Κώστας Ρεούσης, Δύο ποιήματα

ΑΙΜΑ ΥΠΕΡΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ

Ινχηλατώντας
Μόνος

Το βάδισμα
Από τη
Γης
Στη μήτρα
Να κυοφορήσω

Δρασκελίζοντας
Πιστός

Το πέταγμα
Από το
Γαλαξιακό
Στο σπέρμα
Να γεννήσω

Ναρκοθετώντας
Ορκισμένος

Το υποβρύχιο
Από τη
Θάλασσα
Στην κολυμβήθρα
Να βαφτίσω

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΠΡΩΤΟΜΗΝΙΑ

Πέντε πράσινες πιπεριές
Κοιμούνται στο ψυγείο

Στ’ όνειρο
Κυκλοφορούν
Πορτοκάλια

Τα πουλιά
Τρυγούν τα σύκα
Απέναντι

Ιπτάμενη επάρκεια
Συνδαυλίζει το φρικτό

*Από την ενότητα “Ξεκούρδιστος λυγμός” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “εν καμίνω (τέσσερις συνένοχοι)”, δηλαδή με τους Κώστα Ρεούση, Μπάμπη Λάσκαρη, Larry Cool και Παναγιώτη Θανασούλη, από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα, Αθήνα 2019.

Γκλόρια Γκέρβιτς, Από τις “Μεταναστεύσεις. Ποίημα 1976-2020”

“[…]
και η μητέρα μου φοβάται περισσότερο από μένα
και είναι πιο ορφανή από μένα
κι εγώ κουβαλάω τον φόβο της
και κάνω ό,τι μου ζητήσει
και γίνομαι ό,τι μου ζητήσει
και οι απαγορεύσεις ισχύουν
και οι τιμωρίες ισχύουν
και είναι εκεί που κατοικώ
εκεί βρίσκω καταφύγιο
εκεί βρίσκω γαλήνη
εκεί σ’ εκείνο το κενό σ’ εκείνη τη στέρηση
σ’ εκείνη την τρύπα εκεί

*

και ανθίζουν ρόδα
ρόδα σαν αρτηρίες
ρόδα που ματώνουν
έχω λαβωθεί μαμά
εσύ με λάβωσες μαμά
εσύ με λεηλάτησες μαμά
εσύ με κατέστρεψες μαμά
άσε με να φύγω από σένα
άσε με να φύγω

*

και από ποια μητέρα δραπετεύω;
και ποια μητέρα δραπετεύει από μένα;
ευτυχισμένος είναι εκείνος που δραπετεύει απ’ τη μητέρα του
είπε ο Λεζάμα Λίμα
κι εγώ από ποιον δραπετεύω αν κουβαλάω μέσα μου τη μήτρα
από ποιον αν δεν μπορώ να φύγω απ’ αυτή τη μήτρα
δεν μπορώ να φύγω κι η μητέρα μου
είναι ψυχρή και είναι τελειωμένη
κι εγώ εκεί πεινασμένη για την πείνα της
εκεί μέσα σ’ εκείνη τη μητέρα που είχα
εκεί μέσα σ’ εκείνη τη μητέρα που μ’ έπλασε
καταβροχθίζουμε η μία την άλλη
και δεν χορταίνουμε
και η μητέρα επίσης είμαι εγώ
[…]”

*“Μεταναστεύσεις. Ποίημα 1976-2020”, Εκδόσεις BookLab. Μετάφραση: Λούνα Σιμάτου.

