Γιώτα Τεμπρίδου, Από τα “ιογενή”

μισή σου (εγκλεισμός #2)


και της Μάνικας και της Μαριλένας


Μας πήρανε το έξω, είμαι μέσα μου, μας πήραν το μαζί, είμαι μισή σου. Βλέπω απ το παράθυρο την απέναντι, σκέτος ο δρόμος μάς χωρίζει, δεν περνάει κανείς, πώς σε λένε;, ωραία μαλλιά. Αλλάζει κάθε μέρα τις καρέκλες μεταξύ τους, βάζει τη δεξιά αριστερά, την αριστερά δεξιά, δεν ξέρω πια ποια είναι ποια. Στέκεται ανάμεσά τους και βγάζει τα ρούχα της, αφήνει μισά στη μια καρέκλα, μισά στην άλλη. Κατάγυμνη και ωραία η απέναντι, ωραία μαλλιά, πώς σε λένε;, ανάμεσα σε καρέκλες με ρούχα. Μια μέρα θα είναι σαν σήμερα και θα γδυθώ και εγώ. Θα σταθώ στο ίδιο σημείο, θα κοιτάξω απέναντι, δεν θα είναι κανείς, το διαμέρισμα παρατημένο χρόνια. Θα λείπει το έξω, το μαζί και το απέναντι, σαν σήμερα, και εγώ θα τρέμω. Θα φοράει πολλά, δεν θα έχει μαλλιά, σαν σήμερα, ο-φόβος.

Πάνω δεξιά (εγκλεισμός #4)


της Τιτίκας (ε, και της μανούλας)


Η μαμά μου πιστεύει πως δεν έχουμε κρούσματα στο βόρειο Έβρο, γιατί δεν είπε κάτι η τιβί. Καρφί δεν της καίγεται της τιβί για το βόρειο Έβρο, της λέω. Γελάει. Είναι ανακουφιστικό το γέλιο της, αλλά κρατάει πολύ. Προλαβαίνω να σκεφτώ νεκρές που τις σκότωσαν σφαίρες, όχι ιοί. Νεκρούς που δεν μετρούσαν ούτε ως ζωντανοί. Κάποτε κουράζομαι. Πέφτω για ύπνο και βλέπω τη μάνα μου αρματωμένη στα σύνορα, από δω μεριά, να ετοιμάζεται να κυνηγήσει τους ανθρώπους, τους από κει μεριά, που όμως δεν είναι άνθρωποι πια αλλά προϊστορικά ζώα. Ξυπνάω φωνάζοντας μην τους πιστεύεις μαμά. Δύο-πέντε-πέ-ντε-δύο-μηδέν, την παίρνω στο τηλέφωνο. Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας, την πετυχαίνω στην τηλεόραση.

*”τα ιογενή”, Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, Θεσσαλονίκη 2020.

Ηλίας Λάγιος (5 Ιουλίου 1958 – 5 Οκτωβρίου 2005) 

Έλα, υψηλή και υπερήφανη γλώσσα
ν’ αφηγηθείς.
Να πεις το τέλος της ιστορίας.
Πόσο πολύ αγάπησεν ο ένας τον άλλο.
Γιατί; Άρχοντες κι αρχόντισσες
κι εσείς αρχοντοπούλες αναρωτιέστε γιατί;
Ακούστε με. Είναι ο Χρόνος.
Ο Χρόνος ο Επικυρίαρχος, ο Χρόνος ο Αυθέντης,
ο Χρόνος ο Δυνάστης.
Οι άμοιροι, είμαστε δεσμώτες του Χρόνου.
Έλα, γλώσσα μου, να ιστορήσεις
τη μοίρα μας. Ο άνθρωπος είναι υπήκοος του Χρόνου.
Μικρός, θνητός και λίγος. Πώς
ν’ αντέξει τη φθορά;
Όταν αγαπάς, πώς ν’ αντέξεις το πρόσωπό του
που καταποντίζεται στην ηλικία;
Όταν αγαπάς, πώς ν’ αντέξεις
τις πρώτες ρυτίδες της;

*Από τη συλλογή “Η Ιστορία της Λαίδης Οθέλλος” εκδόσεις Ίκαρος.

Λεωνίδας Καζάσης, Ορθροβασία

Του φεγγαριού βέργα εναπομείνασα επισκοπεί,
νυκτός ανάνηψη ροδίζει, μετάβαση πορτοκαλί – πρωίας αποχρώσεις,
η ημέρα εδραιώθηκε. Ίμερος ήρεμος ο ήλιος,
λάβρος το μεσημέρι καταυγάζοντας οργά!
Ρόχθοι, θροΐσματα, ριζά, κορφοπλαγιές γλάφουν
ράγδην Μονεμβασία!
Της φύσεως απροσπέλαστη αρνησικυρία.

