Στο όνειρό του αντίκρισε τον Σοπενχάουερ.
-Πρόσεξε, του φώναξε,
με κυνηγούν επτά αντιπρόσωποι των νόμων.
Κραδαίνουν αόρατα ραβδιά.
-Ησύχασε, τον παρότρυνε εκείνος,
όλοι έχουμε ανάγκη
τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα.
[ Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες, Εκδόσεις Στιγμή, 2007 ]
***
Λαβωμένη κοιμωμένη
Παίρνει ο σατανάς έναν πάσσαλο τον καρφώνει
στη γη. Μου λέγει. Βάλε πάνω την κίσσα σου.
Την έβαλα. Τώρα σύρε να φέρεις το τουφέκι σου.
Το έφερα. Γέμισέ το. Το γέμισα. Σημάδεψε. Ρίξε.
Τη στιγμή που ήμουνα έτοιμος να ρίξω.
Ορθώνεται μπροστά μου μια παιδούλα.
Τραυλίζοντας. Βλάμη. Τι καλή μου αποκρίνομαι.
Είναι η ερημιά βλάμη μου.
Κι έστησε ένα μοιρολόγι. Ο Θεός να με κολάσει.
Ω νιάτα μου. Ω αγνότητά μου.
Φούρκα δίχως γιορτινά.
Γάμε δίχως καλεσμένους.
Παράφρονα κυνηγέ αλύτρωτης τρυγόνας.
[ Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε, Εκδόσεις Στιγμή, 1995 ]
Και δεν μπορώ ν’ ανασάνω μ’ αυτό το γόνατο του μπάτσου στο σβέρκο μου δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τα δακρυγόνα στις πλατείες και τους δρόμους δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τ’ αποκαΐδια των δασών μας δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τα σκουπίδια του πολιτισμού σας δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τους νόμους της οικονομίας σας και τους νόμους της δικαιοσύνης σας δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τον παραλογισμό της λογικής σας, (δε πά’ να βαστά κι’ απ’ την ιδιαίτερη πατρίδα μου όπως καυχιόνται μερικοί ηλίθιοι… δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ την σκατίλα της ιδιαίτερης πατρίδας μου) δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ την ασχήμια, την κακογουστιά της κοινωνίας του θεάματός σας δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τις στερήσεις και τους αποκλεισμούς της καταναλωτικής κοινωνίας σας δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τις ανέσεις σας και τον εφησυχασμό σας και τα εθελόδουλά σας ήθη κι’ έθιμα… Ζε σουΐ αράπης.
*Από την Μικρή ανθολογία για την δολοφονία του George Floyd στο ιστολόγιο Ποιητικό Σταυροδρόμι
*
Η ΚΗΔΕΙΑ
Αγόρι, κορίτσι. Δώστε – Στο κορίτσι μια κούκλα. Στο αγόρι φτυαράκι. Η κούκλα ξεχαρβαλωμένη να ‘ναι, νεκρή. Τ’ αγόρι θα σκάψει με το φτυαράκι του λάκκο ένα λάκκο μικρό, τόσο δα, για την κούκλα της φίλης του. Δώστε – Και στον Ούζο, τον χαζό μας, ένα καπέλο καπέλο να ‘χει ο χαζός μας, να το βγάλει καθώς περνά η κηδεία.
*
ΦΟΥΤΜΠΩΛ
Το κρανίο μου παίζουν κλωτσοσκούφι Στρατηγοί Vs Μπίζνεσμεν. Γ κ ο ο ο ο ό λ ! Ζήτω! Σεισμός στην εξέδρα Διαμαρτυρίες, ήτανε οφσάϊντ Πουλημένος ο ρέφερυ. Εγώ τώρα πάλι – άουτ! το κρανίο μου στου διαόλου τη μάνα. “- Να ζει κανείς ή να μη ζει;” αναρωτιέται ο Αμλετάκος τραβώντας να μαζέψει τη μπάλλα. Αν κάνει καλά τη δουλειά του ο σπόρος, μπράβο, κονόμησε χαρτζιλικάκι.
*
ΠΟΛΕΜΟΣ
Χαλασμένη γειτονιά είναι οι στίχοι μου. Στα χαλάσματα των στίχων μου, πιτσιρικάδες βγήκαν και παίζουν – πόλεμο έναν πόλεμο αφελή όμως καθαρό παλικαρίσιο έναν πόλεμο χωρίς υποκρισίες μήτε τις προστυχιές του πόλεμου των μεγάλων.
