσω κάτι,
κάτι καλύτερο από λόγια και ήχους.
Να μ’ αναζητάς στους ανθρώπους που γνώριζα ή αγαπούσα,
κι αν δε μπορείς να μ’ αποχωριστείς,
τουλάχιστον άσε με να ζω μέσα στο βλέμμα σου και όχι στο μυαλό.

Θα μ’ αγαπήσεις καλύτερα αν αφήνεις τα χέρια ν’ αγγίζουν χέρια,
αν αφήνεις λεύτερα τα παιδιά που ’χουν ανάγκη τη λευτεριά τους.
Δεν πεθαίνει η αγάπη, μόνο οι άνθρωποι.
Αφού, λοιπόν, το μόνο που θα ’χει μείνει από μένα είναι η αγάπη,
μη με κρατήσεις: δώσε με.

*Από τη συλλογή My Song for Him Who Never Sang to Me (1975).

Επίμετρο:
Οι πρόσφατες εκδόσεις των μεταρρυθμιστικών εβραϊκών προσευχητάριων στις ΗΠΑ περιλαμβάνουν, για πρώτη φορά, ποιητικά κείμενα ως προαιρετική –θρηνητική– προσευχή πριν ή μετά την παραδοσιακή λειτουργία του Kaddish. (2) Το ποίημα «Επιτάφιος» περιλαμβάνεται στις νέες αυτές εκδόσεις, ενώ έγινε σύντομα δημοφιλές μέσω μιας ανάρτησης στο Facebook. Αξιοσημείωτο είναι δέ το γεγονός ότι η ποιήτρια που το συνέγραψε δεν είναι εβραία στο δόγμα αλλά χριστιανή.
Ο «Επιτάφιος» της αμερικανίδας ποιήτριας Merrit Malloy, στη δημοσίευση αυτή, συνοδεύεται από το ποίημα του πέρση σουφιστή Τζαλαλαντίν Ρουμί, «Όταν πεθάνω». Η επιλογή των εν λόγω ποιημάτων δεν έγινε τυχαία – αυτός ο συνδυασμός των τριών θρησκευμάτων (ιουδαϊσμού, χριστιανισμού και ισλαμισμού). Με αυτόν τον τρόπο, καταδεικνύεται η οικουμενικότητα του θανάτου και του θρήνου που τον ακολουθεί, αλλά και το πανανθρώπινο μεγαλείο της αγάπης. Για τον θάνατο, δεν υπάρχει παρά μονάχα ο άνθρωπος μέσα στην απόλυτη γύμνια του. Το ίδιο και για τον Θεό – όπως κι αν ο άνθρωπος τον ονομάσει. Αυτό που συνδέει τα ποιήματα μεταξύ τους είναι η αλήθεια (η αλήθεια της εσώτερης πραγματικότητας), για τούτο και ξεπερνούν τα στενά όρια, τους ορισμούς, τους καθορισμούς και τις οριοθετήσεις που επιβάλλει ο φθαρτός κόσμος μας.
Και, πράγματι, δεν υπάρχει καλύτερος εκφραστής της αλήθειας από την ίδια την ποίηση. Μας το αποδεικνύουν, άλλωστε, δύο ποιήματα που όχι μόνο έχουν γραφτεί από ποιητές διαφορετικών θρησκειών και εποχών, αλλά περιλαμβάνονται και στα προσευχητάρια άλλων πίστεων και δογμάτων – εξάλλου, αυτό το τελευταίο είναι που κέντρισε πρωτίστως το ενδιαφέρον μας.

  1. Γεννήθηκε το 1207 στο Μπαλκχ (του σημερινού Αφγανιστάν) και απεβίωσε το 1273 στο Ικόνιον (της σημερινής Τουρκίας).
  2. Καντίς: επιμνημόσυνη προσευχή της ιουδαϊκής θρησκείας.