Ειρήνη Καραγιαννίδου, Δύο ποιήματα

Ξημερώνει ανάποδα

Κατεβαίνει ως τις φτέρνες το βουνό / Ένα κρεβάτι χώμα / Να δω,
απλώνει το αίμα στο βαμβάκι;

Μην φανταστείς πως θα σου γράφω
Ούτε εποχές
Ούτε διάθεση για ποίηση
Κλεισμένος ο καιρός από παντού
Στα ορεινά, στα πεδινά και στα παραθαλάσσια
Κι εξάλλου βρέχει
Να καταπιώ δεν προλαβαίνω τη βροχή
Γι’ αυτό σε πελεκάω
Όπως τη δρυ στα παραμύθια τα δικά σου
Στεγνή κι όλο στεγνή
Κάθε απόψε
Τάχα, και πως την δική σου χώρα
Δεν την λένε Χιροσίμα.

Σεζάν σεσημασμένος

Μαυρίζει ο χρόνος
Όταν εκείνο το καναρινί που ντύνεσαι, πια
δεν το βλέπω πίσω απ’ την λευκή χλομάδα.
Ίσως τα οφθαλμοφανή μένουνε πάντα απαρατήρητα,
σε τεθλασμένες συναντάς το ευδιάκριτο σημείο των πραγμάτων,
η αταξία στη συντήρηση της τέχνης γενικώς σπουδαίο πράγμα
Όχι, δεν φιλοσοφώ εικάζοντας περί εικαστικών
Θέλει πινέλο ακριβείας
Το φτάσιμο στην άρνηση
Κι αυτό που λένε εκείνοι αφηρημένα πόνο
Με μεγαλώνει εκεί όπου δεν βρίσκεσαι
Είμαι απουσία-παχύδερμο, εμένα που με βλέπεις.

*Τα ποιήματα πάρθηκαν από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2017/05/28/%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%ae%ce%bd%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%af%ce%b4%ce%bf%cf%85/?fbclid=IwAR0fbo9qAbVEAuxpM_k1pIJRNkRRBSqjXd1fr8qzW6hZwseoi3aGlnG8w3U

Ο Ειρηναίος Μαράκης στο Εργαστήρι της ποίησης

Ειρηναίος Μαράκης, «Όλα είναι όπλα», εκδόσεις Ατέχνως, 2021

Η πρώτη μου προσωπική, ποιητική συλλογή με τίτλο «Όλα είναι όπλα» κυκλοφόρησε στις αρχές της χρονιάς από τις εκδόσεις Ατέχνως. Έχουν προηγηθεί συμμετοχές σε συλλογικά έργα ενώ από το 2013 δημοσιεύω τακτικά σε διάφορες λογοτεχνικές σελίδες και ιστολόγια. Με αυτό το βιβλίο, στο οποίο περιέχονται πρόσφατα και παλιότερα ποιήματα, κλείνει ένας κύκλος δημιουργίας και ευελπιστώ ότι ανοίγει ένας καινούργιος.

Το ταξίδι μου στην ποίηση ξεκίνησε το 2010, αξιοποιώντας την οικογενειακή βιβλιοθήκη. Από εκείνη την περίοδο με θυμάμαι να καταγράφω τα αγαπημένα μου ποιήματα σε ένα τετράδιο και να σημειώνω από δίπλα διάφορα σχόλια και παρατηρήσεις. Σε ένα άλλο τετράδιο κατέγραφα τις δικές μου απόπειρες. Πέρασαν τρία χρόνια δουλειάς και πλέον είχα αρκετή αυτοπεποίθηση και θράσος ώστε να στείλω το πρώτο μου ποίημα προς δημοσίευση. Σε αυτό το πρώτο βήμα οδηγήθηκα από την ανάγκη να εκφράσω τις σκέψεις, τις ανησυχίες και, γιατί όχι, τα όνειρα μου. Στην πορεία πολύ γρήγορα διαπίστωσα ότι όλα τα παραπάνω, όση αξία κι αν έχουν, δεν μπορούν να δημιουργήσουν ποίηση αξιώσεων όσο περιορίζονται σε ένα αυτοαναφορικό πλαίσιο. Η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, αποτέλεσε την αρχή της πολιτικοποίησης μου. Η ενασχόληση μου με τη συγγραφή πολιτικών και πολιτιστικών άρθρων στην εφημερίδα “Αγώνας” της Κρήτης όπως και η πολιτική μου στράτευση στην αντικαπιταλιστική Αριστερά βοήθησαν αποτελεσματικά στη διεύρυνση της οπτικής μου.