*Από τον ‘Πόλεμο’ φυλλάδιο με ποιήματα, που κυκλοφόρησε σε ελάχιστα αντίτυπα, εκτός εμπορίου, το 2007.
Σήμερα ξύπνησα στην ομίχλη –
γυμνόκλαδος πόνος.
Παράξενη βροχή: από τον ουρανό
στο κόκκαλο∙ μια μουσική σε πτώση.
Να περνάει ψυχρός ο κίνδυνος: από
τις φυλλωσιές στο σώμα.
Αβέβαιος σηκώθηκα πάλι.
Σίγουρο το δέρμα που συγκίνησα, με
χείλια τραύματα: σωθικά του αλκοόλ.
Ματάκια μου που δεν σας πίστεψα∙
αύριο πώς θα σωθώ;
***
Η φριχτή φορεσιά – το σώμα μου,
άυπνο ανάμεσα σε τόσα βλέμματα.
Άοσμα χέρια μικρών αγαλμάτων.
Η πρώτη νύχτα στη θάλασσα,
μια παράξενη Πέμπτη με στήθη θαύματα∙
δανεικός ουρανός για τα τυχαία μάτια μου.
Αδύνατον να σηκωθώ από τέτοιο θάνατο.
***
Πρωινό στο μπαλκόνι κι η Λάρισα
απέραντη όπως το σώμα της γυναίκας
που αγαπώ, πριν ξετυλίξει η μέρα τα
στολίδια της – χαμόγελο σβηστό σαν
αποτσίγαρο βρεγμένο μοναξιά.
Είναι σκληρή η ψιχάλα, διώχνει τα
αδέσποτα σκυλιά, σμίγει το φόβο,
σφίγγει τα ανυπεράσπιστα οστά μου.
οι μούσες κρεμάστηκαν στις ροδακινιές η θάλασσα μύρισε κάρβουνο και γω περπατώ λίγο νέος λίγο γέρος λίγο σοφός λίγο ανίδεος παραπάνω θλίψη δε χωράει και να γίνομαι καλός γίνομαι κακός και όλα τα πράγματα του κόσμου δεν υπάρχουν πια μόνο περπατώ μ’ ένα άδειο κεφάλι μ’ ένα άδειο κορμί οι λέξεις στερεύουν η καρδιά πεθαίνει δεν ξέρω πως συμβαίνει αυτό δεν υπάρχει κανείς δεν υπάρχει τίποτα κρέμομαι στην άρπα μου ενώ οι μούσες παραπατάνε τα λιμάνια καίγονται λίγο τρελός λίγο δυνατός λίγο σοφός λίγο ηλίθιος περπατώ
*Από τη συλλογή «Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως».
Σελίδες σπίθες ανάβουν πνίγονται δίπλα στο νερό που ιριδίζει που σε στάλες στάχτες στάζει πάλι πάνω σε νερό και το ταράζει όσο το φτερό το χώμα καθώς κοιμίζω τις υποσχέσεις που ολιγωρούν δίχως ανάσα σαν πέτρινοι άντρες σε γωνίες ανηφόρες κατηφόρες που σαν φωνές ταξιδευτών με τη δική μου χροιά θα λοξοδρομούν
θα ξεμακραίνουν.
II.
Όταν θα επιστρέψεις
θα αφεθεί ησυχία από τις μνήμες μου
όταν θα επιστρέψεις
δεν θα σαπίζουν πια οι καρποί του υπαρκτού
όταν θα επιστρέψεις
θα σε στεγάσω στις παλάμες μου
σαν κερί που αιώνες κόντραρε τον άνεμο
όταν θα επιστρέψεις
θα σου πω πως
καθώς το μαστίγιο του ήλιου
ελευθερωνόταν πάνω μου
άγγιξα το όνομά σου ολόκληρο
γραπώθηκα απ’ όσους γύρω μου με γύρευαν
θα σου πω το είδα, το έζησα:
όλα στον κόσμο ήταν γυμνά από σάρκα
έγλειφα σαν ύαινα κόκαλα και σκόνη. Θα σου πω…
Στην πρωτομάντη Γαία. Εκχωμάτωση από το μαντείο της Δωδώνης όπου και βρέθηκε ο κεραυνός αυτός. Hλεκτρονικός κεραυνός, αέρας, αγωγιμοποιημένο χώμα, πάνω σε ξύλινη κατασκευή. Το έργο αυτό του Costis Triandaphyllou μπορείτε να δείτε στην Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου.