Αικατερίνη Τεμπέλη, Λες;…

Gustav Klimt, The Tree of Life

Λες να ’φταναν
λίγες σταγόνες κίτρινου
απ’ το χρωστήρα του Van Gogh,
δύο-τρία ψήγματα χρυσού
κλεμμένα απ’ τον Klimt
για να συνθέσουν τα κονσέρτα τους
οι γαλαξίες;
Τη μελωδία της χαράς
στο πάρτι με τους
άστατους κομήτες;

Κι ο θείος Einstein
τη γλώσσα βγάζοντάς μας πάντα
θα ’παιζε
με το Μικρό τον Πρίγκιπα
κάτω απ’ το τριαντάφυλλό του…

Λες να ’φταναν
να ζαλιστεί τ’ άστρο του Τσε
τρεκλίζοντας να πέσει
απ’ το μαύρο σκούφο του
για να προσγειωθεί
στ’ ακόρντα του “Imagine”;
Κι ο Lennon θα ’γραφε
ένα βαλς
“Της νοσοκόμας και του ναύτη”
που το αιώνιο φιλί τους
μας στοιχειώνει,
ξέρεις…

Ουράνια τόξα
θα εκτόξευε
το “Enola Gay”
ζαχαρωτά και σοκολάτες
στο διηνεκές.
Και τα παιδιά
δεν θα ’τρέχαν γυμνά
ουρλιάζοντας
για να ξεφύγουν απ’ τον όλεθρο.
Ο γύπας
δεν θα παραφύλαγε στη γη
πότε θα πέσει απ’ την πείνα
το κορμάκι…

Η Scheherazade θα διηγούνταν
ιστορίες πάντα
κι ο Armstrong
θα μας έγνεφε απ’ το φεγγάρι…

Λες να ’φταναν λίγες σταγόνες κίτρινου;

*Το ποίημα γράφτηκε για το Φεστιβάλ Ουτοπία που διοργάνωσε η φωτογραφική ομάδα «Διάφραγμα 26» στο Θέατρο «Εμπρός» από τις 2 ως τις 4 Φεβρουαρίου 2018. Εδώ το αναδημοσιεύουμε από εδώ: https://ennepe-moussa.gr

Δημήτρης Τρωαδίτης, Δύο ποιήματα

Τα γυμνά φεγγάρια

τρέχουν γυμνά
τα φεγγάρια
της ονειροκριτικής
να προλάβουν
τους ανέμους
τους ούριους
σε μια ύστατη προσπάθεια
ν’ αποφύγουμε
τ’ απάτητα μονοπάτια

*

Ο καθρέπτης

στέκομαι σύγκορμος
απέναντι στο φανοστάτη
της ζωής μου
τη στιγμή που
το παράθυρο
δεν περιέχει τίποτα
κι ο καθρέπτης αναπαράγει
τα μύρια όσα

Czeslaw Milosz, Δύο ποιήματα 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Διασχίζαμε παγωμένους αγρούς μ’ ένα τρένο το χάραμα
Ένα κόκκινο φτερό αναδύθηκε στο σκοτάδι.

Και ξαφνικά ένας λαγός πετάχτηκε στο δρόμο.
Ένας από μας τον έδειξε με το χέρι του.

Πάει καιρός από τότε. Σήμερα κανένας τους δε ζει,
ούτε ο λαγός ούτε ο άνθρωπος που έκανε τη χειρονομία.

Ω αγάπη μου, που είναι, που πηγαίνουν
Η αναλαμπή ενός χεριού, η αστραπιαία κίνηση, το μουρμουρητό των χαλικιών.
Δε ρωτάω από λύπη, αλλά με απορία.

Βίλνα, 1936

ΦΟΒΟΣ

«Πατέρα, πού είσαι; Το δάσος είναι άγριο,
Υπάρχουν πλάσματα εδώ, ot θάμνοι σαλεύουν.
Οι ορχιδέες σκορπίζουν δηλητηριώδη φωτιά,
Ύπουλες παγίδες καραδοκούν κάτω απ’ τα πόδια μας.

«Πού είσαι, πατέρα·, Η νύχτα δεν έχει τέλος.
Από δω και πέρα το σκοτάδι θα κρατήσει για πάντα.
Οι ταξιδιώτες είναι άστεγοι, θα πεθάνουν από πάνα,
Το ψωμί μας άναι πικρό και σκληρό σαν πέτρα.