Όμως το ταξίδι δεν τελείωσε σε αυτό το σημείο. Το 2015 ακολούθησε η συνεργασία μου με το διαδικτυακό περιοδικό Ατέχνως με την σε εβδομαδιαία βάση παρουσίαση έργων νέων και παλαιότερων ποιητών. Αυτή η νέα εμπειρία αποδείχτηκε καθοριστική. Μπροστά μου ανοίχτηκε ένας ολόκληρος κόσμος στον οποίο δόθηκα με όλη μου την ψυχή. Βεβαιότητες χρόνων δοκιμάστηκαν σκληρά, έμαθα ότι η συγγραφή ενός βιβλίου δεν είναι υπόθεση της στιγμής. Ώσπου το 2017 ήρθαν οι πρώτες σκέψεις για την έκδοση μιας ποιητικής συλλογής οι οποίες δεν υλοποιήθηκαν ποτέ. Ήμουν ακόμα πολύ ανώριμος ποιητικά και το γνώριζα. Καταγραφές εκείνης της περιόδου, τις οποίες αρχικά θεώρησα αξιόλογες, στη συνέχεια αποδείχτηκαν απλά πρόχειρες, αδιάφορες κι ανούσιες. Το λίγο καλό υλικό που είχα στη διάθεσή μου δεν αρκούσε για ένα βιβλίο αξιώσεων. Άλλη μια προσπάθεια έγινε το 2018 όπου θεωρώ μεγάλη εύνοια της τύχης ότι δεν ολοκληρώθηκε. Βλέπετε, η νέα προσπάθεια είχε πάλι αδυναμίες αν και ήταν βελτιωμένη σε σχέση με την προηγούμενη. Όμως, άσχετα με τις αδυναμίες της, εκείνο το βιβλίο μου έδειξε πως μπορούσα να προχωρήσω στη συνέχεια.

Κάποτε, έφτασε το πλήρωμα του χρόνου για τη δημοσίευση του πρώτου μου βιβλίου. Ένιωθα πλέον ότι τα ποιήματα μου έπρεπε να ξεφύγουν από τις σελίδες του διαδικτύου και να περάσουν στο πραγματικό χαρτί. Η ενθάρρυνση και η βοήθεια του εκδότη μου Ηρακλή Κακαβάνη ήταν καθοριστική για την υλοποίηση της έκδοσης. Στο βιβλίο ο αναγνώστης και η αναγνώστρια θα διαβάσει μια επιλογή από πολιτικοποιημένα, αγωνιστικά, ερωτικά και κοινωνικά ποιήματα στα οποία προσπαθώ να αποτυπώσω το κλίμα της εποχής μας. Μιας εποχής τεράτων αλλά και μιας εποχής αντίστασης και αγώνα ενάντια στο ρατσισμό, το φασισμό και την καπιταλιστική κρίση. Τα όπλα μου σε αυτή την προσπάθεια είναι το λαϊκό τραγούδι, η φιλοσοφία, οι μικρές και οι μεγάλες στιγμές της καθημερινότητας που δεν περιορίζονται στην καταγγελία αλλά διατηρούν τον εσωτερικό τους ρυθμό. Ουσιαστικά, με το βιβλίο προσπαθώ να προτείνω μια διαφορετική, περισσότερο αισιόδοξη, αλλά όχι εκτός τόπου και χρόνου, προσέγγιση για τη σύγχρονη, κοινωνική ποίηση. Αν το πέτυχα ή αν όλα αυτά είναι λόγια του αέρα που τα μπολιάζει η επιπολαιότητα κι η ματαιοδοξία, είναι κάτι που το αφήνω στην κρίση των φίλων της Ποίησης.

