Πάντοτε ζούσα για έναν αιφνιδιασμό,
όπως όλοι οι χαμένοι.
Ήλπιζα στα όνειρα τα άυπνα
και ήθελα να χρωστώ τα πάντα
σε ένα θηριώδες ελάχιστο.
Να μπαίνω στο νερό
και να αναποδογυρίζω μαζί του
το προετοιμασμένο μου μέλλον.
Να εξαφανίζομαι μέσα στο έξω,
μακριά από τη μονοτονία του καθολικού.
Ήλπιζα ακόμη,
μέχρι που είδα
εκείνες τις έφιππες αράχνες,
να κουβαλάνε τη σορό μου.
Τη σορό που όλο και μεγάλωνε.
Μια μέρα γονάτισε μπροστά μου
και με ικέτεψε για μία ακόμη αναβολή.
Της χάιδεψα την πλάτη
και της είπα όλη την αλήθεια:
«Το παρελθόν δεν μπορεί να περιμένει».
Της φόρεσα το πιο όμορφο σάβανο
και την άφησα μόνη
στη μέση της αγάπης.
Μόνη με έναν θάνατο που δε λέει να ενηλικιωθεί.
* από την ποιητική συλλογή Μεταθανασία, εκδ. 24Γράμματα, Ιούνιος 2020
Στο όνειρό του αντίκρισε τον Σοπενχάουερ.
-Πρόσεξε, του φώναξε,
με κυνηγούν επτά αντιπρόσωποι των νόμων.
Κραδαίνουν αόρατα ραβδιά.
-Ησύχασε, τον παρότρυνε εκείνος,
όλοι έχουμε ανάγκη
τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα.
[ Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες, Εκδόσεις Στιγμή, 2007 ]
***
Λαβωμένη κοιμωμένη
Παίρνει ο σατανάς έναν πάσσαλο τον καρφώνει
στη γη. Μου λέγει. Βάλε πάνω την κίσσα σου.
Την έβαλα. Τώρα σύρε να φέρεις το τουφέκι σου.
Το έφερα. Γέμισέ το. Το γέμισα. Σημάδεψε. Ρίξε.
Τη στιγμή που ήμουνα έτοιμος να ρίξω.
Ορθώνεται μπροστά μου μια παιδούλα.
Τραυλίζοντας. Βλάμη. Τι καλή μου αποκρίνομαι.
Είναι η ερημιά βλάμη μου.
Κι έστησε ένα μοιρολόγι. Ο Θεός να με κολάσει.
Ω νιάτα μου. Ω αγνότητά μου.
Φούρκα δίχως γιορτινά.
Γάμε δίχως καλεσμένους.
Παράφρονα κυνηγέ αλύτρωτης τρυγόνας.
[ Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε, Εκδόσεις Στιγμή, 1995 ]
Και δεν μπορώ ν’ ανασάνω μ’ αυτό το γόνατο του μπάτσου στο σβέρκο μου δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τα δακρυγόνα στις πλατείες και τους δρόμους δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τ’ αποκαΐδια των δασών μας δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τα σκουπίδια του πολιτισμού σας δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τους νόμους της οικονομίας σας και τους νόμους της δικαιοσύνης σας δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τον παραλογισμό της λογικής σας, (δε πά’ να βαστά κι’ απ’ την ιδιαίτερη πατρίδα μου όπως καυχιόνται μερικοί ηλίθιοι… δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ την σκατίλα της ιδιαίτερης πατρίδας μου) δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ την ασχήμια, την κακογουστιά της κοινωνίας του θεάματός σας δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τις στερήσεις και τους αποκλεισμούς της καταναλωτικής κοινωνίας σας δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τις ανέσεις σας και τον εφησυχασμό σας και τα εθελόδουλά σας ήθη κι’ έθιμα… Ζε σουΐ αράπης.
*Από την Μικρή ανθολογία για την δολοφονία του George Floyd στο ιστολόγιο Ποιητικό Σταυροδρόμι
*
Η ΚΗΔΕΙΑ
Αγόρι, κορίτσι. Δώστε – Στο κορίτσι μια κούκλα. Στο αγόρι φτυαράκι. Η κούκλα ξεχαρβαλωμένη να ‘ναι, νεκρή. Τ’ αγόρι θα σκάψει με το φτυαράκι του λάκκο ένα λάκκο μικρό, τόσο δα, για την κούκλα της φίλης του. Δώστε – Και στον Ούζο, τον χαζό μας, ένα καπέλο καπέλο να ‘χει ο χαζός μας, να το βγάλει καθώς περνά η κηδεία.