Υ.Γ. Ορθροβασία,
ράγδην Μονεμβασία!
Της φύσεως απροσπέλαστη αρνησικυρία.

Ειρηναίος Μαράκης, Έπεσε το Facebook

Έπεσε το Facebook
τι θα γίνει τώρα
βλέπω αναρχία μες τη χώρα.
Κλείσε το παράθυρο
σφράγισε την πόρτα
τίποτα δεν είναι σαν και πρώτα.

Έπεσε το WhatsApp
χορεύουν στου Twitter τις γωνιές
και οι καινούργιοι Ζούκεμπεργκ
παίζουνε το λαούτο.
Έπεσε το Facebook
κι από τις άλλες εφαρμογές
τρέχουν να προλάβουνε
το πανηγύρι ετούτο.

Έπεσε το Instagram
σάλεψε η τάξη
ποιο like για πάντα έχει πετάξει.
Όλα γύρω πέφτουνε
σήμανε το καμπανάκι
οι χρήστες αναζητούν καινούργιο παιγνιδάκι.

Έπεσε το WhatsApp
χορεύουν στου Twitter τις γωνιές
και οι καινούργιοι Ζούκεμπεργκ
παίζουνε το λαούτο.
Έπεσε το Facebook
κι από τις άλλες εφαρμογές
τρέχουν να προλάβουνε
το πανηγύρι ετούτο.

*Διασκευή – παρωδία του τραγουδιού “Έπεσε η κυβέρνηση” του Μάνου Χατζηδάκι (μουσική) και του Νίκου Γκάτσου (στίχοι). Πρώτη εκτέλεση: Μανώλης Μητσιάς, Δίσκος: Χειμωνιάτικος ήλιος – 1986 | https://youtu.be/ipLMjvHLPLM |

Αργύρης Χιόνης, Είκοσι τέσσερα καρφιά για μαλακά κρεβάτια [ΙΙΙ] 

Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν – τάχα χαιρετώντας – σ’ άλλους
Τ’ αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή – το χειρότερο – τα ρίχνουνε στις τσέπες τους και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα

Κατερίνα Φλωρά, Κοινός τόπος

Στης μιας στιγμής το μειδίαμα
όταν στέκεται της χαράς το βήμα
όταν η συνάντηση ταιριάξει στο βλέμμα,
στο άγγιγμα, στην κοινή μας αίσθηση

Τότε η στιγμή να απλώνεται
ίσως τότε να χρωματίζει το δίπλα γκρίζο
να εκτείνεται στο χώρο, στο χρόνο στο εντός

Τότε που η απόσταση πάψει,
ίσως μακρύνουμε,
ίσως μακρύνει η θωριά μας,
τα αόρατα σχοινιά που μας ενώνουν

Για την Κατερίνα.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_5219

Για την Κατερίνα Γώγου που έφυγε στις 3 Οκτώβρη του 1993.

Είμαι ελεύθερη, ελεύθερη, ελεύθερη

κι όταν έρθει καιρός

που θα κρέμεται στο τσιγκέλι

το πετσί μου σαν τομάρι

απ’ τους κρατικούς εκδορείς και τη λογοκρισία

η φαντασία μου θα τρέχει… τρέχει…τρέχει

είμαι φευγάτη από τώρα τρέχει … γειαααα

ΙΔΙΩΝΥΜΟ

ΓΩΓΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ

View original post

Θεόδωρος Μπασιάκος (1963-2020), Πόλεμος

Χαλασμένη γειτονιά είναι οι στίχοι μου.
Στα χαλάσματα των στίχων μου, πιτσιρικάδες βγήκαν
και παίζουν –
πόλεμο
έναν
πόλεμο αφελή
όμως
καθαρό
παλικαρίσιο
έναν
πόλεμο χωρίς
υποκρισίες
μήτε τις προστυχιές
του
πόλεμου
των μεγάλων.