Ο Ειρηναίος Μαράκης στο Εργαστήρι της ποίησης

Μαριάνθη Μαρκοπούλου, Θέλω ο θάνατος να’ χει τα μάτια σου όπως ξαπλώνεις πάνω μου και με κοιτάς

του Θόδωρου

Θα ΄πρεπε να το είχαμε προβλέψει
από τον ξεθωριασμένο ουρανό που μας συνόδευε
από τον ατόφιο λυγμό του δρόμου που παραμέρισε
τέτοια μαύρα μάτια ούτε σε πορτραίτο του Φαγιούμ
να χωράνε μέσα
όλο τον σπαραγμό από τα λιμάνια των αποχωρισμών
και τους παλιούς σιδηροδρομικούς σταθμούς
όλες τις βροχές και όλα τα αντίο
όσων τους χώρισαν για πάντα
τείχη και συρματόπλεγμα
Τελευταίο βλέμμα
τελευταίος στίχος
εκεί που γεννιούνται οι θλιμμένες μελωδίες των ανθρώπων
και το ευχαριστώ τους στη ζωή
Η ομορφιά είναι τόπος
είμαστε μάρτυρες εσύ κι εγώ
μπήκαμε με το σώμα μας στο θεόρατο ύψος των βαρύγδουπων λέξεων
και τις αφήσαμε λειψές
γίναμε η ανατριχίλα μιας παιγμένης συγχορδίας σ’ ένα άδειο καφενείο
αυτεκπληρούμενη προφητεία
το τελευταίο βλέμμα
ο τελευταίος στίχος
Σήμερα καίγεται η Ρώμη
σήμερα η μέρα της γενικής απεργίας
η μέρα της απελευθέρωσης σήμερα
σήμερα η μέρα που δεν ξημερώθηκε
Βαράτε κλαπατσίμπαλα
Παίξτε μουσικάντηδες
Σωπάστε όσοι μιλάτε
Το τραγούδι
ακούστε το τραγούδι
Όποιος ζει μέσα στο ποίημα
στο ποίημα μέσα θα πεθαίνει
Θα έπρεπε να το είχαμε προβλέψει
πως όλα θα γινόντουσαν μια τέτοια μέρα
Πώς αλλιώς;
Να γεννιέται ο Μαγιοκόφσκι
και να πεθαίνεις εσύ

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσίευση από εδώ: https://akatasta.blogspot.com/2020/09/blog-post.html?spref=fb&fbclid=IwAR0KycW1YQkQp0s-zJm8Qlfx_bPLthoAF1ZkaoqjL0MwPIZ_VqwJsn2-SSM

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Οι δέκα κριτές

Φώτο της ποιήτριας

Είναι είκοσι μάτια
Χωρισμένα σε ζευγάρια
Όλο λένε παράπονα
Κάποια δυνατά γελάνε
Είναι σίγουρα απόγνωση
Ή κάτι σκουριασμένες ελπίδες

Είναι είκοσι παράθυρα
Χωρισμένα σε οικίες
Όλο λένε χαμόγελα
Κάποια σιωπούν ερμητικά
Είναι σίγουρα ερήμωση
Ή κάτι μπλαζέ αναμνήσεις

Είναι είκοσι χειρόγραφα
Χωρισμένα σε βιβλία
Όλο λένε βάσανα
Κάποια λογορροούν στοχαστικά
Είναι σίγουρα φιλοφρόνηση
Ή κάτι σκωπτικές περιαυτολογίες

12.12.2020

*Από τη συλλογή “Παρασάγγας αποχή”.

