Άρης Γεράρδης, από τον “Αειθαλή αποθηκάριο”

153
Δεν έφταναν τα τελευταία κέρματα να πάρει το λεωφορείο.
Πήρε μια βάρκα κι ανοίχτηκε.

154
Καρφώνουν τη μέρα τσιμεντάρουν τον ουρανό
κι όμως βρέχει ελπίδες πάλι.

155
Δεν τρέχει ο λαγός στην κατηφόρα, φυλάει
δυνάμεις για μετά.

156
Στη μίζερη χώρα πάνω στο κρέας σκοτώνουν
τις μύγες.

*Από τη συλλογή “Αειθαλής αποθηκάριος”, Εκδόσεις Οδός Πανός.

Άννα Δερέκα, Το σκηνικό

Όταν κοιμάμαι
βγαίνει ο στρατιώτης
με ωραία λουλούδια.
Προχωρεί στις τέσσερις γωνίες
του σπιτιού.
Βγαίνει ο παπάς.
Κρατάει το άγαλμα
του πεθαμένου δεσπότη.
Βγαίνουν από τον νεροχύτη
τα αγριολούλουδα που σάπιζαν.
Δεν θα ξαναδώ
όνειρα.
Καληνύχτα.

*Από τη συλλογή ”Αιμάσσων”, Εκδόσεις Κέδρος.

Χρίστος Λάσκαρης (1931 – 11 Ιουνίου 2008), Πέντε ποιήματα

ΕΡΩΤΑΣ

Στην πρώτη επαφή που είχαμε,
μιλήσαμε όπως δυο ξένοι
για πράγματα διάφορα σχεδόν.
Στη δεύτερη μπορώ να πω το ίδιο,
με κάποια στη φωνή μας διαφορά,
ένα χρωμάτισμα.
Ώσπου στην Τρίτη,
τα λόγια μας ακολουθούσαν παύσεις –
εκείνες οι γλυκές σιωπές
του έρωτα.

ΦΟΒΕΡΟΤΕΡΟΣ ΑΥΤΟΣ

Εκτός από τον φυσικό,
υπάρχει και ο άλλος θάνατος:

αυτός, της Κυριακής.

ΜΑΝΤΕΝΙΑ

Ένα κρεβάτι
και να είναι Αύγουστος,
και ξέρω εγώ να ξαναζήσω.

ΤΟ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ

Σ’ αυτό το απέραντο σούπερ-μάρκετ,
που πάνω του τσακίζονται
όλα τα όνειρα,
εδώ,
στη μοναξιά των διαδρόμων
θα με βρεις.

με το καρότσι μου να περιφέρομαι.

ΚΑΘΟΜΑΙ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ

Κάθομαι στη βεράντα κι αγναντεύω
σιωπηλός.
Ανόρεχτη που ‘ναι η ματιά μου.

Απ’ τις ταράτσες
κεραίες με κοιτάζουνε βουβές.
τέντες πληκτικά κατεβασμένες,
σαν την ψυχή μου.

Έρμα Βασιλείου, Αρχίζεις και τελειώνεις σαν ποίηση 

Αρχίζεις και τελειώνεις σαν ποίηση
που γνωρίζω καλά…
την φτιάχνω κάθε μέρα
γραμμένο χαλί
που πρέπει να ξηλώσω,
και που όταν φτάσω στην τελευταία βελονιά
ενώνεται μόνο του, γίνεται ένα
είναι όλα ερμητικά εξαντλητικά
στα ερμητικά εξάλλου χωρίς να το θέλω αναγνωρίζεται
και τ’ όνομά μου
από το ερμητικό φως…
το τι λέει ο κόσμος αφορά τον κόσμο
το τι λέει η ορτανσία στα μεγάλα φύλλα της
δεν τ’ ακούει κανένας
τι λέμε οι δυο όταν κοιμόμαστε χώρια
μας λένε πολλά
ακόμα κι όταν δεν βλεπόμαστε μιλάμε
ακόμα κι όταν δεν αγαπιόμαστε μιλάμε
από μακριά σαν πελαργοί συνεκφωνούμαστε
αρσενικός με θηλυκό σε συναστρία
και πάντα μένει η φωλιά
μέσα στην πιο λιασμένη μας πλευρά, εργαζόμαστε γλυπτή την επικοινωνία
σε σκοτεινά δωμάτια και άηχες κάμαρες
είναι πια αδύνατη η κάθαρση
δεν έχει τόπο να χωρέσει
ούτε κανένα αγγείο δέχτηκε ποτέ να βάλουμε απάνω τους μια ετικέτα στ’ όνομά της
παρότι συνενωμένοι συνεργάτες
στα δυο ή στα πέντε ή στα δώδεκα χρόνια
ένας δικηγόρος δέχτηκε να γράψει το συμβόλαιό μας
γιατί ξεχωρίζει από τ’ άλλα σώματα στο δρόμο
η λαχτάρα να βρεθούμε χώρια
η αμοιβή να βολευτούμε στο ξέσχισμα μια μετάνοιας
και η αγάπη, καλύτερα να πω ο έρωτας,
που φωσφορίζει σαν εξορία
στα κορμιά τα νησιά τα πανύψηλα νοερά μας κάστρα
αυτά και η λογική, η λογική
των άλλων ανθρώπων μας χώρισαν