*
ΦΟΥΤΜΠΩΛ
Το κρανίο μου παίζουν κλωτσοσκούφι Στρατηγοί Vs Μπίζνεσμεν. Γ κ ο ο ο ο ό λ ! Ζήτω! Σεισμός στην εξέδρα Διαμαρτυρίες, ήτανε οφσάϊντ Πουλημένος ο ρέφερυ. Εγώ τώρα πάλι – άουτ! το κρανίο μου στου διαόλου τη μάνα. “- Να ζει κανείς ή να μη ζει;” αναρωτιέται ο Αμλετάκος τραβώντας να μαζέψει τη μπάλλα. Αν κάνει καλά τη δουλειά του ο σπόρος, μπράβο, κονόμησε χαρτζιλικάκι.
*
ΠΟΛΕΜΟΣ
Χαλασμένη γειτονιά είναι οι στίχοι μου. Στα χαλάσματα των στίχων μου, πιτσιρικάδες βγήκαν και παίζουν – πόλεμο έναν πόλεμο αφελή όμως καθαρό παλικαρίσιο έναν πόλεμο χωρίς υποκρισίες μήτε τις προστυχιές του πόλεμου των μεγάλων.
*Από τον ‘Πόλεμο’ φυλλάδιο με ποιήματα, που κυκλοφόρησε σε ελάχιστα αντίτυπα, εκτός εμπορίου, το 2007.
Σήμερα ξύπνησα στην ομίχλη –
γυμνόκλαδος πόνος.
Παράξενη βροχή: από τον ουρανό
στο κόκκαλο∙ μια μουσική σε πτώση.
Να περνάει ψυχρός ο κίνδυνος: από
τις φυλλωσιές στο σώμα.
Αβέβαιος σηκώθηκα πάλι.
Σίγουρο το δέρμα που συγκίνησα, με
χείλια τραύματα: σωθικά του αλκοόλ.
Ματάκια μου που δεν σας πίστεψα∙
αύριο πώς θα σωθώ;
***
Η φριχτή φορεσιά – το σώμα μου,
άυπνο ανάμεσα σε τόσα βλέμματα.
Άοσμα χέρια μικρών αγαλμάτων.
Η πρώτη νύχτα στη θάλασσα,
μια παράξενη Πέμπτη με στήθη θαύματα∙
δανεικός ουρανός για τα τυχαία μάτια μου.
Αδύνατον να σηκωθώ από τέτοιο θάνατο.
***
Πρωινό στο μπαλκόνι κι η Λάρισα
απέραντη όπως το σώμα της γυναίκας
που αγαπώ, πριν ξετυλίξει η μέρα τα
στολίδια της – χαμόγελο σβηστό σαν
αποτσίγαρο βρεγμένο μοναξιά.
Είναι σκληρή η ψιχάλα, διώχνει τα
αδέσποτα σκυλιά, σμίγει το φόβο,
σφίγγει τα ανυπεράσπιστα οστά μου.
οι μούσες κρεμάστηκαν στις ροδακινιές η θάλασσα μύρισε κάρβουνο και γω περπατώ λίγο νέος λίγο γέρος λίγο σοφός λίγο ανίδεος παραπάνω θλίψη δε χωράει και να γίνομαι καλός γίνομαι κακός και όλα τα πράγματα του κόσμου δεν υπάρχουν πια μόνο περπατώ μ’ ένα άδειο κεφάλι μ’ ένα άδειο κορμί οι λέξεις στερεύουν η καρδιά πεθαίνει δεν ξέρω πως συμβαίνει αυτό δεν υπάρχει κανείς δεν υπάρχει τίποτα κρέμομαι στην άρπα μου ενώ οι μούσες παραπατάνε τα λιμάνια καίγονται λίγο τρελός λίγο δυνατός λίγο σοφός λίγο ηλίθιος περπατώ
*Από τη συλλογή «Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως».
Σελίδες σπίθες ανάβουν πνίγονται δίπλα στο νερό που ιριδίζει που σε στάλες στάχτες στάζει πάλι πάνω σε νερό και το ταράζει όσο το φτερό το χώμα καθώς κοιμίζω τις υποσχέσεις που ολιγωρούν δίχως ανάσα σαν πέτρινοι άντρες σε γωνίες ανηφόρες κατηφόρες που σαν φωνές ταξιδευτών με τη δική μου χροιά θα λοξοδρομούν
θα ξεμακραίνουν.
II.
Όταν θα επιστρέψεις
θα αφεθεί ησυχία από τις μνήμες μου
όταν θα επιστρέψεις
δεν θα σαπίζουν πια οι καρποί του υπαρκτού
όταν θα επιστρέψεις
θα σε στεγάσω στις παλάμες μου
σαν κερί που αιώνες κόντραρε τον άνεμο
όταν θα επιστρέψεις
θα σου πω πως
καθώς το μαστίγιο του ήλιου
ελευθερωνόταν πάνω μου
άγγιξα το όνομά σου ολόκληρο
γραπώθηκα απ’ όσους γύρω μου με γύρευαν
θα σου πω το είδα, το έζησα:
όλα στον κόσμο ήταν γυμνά από σάρκα
έγλειφα σαν ύαινα κόκαλα και σκόνη. Θα σου πω…