Μαρία Γερογιάννη, Τρία ποιήματα

ΣΕ ΔΥΟ ΠΡΑΞΕΙΣ

Προς χάριν
μιας εσθήτας της Ελένης
η Ιφιγένεια θανατώθηκε

Είχε την όψη του βωμού

ΤΑ ΤΕΙΧΗ

Στην πόλη
μαρτυρούν
τις πολιορκίες των Περασμένων
τους εγκλωβισμούς των Σύγχρονων

ΤΑ ΑΠΟΞΗΡΑΜΕΝΑ

Τα βιβλία των αποξηραμένων λουλουδιών
ξεφυλλίζονται
πανομοιότυπα σχεδόν.
Νοσταλγικά
Προσεκτικά
με τις ανάσες θρυμματίζονται

*Από τη συλλογή “Οι κούκλες σου δεν είχαν ψυχή”, Εκδόσεις “Περισπωμένη”, Φεβρουάριος 2021.

Βαγγέλης Κοτρώνης, Η Γώγου στο Δρόμο 

Κείμενο για τον δίσκο της Κατερίνας Γώγου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Χιονάτη για μεγάλους” το Φεβρουάριο του 1982
 
ΓΩΓΟΥ: ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ
 
«Η Κατερίνα Γώγου είναι Μαρξίστρια και Μητέρα. Δεν την χαρακτηρίζει όμως ο βαμπρισμός  που χαρακτηρίζει κάθε μητέρα, η σχέση της με την Μυρτώ την κόρη της είναι σχέση ερωτική, σχέση ομόφυλη και όχι ομοφυλόφιλη. Είναι η ιδανική εκείνη κατάσταση που χαρακτηρίζει τους ελεύθερους ανθρώπους από τους στενά και στεγνά πολιτικά και κοινωνικά ενταγμένους. / ελεύθερος: κείνος που έχει κερδίσει την οργασμιακή χαλάρωση/.
Τούτα τα έγραφα για τα ποιήματα της πούχαν την μορφή βιβλίου. Τώρα έχουμε τον δίσκο «Στο δρόμο» σε μουσική του Σφέτσα από το φιλμ «Παραγγελιά» του Τάσιου.
 Άκουσα λοιπόν στο δίσκο.
Τον έκανα ακρόαση ξημερώματα Μ. Σαββάτο, αφ’ ότου προηγουμένως είχα καταναλώσει αρκετές μπουκάλες μπύρας μαζί με την Κατερίνα. Και αφ’ ότου προηγουμένως ένα ‘ανώνυμο’ ματσάδικο είχε καταδιώξει τρία νεαρά ‘άτομα’ ικανοποιώντας την καταπιεσμένη σεξουαλικότητα του κάθε ‘οργάνου΄΄ της τάξεως.
Σηκώνω τα χέρια ψηλά.
Να γράψω γι’ αυτόν τον δίσκο; Τι να πω;
Μπορώ άραγε να κοινοποιήσω την αίσθηση της μοναξιάς, την αναζήτηση κείνου που δεν ήρθε κι ούτε που θάρθει;
Μπορώ να μιλήσω για την φωνή Της; Για κείνη την φοβερή, ανατριχιαστική αίσθηση να διασπώνται τα μόρια του κορμιού μου και σκορπίζονται στο άπειρο;
Μπορώ να μιλήσω για όλα αυτά, χωρίς τη βεβαιότητα ότι μεταφέρω το ένα εκατομμυριοστό της αίσθησης;
Όχι λοιπόν δεν είμαι σοβαρός μελετητής΄.
Δεν είμαι σοβαρός κριτικός (το ρόλο αυτό θα τον παίξει ο Φλέσσας στο ΒΗΜΑ και ο Χρηστάκης στο ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΟ, ίσως΄).
ΔΕΝ θέλω να λένε τα κατοπινά χρόνια ότι ό,τι  έγραψα ήταν αντικειμενικό, σοβαρό, εμπεριστατωμένο΄.
ΔΕΝ γράφω αμερόληπτα.
Κι αν μπορώ να παίξω πια, κι αν δεν μπορώ να πάρω τα πράγματα, ξανά στ’ αστεία, όπως ο “Κάρολος” μου καταλογίζει, ΄τότε θα μεταφέρω την οδύνη, την μοναξιά και την αντικοινωνικότητα μου και ύστερα θα πάω να κλειστώ στο δωμάτιο μου να πιω κονιάκ και να ακούσω τον Μόρισον να τραγουδά το «Σπάστα και πέρνα στην άλλη μεριά».