*Από την ενότητα “Άκρατος οίνος” (στο βιβλίο “Νηρηίδες”, 2021, Μελβούρνη, αδημοσίευτο).

Misha the Maniac, From “Ύβρις”

Babushka

The house was cold, like a wind had come in through the front door and stayed there.
I crawled down the corridor (Turkish hall runner beneath me) and knocked on the door where my grandmother slept. No answer.
I reached for the door handle, turned it and tottered inside. There she was-a torpid, veiny form sprawled out on the bed.
Her arms were covered with injection bruises that looked like watercolour droplets.
“Little Misha, little Misha, where are you?”
She had been blind for over 30 years.
Up on the bedside table-a black plasticky unit that played the local AM radio. Chanting music (always on Sundays) and crispy-thin voices penetrating through the static.
“Misha, Misha, are you there?”
I crawled back out the door.
She made me aware from a very young age that the body was a site of suffering.
Just the thought of it. There on the bed, for so many years.

Hypatia’s Cunt-rag

In a large Byzantine encyclopaedia of the 10th pentury we learn of the ancient Alexandrian philosopher Hypatia and her infamous cunt-rag.
During one of her lectures, a pupil became so enamoured with her beauty that he promptly informed this illustrious teacher that he wanted to fuck her.
Hypatia responded by flinging her bloody cunt-rags at the student.
“This is what you love,” she announced before the symposium, “and there is nothing beautiful about it.”
But what she meant to say was that this pupil was the most incorrigible, pestilent whore that she had ever known; that he was a slimy asshole hair and a cuckolded bag of shit that couldn’t keep his dick in his pants, an animal cantankerous, sacrificed on the altar.
Crinkled photograph of my great-grandmother Hypatia. A refugee from the outskirts of the city of Smyrna, her male relatives rounded up, shot, decapitated, or sent on death marches.
They buried gold and jewellery in the earth, thought they would come back, never did.
Came to Australia on a boat. 1930s heyday blues, rural frontier, hot summers, government reserves, a new Anglo name, fish ‘n’ chips and a proxy bride.
I can see her now washing her cunt-rags by the river.

*“Ύβρις”, Apothecary Archive, January 2021.
http://www.apothecaryarchive.com

Áris Alexándrou (1922-1978), Poems 

Translated from the Greek by Yannis Goumas

ADVICE TO A CONSCIENTIOUS OBJECTOR
There are always ways of avoiding prosecution
for instance if you’re suffering from something akin to melancholia
or ― ideally ― you write paranoid verses such as
“Soldiers have eyes to see with’
or “Sergeant, I’m colour blind; I see the target as my heart’.
There’s ways.
But if you’re now certain in your mind that through bribery
you’re paying for another to have his own way
collect from every corner what remains of your despair
and steady
and composed
as a prompter
go whisper the words that need be enounced
by prosecutors and court-martial officers.
When in jail don’t count the days.
As you observe the forecourt narrow bit by bit
it’s best for you to shorten your own stride.
Best also you should make light of reports.
Ceremonies, party turncoats and elections
probably have as much effect on the passage of time
as the evening sea breeze
on coal miners lamps.
Then again if you can’t go on living without hope
build your dreams upon earthquakes,
These ― everything’s possible ― may grant you
the lovely journey
of a transportation.

AND YET THEY KILLED HIM…
He wanted to live
as much as we did
― and yet they killed him.
He had a smile
as I have when I turn the corner
and see light
at your window
― and yet they killed him.
He was able to accept the fact that we would forget him
as one forgets a stone holding up one’s house
― and yet they killed him.