«Η καυτή ανάσα του φοβερού θηρίου
Πλησιάζει, όλο πλησιάζει, ξερνάει την μπόχα του.
Πού έχεις πάει, Πατέρα; Γιατί δεν ελεάς
Τα παιδιά σου που έχουν χαθά σ’ αυτό το σκοτεινό δάσος;»

Βαρσοβία, 1943

Βίκυ Λιούκα, Αμφιταλάντευση μεταξύ πραγματικότητας και άρνησης

Μήτρες κυοφορούν τα εγκαίνια της (ν)τροπής
Μωρά ζεσταίνουν τα κλιτσιά τους στις λάσπες βυζαίνοντας τις σταγόνες της βροχής
Η μπανιέρα χαράχτηκε στα χρώματα του χάρτη (το ξεραμένο κόκκινο χωρίζει τη ζωή από τη ζωή των γύρω μας)
Οι τύχες του κόσμου χορεύουν με παραδοσιακά φουρό
Τα τσιμπλιασμένα μάτια του σκύλου θυμίζουν το ζητιάνο των παραμυθιών (μια άγνωστη μέρα σε άγνωστο τόπο έφυγε κρατώντας στο βλέμμα του την ελπίδα για λίγο ψωμί κι ένα χάδι)
Στις ρίζες των μαλλιών μας χάσκουν σα νεογέννητα κουτάβια οι ιδέες (από ένα παρελθόν που δεν ζήσαμε μα θυμόμαστε με κάθε λεπτομέρεια)
Ανάμεσα στα απολεσθέντα βρέθηκαν μια ασημένια αλυσιδίτσα, ένα μπλοκ με μουτζούρες από μολύβι και το σπασμένο χαμόγελο μιας χελώνας
Στα μάτια σκιαγραφείται η ρότα της ζωής
Έξω από τα βιβλιοπωλεία –φορώντας ακριβά αρώματα και πρόχειρο πρόσωπο– ατενίζουν το μέλλον
Αιμορραγούν οι κύστες του φιλότιμου
Πλήττονται οι ανώνυμοι φαύνοι της αισιόδοξης μυρωμένης πλάνης
Παιδιά ρίχνουν τα κεφαλάκια τους πίσω στην πλάτη σαν να ψάχνουν κάπου να ακουμπήσουν τα άγουρα –με τα σκαμμένα γερασμένα πρόσωπα– όνειρά τους
Οι καλοί τρόποι δεν ταιριάζουν σε έναν κόσμο μη πραγματικό
Το βράδυ η φαντασία θα δειπνήσει με τα μελαγχολικά πόδια (δεν πρόλαβαν να βουλιάξουν τα πέλματά τους στην υγρή άμμο)
Πώς είναι να ξυπνάς και να κοιμάσαι σε μια πόλη βρώμικη και παραμελημένη;
Συμβουλές (οι): σαν ετοιμόρροπα κτήρια έτοιμα προς κατεδάφιση
Μηχανικοί άνθρωποι –με άκρα από σάρκα και οστά– σου δίνουν την αίσθηση πως θέλουν να πετάξουν από πάνω τους κάθε έγνοια (σφίγγουν τις γροθιές τους κρατώντας το βλέμμα χαμηλό: ίσως η γη τους λυπηθεί, ανοίξει το στόμα της και καταπιεί τη μορφή τους (μαζί με τις έννοιες τους)