Ας προσπαθήσω λοιπόν, για άλλη μια φορά να γράψω έχοντας υπ’ όψιν πως κάποιοι άλλοι, βολεμένοι πίσω από τον ‘αναρχισμό’ τους και την ‘αμφισβήτηση’ τους θα με διαβάσουν.
Γεγονός πρώτο υπήρξαν οι αλλεπάλληλες εκδόσεις των δυο ποιητικών συλλογών της Κατερίνας «ΤΡΙΑ ΚΛΙΚ ΑΡΙΣΤΕΡΑ» και «ΙΔΙΩΝΥΜΟ». Ξανακυττάω τα γραπτά μου και μεταφέρω: «Είναι μια περίεργη αίσθηση που έχεις όταν γράφεις για ποίηση, ένα συναίσθημα σαν να προσπαθείς μέσα από εξισώσεις της απλής άλγεβρας να αναλύσεις τις  εξισώσεις ενός ανθρώπου. Γιατί όσο και να προσπαθούν να μας πείσουν για την ανάλυση της ανθρώπινης χαραχτηροδομής μέσο των μαθηματικών, υπάρχουν και κάποιες άλλες – διάφορες παραγράφοι που δεν εννοούν να υποταχτούν στην έννοια του μαθηματικού συνειρμού. Αυτές οι παραγράφοι ελέγχονται από τους Δεινόσαυρους.
Γεγονός τρίτο: Ο ΔΙΣΚΟΣ
Πολλοί μού μίλησαν επιφυλαχτικά για τον δίσκο. Πολλοί μού είπανε για το ότι δεν τους αρέσει καθόλου η απαγγελία στον δίσκο και μερικοί ακόμα τόνισαν ότι θάταν καλύτερα να τραγουδούσε.
Μα δεν έχετε καταλάβει την ουσία της αίσθησης; δεν έχετε μπορέσει να λειτουργήσετε μ’ αυτή τη φοβερή δύναμη της σπαραχτικής, της μοναδικής κραυγής Της;
Έχουμε να κάνουμε με μια πολύτιμη μαρτύρια που εγκαινιάζει την τελευταία εικοσαετία πριν την δεύτερη χιλιετηρίδα και μου προβάλλετε μια «λογική» απαίτηση; Σαν τον Δημήτρη που μετά την προβολή του φιλμ «ΣΤΕΝΕΣ ΕΠΑΦΕΣ- ΣΠΕΣΙΑΛ ΕΚΔΟΣΗ», είχε την λογική και συνεπώς την απουσία της αίσθησης να μου πει «Μα δεν δείχνουν τι γίνεται μετά;». Μα από κει και πέρα μάτια μου, ΤΙΠΟΤΑ δεν είναι μεταδόσιμο.
Το παιχνίδι παίζεται σε επίπεδο αίσθησης. Και η αίσθηση είναι που υπάρχει στο δίσκο. Δεν έχεις ανάγκη να ακούς ντε και καλά τι λεει η Κατερίνα.
Αφήνεσαι, χάνεσαι. Επικοινωνείς μ’ αυτό που υπάρχει πίσω από τον συγκεκριμένο λόγο. Πίσω από την συγκεκριμένη μουσική. και πέρα από τον λόγο υπάρχει μια αίσθηση ολοκληρωμένου συμφωνικού έργου για ΜΙΑ φωνή. Τη φωνή της Κατερίνας. Μια φωνή ερωτική και μητρική μαζί. Συντρόφισσα και ερωμένη. Μάνα με την έννοια ότι εμπεριέχει σε κατάσταση τοκετού μια όλο και αυξανόμενη οργή, μια όλο και αυξανόμενη τρυφερότητα, έναν όλο και διογκούμενο οργασμό.
Στο έχω ξαναγράψει Κατερίνα. Ελεύθερος: κείνος που έχει κερδίσει την οργασμιακή χαλάρωση.
Οι Δεινόσαυροι Κατερίνα απολαμβάνουν την ηδονή της άγνωστης μέρας και τον πόθο του απραγματοποίητου.
Δεν ξέρω Κατερίνα, αν θα μιλάμε με χρώματα ή αν θα διαλέγουμε γονιούς.
Δεν ξέρω αν έχουμε ανάγκη να μιλάμε, μια και τα μάτια μας όταν κοιταζόμαστε λένε πολλά, λένε τα πάντα.
Ξέρω όμως Κατερίνα ότι έχουμε ακόμα πολύ δρόμο, ότι μόλις έχουμε αρχίσει και ότι,  ήδη μας έχουν τσακίσει κανονικά.
Όμως εμείς βαστάμε, με το μυαλό μας ματωμένο, βαστάμε Κατερίνα.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΟΤΡΩΝΗΣ
6 και 19/5/81

(ατονικό στο περιοδικό). (Από το αρχείο του Νίκου Λέκκα)