THE ARMS
The arms of men just before they die
Are almost like marble, almost foreign.If you were not by me
I would have started chiselling their hard fingers.
Now I’ll stay close to them
Like a dog that licks the palm of a hand.
I’ll stay here for my warmth to open
Their sealed lips
So that they can tell
How much they fear, how much they have repented.

DRAFT FOR A STORY
One day you must write about that blue-eyed boy
On his face the soot and rust of ports.
Mention
That he was taken by chance, that he renounced nothing.
That later in that piece of sky lined like an exercise book
He read and studied
results and causes.
All this without psychology, based on facts and exchange of views
alone, without leaving anything out.
From the time he stretched a hand to steal a cigarette,
And touching the packet he felt he had dipped his hands
in his mate’s freshly-operated insides,
Up to the very last moment
When he managed to scribble down
His final lesson:
“Mother,
don’t cry.
Tomorrow you’ll lose your child
But you’ll have gained
his name.’

THE ILLICIT NOTE
We are fractured,
and time is against us.
We prick our ears to hear the latest news,
and they are snatched from us, heavily wounded,
on makeshift stretchers.
We make an effort to count the stars,
and they fall on the pavements like drawing pins, upside down.
With a small fracture
I persevere and drive on through the mud,
uprooting my every step like a hollow tooth.
I raise the people’s chins
and make a quick note
of the light left in their sockets,
then I hide the note
in my heart
so that at the autopsy they’ll see
how very little we lived.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Χορός στα ερείπια 

Στη συνοικία Κλώνο του Μπρονξ-Αποβάθρα μεταναστών-Πληθώρας υπογείων του εγκλήματος-Της προσφυγιάς της υδρογείου–Σ’ ακάλυπτο–Με μονοκατοικία–Του μπουντρουμιού μου σε πολυκατοικία-Τα πίσω βλέπανε μπαλκόνια- Αληθινός παράδεισος μ’ αυλή και oπωροφόρα-Ευεργετούνταν πολλές πολυκατοικίες με ορίζοντα για χρόνια- Μέχρι το βράδυ μεγάλης φασαρίας-Ο γιος μουρντάρει τους γέρους στη γωνία- Να την γκρεμίσουνε τη μονοκατοικία-Να ζήσουν κι αυτοί σε πολυκατοικία-Και όλα καλά μέχρις εκεί-Αλλά ένα χάραμα- Oριστικά πριν σωριαστεί- Ο γιος καταφθάνει με αμάξι που δονείται απ’ τα ηχεία-Στα ερείπια αρχίζει με φίλους να χορεύει με μανία-Του ακάλυπτου οι περίοικοι του φέρνουν μπατσαρία––Μία φωνή του λέει από παντζούρι δυνατά-Σε ρετιρέ εσύ να κατοικείς-Στο ερείπιο θα μένεις μια ζωή-Στη συνοικία Κλώνο του Μπρονξ-Αποβάθρα Φυλών της Γης- Πληθώρας υπογείων του εγκλήματος-Της προσφυγιάς της υδρογείου––

*Από τη συλλογή ‘’Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα’’, Εκδόσεις Οδός Πανός.

Αργυρώ Αξιώτη, Ζέστη

Στην πίσω όψη του καλοκαιριού
είναι γραμμένα
όσα δεν έγιναν
όσα χάθηκαν με τον νοτιά
όσα κάηκαν από πάθος ανήμερο
και τα ονόματα των πνιγμένων.

*Από τη συλλογή “Τρύπα στο πάτωμα”, Εκδόσεις των άλλων, Ιούλιος 2021.

Shakhawat Tipu, Δεν είμαστε άραγε νηστικοί;

Μην κάνεις τίποτα, αγαπητέ Νταλί!
Τα φύλλα πέταξαν από το δέντρο
ψηλά στον άνυδρο ουρανό
Κι η νεφέλη φύλλο έχει γίνει.

Μόλις του Σαλβαντόρ Νταλί αντίκρισα τις πινελιές
Μία σπασμένη εικόνα είδα όλο κι όλο
Κι εκείνος να περιφέρει το ρολόι, για να κάνει ένα αυγό
και για να ζεσταθεί ώσπου να ‘ρθει η ώρα.

Μειδιώντας στο φεγγάρι τότε κάθισα
Κι έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα
Κι απ’ το αυγό μωρό ελέφαντα
ξεπρόβαλε.
Το κάλλος της κανέλας αναζητά κι εκείνο!

Αγαπητέ μου αδελφέ Νταλί!
Μπροστά σε μια αλέα, κάπου στον κόσμο
Σε κότα έξαφνα μια αγελάδα μετετράπη!