Jack Kerouac, 11ο Χορικό

Jack Kerouac, Eagle (1959)

Φάγαμε τα μούτρα μας
Σε κάθε υγρό βρομερό παγερό ύψωμα
Και περάσαμε έξω από κήπους με γαλότσες
Πίσω από τηλέφωνα της ντροπής
Και ξεπροβάλλαμε μες στα λουλούδια
Tnς Πύλης του Παραδείσου
Χορτάσαμε τις κάβλες μας
Ότι θελήσαμε κι ότι ρισκάραμε
Με μακρυμάλλες και καβατζωμένες
Και 78 μεροκάματα στη Ντελ Μόντε κάναμε
Και επιστρέψαμε
Συγκλονισμένοι απ’ το Αιώνιο Φως
Και βολέψαμε τον κολλητό
Και τον παρατήσαμε
στην Τσάιναταουν
Να φυτοζωεί
Να χορταίνει με βραστά σκουπίδια
Και ν’ ανακαλύπτει εντόσθια
Από βρέφη που έχουν γεννήσει Νέγρες
Πάνω στων ταξί τις σχάρες.

*Από τον τόμο Book Of Blues, Penguin Books 1995.
**Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Γιάννης Αντιόχου, Η Λίμνη

Πάντα επιστρέφεις λύπη μου
στου στήθους μου τη λίμνη—

Τ’ απόβραδο
έρχεται ο γαλάζιος θεός
ρυτιδώνοντας
με τα σκελετωμένα του χέρια
τη στιλπνή της επιφάνεια·
τα νύχια του
—δέκα μισοφέγγαρα—
θερίζουν
τη λασπωμένη της γαλήνη
Ω, πώς παφλάζει ο έρωτας
στο νερό του κορμιού σου!

Στον βυθό της λίμνης
—αυτός, ο κάτω ουρανός
είναι γαλάζιος
Στην ανίερη νύχτα
δεν βρίσκω πια μέλλον να σε ψάξω
και οι σκληρές μας αγκαλιές
είναι κάτι αιχμηρές λέξεις
που γίνονται σταυροί
και μας καρφώνουν
στην όχθη.

*Από τη συλλογή “Αυτός, ο κάτω ουρανός”, Εκδόσεις “Ίκαρος”.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Οι γυναίκες σκοτώνονται τις νύχτες

Φώτο: Katia Chauseva

Όπως ήταν νέα κι άμαθη
στις υποχρεώσεις του γάμου
τα βράδια αρνιόταν
να κοιμηθεί∙
προτιμούσε ν’ αφήνει τον
ξένο
στο πλάι της βυθισμένο
στην απιθανότητα της ξυπνητής επιθυμίας
κι άλλο δεν της έμενε παρά να
νανουρίζει τoν Έντουαρντ Φέρφαξ ή τον Φιτζγουίλιαμ
ανάμεσα στα σκέλια της
να περνά ένα δηλητηριασμένο
χτένι στα μαλλιά της
να ροδίζει τα μάγουλα
με τη χαυνότητα του ρομάντζου
και ν’ αφήνει επιτέλους
τα βλέφαρά της να σκεπάζουν το όνειρο
σαν αθόρυβο χιονάκι
στον κάμπο με τα τριφύλλια
/εκεί που κρύβεται τάχα η ακρογιαλιά
με το ψιλό βότσαλο
πάνω του τρέχουν νεράιδες
και δεν ξεφεύγουν από τον έρωτα
του γενναίου θνητού∙
Με βεβαιότητα
θα ξυπνούσε από τον πόνο
/η τραχύτητα της αποστροφής∙
χολιασμένος
ο ξένος
θα ζητούσε τούρκικο καφέ
κατά βάθος ελπίζοντας
πως τουλάχιστον
σήμερα
θα έπιανε παιδί