μετά την πριν από την έχοντας χάσει το διατηρώντας τις σχέσεις με μετά λοιπόν άρχισα να σκάβω την σκιά μου ανοίγω αργά το τοπίο λόγω ανωτέρας βίας τραβάω απ’ το κλειστό συρτάρι μικρές κραυγές κι αναστεναγμούς για να ζήσω την ανοιξιάτικη ανάσα με μέλλον τόσο μακρυά ακόμη μετά την ρωγμή μετά το σκίσιμο στα δυό τσακισμένος τραγούδι του τρελού αδερφού μετά τον προηγούμενο στίχο μου είπες τί να κάνουμε πες μου σε παρακαλώ! πως να σε αποχωριστώ άφησέ μου την σκιά σου να σε βρω
η μέρα μετά όπως και πριν η νύχτα μετά την μέρα μετά με εθνικούς νικητές για το αύριο με εθνικούς νεκρούς της παράνοιας βιασμένους, ποδοπατημένους, χτυπημένους στην ανάσα απάνω όλοι ντυμένοι με άγνωστα χρώματα πάνω σε ερείπια πολιτισμών σκιές πια σκάλα να ανέβω στο σκοτάδι που δε βγάζει στο θεό; για να μου δείξει τον δρόμο να μου ανοίξει δρόμο στο κενό γύρω μου γεμάτο λέξεις από την μια μέρα στην άλλη τελείωσε η μέρα πριν χωρίς τελετουργία αποχαιρετισμού ξεριζωμένη γενιά σε άγριο φευγιό για τη Δύση χωρίς σκιές
και πάλι ξεκινάω για να καταλάβω τί διάολο δουλειά έχω εγώ εδώ τί να κάνω πριν όπως και μετά αύριο γιατί χτες όταν τα αγάλματα δεν τα πίστευε πια κανείς δολιοφθορά μέχρις εσχάτων κι ήρθε ο ένας και σπουδαίος λυτρωτής μέσα απ’ το δάσος κι έκανε την απρόοπτη εμφάνισή του μέσα από την μαύρη θάλασσα γυμνός τόσο μικρός και κωμικός από την φύση του που δεν αντέξαμε και τον αγαπήσαμε μέσα από τα σκορπισμένα και νεκρά μια τέτοια μελωδία! ας το σκεφτούμε αν θα υπάρχει αύριο όταν έτσι ξαφνικά αυτό που ακούσαμε που ανήκε σε όλους έγινε τέρας που κυνηγάει στην γκρεμισμένη πόλη εφιάλτης αν θα υπάρχει αύριο για μας την επόμενη στιγμή σήμερα μουδιασμένος σε ένα άγνωστο τοπίο χωρίς συνέχεια ισόπεδο άναρθρο μπερδεμένος σε ισορροπία τρόμου απορημένος σε μια καινούρια μέρα με ξεχασμένες συνήθειες άγνωστες φωνές κυριαρχούν στον ορίζοντα ακούω μια μελωδία γνωστή κι αγαπημένη πίσω απ’ τα οδοφράγματα πότε θα την κάνει το θεριό; άντε για να δω! τέτοιο καημό;
έχω γύρω μου δικούς μου μάλλον με αναγνωρίζουν και μου μιλούν τί λένε; τί μου λένε; πώς γίνεται να βλέπω μόνον τις σκιές τους; οι ήχοι δεν τραγουδάνε είμαι εδώ αλλά και εκεί σκοτεινιασμένη η γλώσσα μου σε μια άγνωστη στιγμή που δεν είμαι εγώ μέσα σε σκοτεινά οπλισμένα αδιέξοδα χαρακώματα σε περιμένω άφωνος νιώθω να μη με ακούνε να μη καταλαβαίνουν μια τέτοια μελωδία κάτι μου λείπει είμαι στο πριν και το μετά μαζί μετά την αστραπή καβάλα στην βροντή όλα ανάποδα στρωμένα σιωπή για να μου δώσεις λίγη αγάπη να φροντίσεις αυτή τη στιγμή να μοιραστώ την επόμενη μέρα να είμαι σίγουρος εδώ