[Το επόμενο χρώμα θα είναι το «κλουβί»]
Η σοφία έχει θρονιαστεί στα πεσμένα στήθη της γηραιάς συνήθειας
(Τελευταία φορά που εθεάθη η δικαιοσύνη φορούσε ένα ζευγάρι γυαλιά οράσεως)
Ένας ανυπόμονος κόσμος τρέχει να κόψει το νήμα
Αγριεμένες οι λέξεις προσπαθούν να σκαρφαλώσουν στο στόμα (όσο προσπαθούν τόσο γαντζώνονται –σαν γατιά– από τα φθαρμένα ρούχα της καθημερινότητας)
Με άδειες κοιλιές στέκουμε με σαρκασμό απέναντι στο τέρας της σήψης
Οι άθλ(ι)οι των βατόμουρων
Πλέκουμε τα χέρια μας και προσευχόμαστε προς ένδειξη διαμαρτυρίας για το άγνωστο
Φέτος θα φορεθεί πολύ το αδιάφορο –πλην– νοικοκυρεμένο ύφος
Από τα καμένα πρόσωπα των ζώων στάζει το πύον της κοινωνίας, της υποταγής και της ανοχής μας στην ασθένεια της υπεροχής
Μια χούφτα αμύγδαλα ανταμείβει τα παγωμένα δάχτυλα
Οι τοίχοι της πόλης βαραίνουν από θλίψη και μονοτονία
Ο ιός της αμφιβολίας μεταλλάχθηκε σε ιό της απραξίας
Οι ανάσες των αστέγων θαμπώνουν τα τζάμια της βιτρίνας
Βουβά σχήματα παραπέμπουν σε πίνακα ελέγχου
Ιδρωμένες μασχάλες, ζεστό σπέρμα, μυοκτονίες, αποφράξεις αποχετεύσεων, υγρά, λιπαρά, στερεά κι αέρια, υποδείξεις, μια πόλη από στρας και καθόλου υγεία
Αγκαλιασμένοι οι εραστές πνίγουν στο σκοτάδι την αηδία της καθημερινότητας
Οι εκκρεμότητες θα παραμείνουν εκκρεμότητες
Αποξενωμένα κορμιά αποζητούν τρυφερότητα εξουσιάζοντας το ένα το άλλο μέχρι τελικής πτώσης
(είναι ο έρωτας η αρχή και το τέλος στη ζωή ενός ανθρώπου; Και πότε κάποιος αρχίζει ή τελειώνει τη ζωή του;)
Σπαρμένοι οι δρόμοι με κύκλους, τρίγωνα αμφισβητήσεις, κλοπές
(ανέκαθεν το αγοραστικό κοινό απέφερε κέρδος: και δυστυχία)
(Δι)εκδικείστε τη ζωή
Με θεωρίες και ευαγγέλια δανείζουμε τα φονικά μας όπλα (με τις ευλογίες και την αρωγή του ίδιου μήκους κύματος)
Στα δύο δωμάτια του διαμερίσματος αναπαύονται οι φλυαρίες των κατοίκων
Τις νύχτες καραδοκούν οι εφιάλτες των παιδικών μας χρόνων
Αμφιταλάντευση μεταξύ πραγματικότητας και άρνησης
Εκεί που τελειώνει το όραμα αρχίζει η εξουσία