Νέα κατάσταση θαρρείς είν’ η τηγανητή η κότα
κι η βρώση της ωραία.
Καιρό πολύ ήμασταν πεινασμένοι
Πέθανα –κι ετούτο παραπάει
Όμως εγώ στο άπειρο μπορώ να πάω πετώντας
Στους ώμους μίας εποχής καθίσαν οι νεκροί
Και σφαίρα πίστεψα πως ήμουνα, στην τόση μου γαλήνη
Προς ουρανούς πώς και δεν τράβηξα κι επέστρεψα στον κόσμο;

Στο έδαφος ακούμπησε σήμερα η νεφέλη!
Αλλά βροχή καθόλου.
Με σκόνη ξερή σκεπάζεται η γη απ’ άκρη σ’ άκρη!

Σήμερα ήρθε διάβολος, για άγγελο μιλώντας
Για κείνον που ‘λεγε πως μες στα σπλάχνα του ο καθείς
έναν κόσμο ολόκληρο δύναται σαν αυγό να κάνει.

Τέτοια αυγά τα λαχταράει ο κόσμος πεινασμένος!
Ω, εσύ χρυσό αυγό
Πότε μωρό ελέφαντα έφερες στον κόσμο;

Μη νοιάζεσαι, αγαπητέ Νταλί!
Ελέφαντα για σύντροφο όποιος έχει
Αλεξιβρόχιο πάνω απ’ την κεφαλή δεν θέλησε ποτέ.

Μια μέρα μόνο άσε τους ανθρώπους να κοιτάξουν
Τ’ αλεξιβρόχιο όταν ανοίξει
Τα μελανά πως να συντρίψουνε αυγά!
Και κάτι ακόμα που σε σκανδαλίζει,
κροκόδειλος πως γίνεται κανείς;

Όχι, δεν έχουμε στομάχι!
Με μια ικανοποίηση ξυπνήσαμε καταναλωτική.
Είμαστε χρόνου καταναλωτές, οι άνθρωποι
Παρόλα αυτά δεν είμαστε άραγε νηστικοί;

*Μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου.

**Ο Σακαουάτ Τίπου (Shakhawat Tipu) γεννήθηκε το 1971 και ζει στη Ντάκα. Είναι ένας διακεκριμένος ποιητής, δοκιμιογράφος και συντάκτης από το Μπαγκλαντές. Μια εξέχουσα προσωπικότητα του νέου ποιητικού ρεύματος της Βεγγάλης, ο Τίπου καθιερώθηκε από νωρίς ως κορυφαίος ποιητής της γενιάς του. Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, ισπανικά, ιταλικά, σερβικά, σλοβενικά και αγγλικά. Έχουν κυκλοφορήσει οκτώ συλλογές ποιημάτων του, καθώς και ένα βιβλίο του για μια διάσημη εικαστικό της Βεγγάλης Νοβέρα Αχμέτ (Novera Ahmed) και τα έργα της. Ο Τίπου υπήρξε επιμελητής του περιοδικού γλωσσολογίας και φιλοσοφίας Jatiya Shahittya (2008), αλλά και της ανθολογίας Charalnama (2011) που αποτελεί μια συλλογή συνεντεύξεων των ανθρώπων του δρόμου σε τοπικό ιδίωμα. Τα ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλά περιοδικά και ανθολογίες σε όλο τον κόσμο. Είναι επίσης αρχισυντάκτης του λογοτεχνικού περιοδικού ποικίλης ύλης της Βεγγάλης Tarka Bangla [tarkabangla.com].

Nadia Anjuman, Ρίζωσα εδώ…

Ρίζωσα εδώ- σε σιδερένια χώρα με μολύβδινα μπλε σύννεφα
σε σιδερένιο ουρανό που ουρλιάζει.

Είμαι εγκλωβισμένη σ’ αυτή τη γωνιά
όλο μελαγχολία και θλίψη.
Κλειστά τα φτερά μου και δεν μπορώ να πετάξω.
Είμαι Αφγανή, να θρηνώ πρέπει.

Μια μέρα τα χέρια μου θα γίνουν αργαλειοί
και στης ζωής το απογυμνωμένο σώμα
θα υφάνουν φορεσιά με στάρια και άνθη.

*Η Nadia Anjuman [Νάντια Άντζουμαν] γεννήθηκε το 1980 και δολοφονήθηκε από τον άνδρα της στις 4 Νοεμβρίου 2005.