Παναγιώτης Δημητριάδης, αυτo-θυσία

μία λέξη κρίνει
τον παράδεισο κι όμως
δεν ρώτησες ποτέ
τη γνώμη του νεκρού

‘έκλαιγε μωρό
άρα δεν ήταν δέντρο
τα φίδια σέρνονται
αυτός θυμάμαι μπουσουλούσε
ύστερα ορκίζομαι σηκώθηκε στα δύο
άρχισε να μιλά τη γλώσσα αυτή των αριθμών’

‘μα, τον άκουσαν να ουρλιάζει στο κενό
το αίμα που έσταζε μοιάζει με αυτό του χοίρου
είστε βέβαιος πως δεν άλλαξε μορφή
η επιστήμη κάνει θαύματα ίσως
με μια εγχείριση καρδιάς
να απέκτησε σχήμα λογικής’

ήταν φιλόσοφος υπέρμαχος του λόγου
ρομαντικός ερωτευμένος ποιητής
διαβάτης ανθρωπόμορφος
θηρίο χαμογελαστό
λυσσασμένο
κτήνος

‘λυπάμαι
εδώ κηδεύονται μόνο άνθρωποι’

*Από τη συλλογή “Ο φόνος του λευκού”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.

Χρίστος Κασσιανής, Εκκένωση

Δεν είχανε αναστολές ούτε ανάπαυλα στο καλοκαίρι
Μεταξύ εξολοθρευτών απανωτές διαταγές
Εκκένωσης

Στις Προσταγές δεν βρέθηκαν ένοχοι
μόνο καπνοί στο βάθος, στρόβιλοι αναμμένοι,
μόνο εντολές ρητές
στη σταθερά ασυρμάτων υψηλής τεχνολογίας
στη σταθερή τροχιά του ξεριζώματος
με τις θαλάσσιες σχεδίες
στην ψάθα της προχειρότητας

Σπαράζανε τα σύννεφα μακριά μες στη λευκή τους πλάνη
μόνο γεννήτριες βροχής και μηχανές ανέμου
σημάδια μιας κατάβασης σε χρυσαφένιους παραδείσους
που σ’ απαλλάσσουν οριστικά απ’τους οικείους φόβους
μ’απόκοσμη ταχύτητα βαρυτικής δίνης

Αγνοούνται ως τώρα χωρίς μέλλον
τα εκτός θέματα
χωρίς ρίζες πια
πλάσματα ξεπερασμένα

Απ’ το βυθό της Εκκένωσης
αναδύονται τα εκτοπλάσματα αδηφάγων ολοκληρωμάτων
θριαμβικών ιαχών
ευγενών και υπηκόοων του νέου κόσμου
της εξελιγμένης νοημοσύνης
θεραπευμένης λογικής σφριγηλών σωμάτων

Σε μια Εκκένωση του συντριμμένου κόσμου
και των λυγμών του
σ’αυτό το οραματικό θαύμα
οι εκκενωμένοι κόσμοι δεν χωρούν
η Εκκένωση προσφέρει λύση τελική
ενώ, σε μια πλατφόρμα υψηλής νοημοσύνης
συγκεντρώνεται η αγνοούμενη ζωή

Το σηκωμένο δάχτυλο πιέζει Διαγραφή
στον παραπαίοντα κόσμο

10/11 Αυγούστου 2021

Αντώνης Βάθης, Από τις “45 Ιστορίες απ΄την άκρη του μυαλού μου”

2
Μέρα Απορίας

Ήταν εκτός του μυαλού του Πλάτωνα, μια μέρα που χάζευε, αυτός λοξοδρόμησε, τον άφησε χωρίς μια μνα στην τσέπη, λύσσαξε ο καθίκης και έσπασε 600 πλάκες του Δημόκριτου σε μια μέρα. Έκανε και γυμναστήριο εκείνας τας εποχάς, πάει και συμπόσιο, πίνει οκάδες τον κράσο και βουτά μια μιγάδα από τα μαλλιά όξω, όλα στα λευκά απόψε. Έτσι η νύχτα τον βρήκε Πνύκα-Φιλοπάππου να τραγουδά για τα μάτια τα μελιά, που ταν σαν πουτάνα, ξάβεργας παγίδα, να του πάρουν τα πλατωνικά μυαλά, ωχ αμάν, νύχτα ήταν, νύχτα έμεινε, κανείς δεν το ’μαθε.