*Από εδώ: http://vickyliouka.blogspot.com/2021/01/blog-post.html

Gianmario Lucini, Τρία ποιήματα

ΑΝ ΔΕΝ ΜΕ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ, ΜΕΤΡΑ Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ

Αν δεν με πιστεύεις, μέτρα τ’ αστέρια
που χωρούν σ’ ένα δάκρυ,
μέτρα τα μαλλιά
της αγαπημένης καθώς τα χαϊδεύεις
μέτρα τις ρυτίδες του κορμιού της,
τις μυστικές επιστροφές του πάθους
που έρχεται και σε διαποτίζει
όπως το αλάτι το ψωμί
και σκέψου το άπειρο που θα μπορούσες να ζήσεις
με ένα μόνο σάλτο της καρδιάς.
(σ’ εκείνους που πάνε στον πόλεμο και το ξέρουν)

*Από τη συλλογή «Επιτομή».

ΘΑ ’ΘΕΛΑ ΝΑ ΣΟΥ ΑΦΙΕΡΩΣΩ ΣΤΙΧΟΥΣ ΑΓΑΠΗΣ

Θα ’θελα να σου αφιερώσω στίχους αγάπης
σύμφωνα και φωνήεντα που κλίνουν το πρόσωπό σου
και να σ’ αποκαλύψω στην παλάμη του ανοιχτού μου χεριού
εποποιίες χωρίς σημαίες
σαν ψωμί στον πεινασμένο, αίμα
στο πάθος το πιο αληθινό.
Κοιμάται
ένας αρχαίος δαίμονας στα ονόματα και στα ρήματα
και τρέμει το φώνημα
προφέροντάς σε μέσα στο χυδαίο
της πεθαμένης τούτης γης.

ΟΤΑΝ Μ’ ΑΓΑΠΟΥΣΕΣ

Όταν μ’ αγαπούσες, κοιτούσες με τα μάτια
ενός μεγάλου ποταμού όπου βάρκες αμέριμνες
ανέβαιναν από τη θάλασσα,
συμφωνίες φώτων ήταν οι νύχτες
η ανάσα σου μια αποθαλασσιά
και τραγουδούσε στο άπειρο
δίχως χρόνο, δίχως λόγο
τραγουδούσε στο άπειρο
παραδομένη στο όλον
εκείνου του τίποτα χωρίς ιστορία
που είναι η αγάπη. Πόσο σ’ αγαπούσα
ήμουν σαν Θεός όταν ξυπνά
ένα ηλιόλουστο πρωί και χαμογελά.

*Από τη συλλογή «στους εραστές που δεν το ξέρουν».

**Από τον τόμο «Οι καλύτερές μου φλέβες», εκδόσεις 24γράμματα, 2020. Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Φυτών και ζώων κατάλογος – Γιώργος Βέης, Βράχια, εκδ. Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2020, σελ. 80

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ*

Έργα ανθρώπινα, «όλο αυθάδεια κι υπερηφάνεια φούσκα», μοιάζουν «ατιμώρητα». Όμως «η καρδιά/ η οργή του αδικημένου» είναι παρούσες και χτυπούν σ’ έναν ιδιότυπο κορυδαλλό, ο οποίος δεν αντιστοιχεί στο συγκρότημα των κεντρικών ελληνικών φυλακών στην Αθήνα αλλά στο ομώνυμο πουλί. Το «Προαύλισμα» του Γιώργου Βέη, εισαγωγικό ποίημα στην ποιητική του συλλογή Βράχια, δεν λαμβάνει χώρα στο προαύλιο των φυλακών αλλά στη μεγάλη αυλή της φύσης, όπου συντρίβονται «τα έργα των τρελών ανθρώπων». Εξαρχής με το προλογικό του ποίημα ο Βέης υποδεικνύει τον κατεξοχήν λυτρωτικό του χώρο, τη φύση· εκεί όπου βρίσκει ανακούφιση η ανθρώπινη ύπαρξη.

Το φυσικό περιβάλλον, είτε ο χώρος εκτείνεται οριζοντίως από τόπο σε τόπο, είτε καθέτως από τα ύψη των σύννεφων μέχρι τα βάθη του Άδη, είτε από τη διάσταση του ύπνου και των ονείρων ως την αφυπνισμένη πραγματικότητα, συνιστά τον κοινό παρονομαστή της λύτρωσης. Όπου, λοιπόν, βαραίνουν τον ποιητή «τα χαλάσματα του κόσμου», με «ένα καλαθάκι/ αερόστατο» αίρεται και τα υπερβαίνει, συναντώντας «στη μέση του προσιτού ουρανού» τα σύννεφα. Κι αν πλησιάσει για τον ποιητικό ήρωα η στιγμή της συνάντησης με τον Χάρο και χρειαστεί «να κατέβει κι αυτός στο/ μη με λησμόνει», η κατάβαση δεν οδηγεί μόνο στην πιθανή λήθη και στην ανάγκη του εξορκισμού της («μη με λησμόνει»), αλλά συναντά, στο πλαίσιο των βεϊκών πολυσημιών, το φυτό μη με λησμόνει, στον γνωστό τού φυσικού περιβάλλοντος λυτρωτικό ρόλο.