3
Ο λαχταρώσσας

Όλα ήταν σαν ρόδα απλωμένα σε κορμί μικρής νύμφης. Ήταν έτοιμος να τα μαζέψει στόμα με στόμα, σάρκα με σάρκα, πετσί με πετσί, αλλά η ζωή τον τράβαγε σε μακρινά καθήκοντα βρωμολεγεωνάριας ζωής. Ξανά άθλια συσσίτια, ξανά μπουρδέλα στη Συρία με ιέρειες, όλο ανάγκες, ανάγκες, ανάγκες, μπούχτισε, μοτέλ-καπηλειό και να σφάζει επαναστάτες χριστούς, παναγίες, μωρά του Ηρώδη, παρθένες σε βουνά που προσπαθούσαν να του σπάσουν το κρανίο με ξόρκια του μυαλού, ήρεμα λιποτάχτησε, καταδικάστηκε σε θάνατο, περίμενε την ώρα, αλλά γνώρισε μια Κλεοπάτρα, του ’δωσε χάρη. Πήρε άδεια να πουλά προϊόντα κροκοδείλου. Τσάντες, δάκρυα, πανωφόρια, πορτοφόλια, κάποτε θα γυρίσει στη σάρκα από τη σάρκα του, να τελειώσει ό,τι άρχησε, να ενωθούν φλέβα με φλέβα, αναπνοή με αναπνοή, σάλιο με σάλιο.


4
Γαλάζιο Φιλί

Νύχτες ο Κερμπ έξυνε ένα παλιό κασόνι που βρώμαγε σαν να ’χαν ξεράσει χίλιες φάλαινες μαζό ό,τι φάγαν σ’ ένα μήνα. Ο ίδιος άντεχε κάθε είδους βρώμα και γι’ αυτό χρόνια δούλευε στον υπόνομο της Νέας Υόρκης ως κυνηγός αλιγατόρων. Η φήμη του ήταν μεγάλη και πάντα τον καλούσαν πρώτο από όλη την πόλη.
Η κασέλα ήταν από ένα περίεργο ξύλο νοτισμένο από τις θάλασσες που ταξίδεψε, το φυσικό του χρώμα χαμένο κάτω από στρείδια, μύδια και περιττώματα αχινών. Το χρώμα, ένα περίεργο γαλάζιο που έμοιαζε με αιγυπτιακό, αλλα και δεν ήταν. Πήρε δυο τηλέφωνα εδώ, δυο εκεί, ένα παραπέρα, τι διάολο, γαλάζιο βαμμένο είναι το κασόνι. Βάζει σ’ ένα περιοδικό για αντίκες μια αγγελία ζητώντας πληροφορίες και γνώση, τίποτα. Δέκα χρόνια μετά, νύχτα, του χτυπά την πόρτα ένας ολλανδός και του λέει «έχεις το Γαλάζιο Φιλί, την κασέλα που έβαλε το πρώτο βιολί την πρώτη νύχτα ο Στραντιβάριους, γι’ αυτό βρωμάει θάλασσα, ήταν από τα πάνω ξύλα που αγόρασε ο Στράντι για τα βιολιά, αλλά τα πάνω ήταν σάπια, πιο σάπια από τα νερά στο λιμάνι της Βαλτιμόρης, οπότε έφτιαξε ένα γαλάζιο με πολύ στάχτη μέσα και αντισηψιά και το ανακάτεψε με πολύ οινόπνευμα και φορμόλη έτσι βγήκε αυτό το χρώμα, το Γαλάζιο Φιλί».

*“45 Ιστορίες απ΄την άκρη του μυαλού μου”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2019.