Οι διαδρομές του Βέη προετοιμάζονται συστηματικά. Για την κατάβαση στον Άδη ο ποιητής μεταχειρίζεται μια σειρά από προσημάνσεις, όπως τις αναφορές στην πείνα, το περίστροφο, τους επιταφίους, τους θρόμβους, τα εγκαύματα (ποίημα «Προοπτική»). Αντίστοιχα, για την περιδιάβαση από την ονειρική διάσταση στην αφυπνισμένη πραγματικότητα ο ποιητής χρησιμοποιεί εμφαντικά την αντίθεση μεταξύ των δύο καταστάσεων. Τα ερείπια και το χάος της πραγματικότητας αντιπαραβάλλονται στο λυτρωτικό όνειρο, με την ανακουφιστική λειτουργία να ενεργοποιείται και πάλι χάρη στα στοιχεία της φύσης, τις κατάφορτες, χρυσαφένιες πορτοκαλιές και το «βελούδο των αγρών» (ποίημα «Η πάλη»). Οι οπτικές εικόνες με τα χρώματα της φύσης από τη μια, αλλά και οι ακουστικές με τη «μουσική του κόσμου», όπως αυτή εκπέμπεται διά της συνομιλίας με τον αετό και τον πελεκάνο στο επιλογικό παράθεμα από το συνθετικό ποίημα Φοινικιά του Κωστή Παλαμά, επιβεβαιώνουν εκ νέου τη φιλοσοφία του Βέη.

Η σχέση που οραματίζεται ο ποιητής δεν είναι επιφανειακή· είναι βαθιά εσωτερική, η δε εσωτερίκευση και η ουσιαστική της βίωση αποτελούν προϊόν συνειδητοποίησης. Ο Βέης αφουγκράζεται τις αναπνοές της φύσης. Όπου οι «νεοσύλλεκτοι της βάρδιας» νομίζουν ότι «δεν κουνιέται φύλλο», ο ποιητής ψυχανεμίζεται κάθε «θύελλα κι αντάρα». Το βάθος της γνωριμίας επικυρώνεται από την εξομολογητική διαπίστωση «λες και με ξέρουν από παλιά/ όλα αυτά τα δέντρα τα φυτά ο αέρας». Τους δεσμούς ενισχύει η σοφία με την οποία είναι ποτισμένη η χλωρίδα του Βέη, συνιστώντας μάρτυρα των βιωμάτων ολόκληρων γενεών, φορέα παρελθόντος μα συνάμα και εγγυητή του μέλλοντος: «εδώ βλέπουμε το χθες να επιστρέφει ανανεωμένο/ σαν ένας έφηβος». Ο αγρός ταυτίζεται με τον άνθρωπο για το σθένος και την καρτερία του, καθώς διδάσκει «ισότητα, γαλήνη και μουσική», απ’ όπου κι ο τίτλος «Απάνεμο» του ποιήματος. Η κυρίαρχη πραότητα, η γαλήνη που εξασφαλίζει το φυσικό περιβάλλον, αποτελεί τη λύση στο «Αίνιγμα» της χρωματιστής μπίλιας, του μικρού γυαλιού που, όντας ο κόσμος, το καταπίνει το κοτσύφι της αυλής, ενσωματώνοντας εντός του το σύμπαν. Η σχέση είναι τόσο εθιστική, ώστε η διαρκής επιστροφή (ποίημα «Επάνοδος») είναι αναπόφευκτη: «Δεν ήταν μυστικό/ σε περίμεναν με υπομονή/ από το περασμένο καλοκαίρι/ ήξεραν άλλωστε τα πάντα για σένα/ οι βράχοι της παραλίας, οι γλάροι,/ οι ψαραετοί/ […]». Με τον τρόπο αυτό τα βράχια –τίτλος της συλλογής– καθίστανται τα ίδια μορφή εξάρτησης, σε μια σχέση όχι πια θανατηφόρα αλλά ζωική, η οποία συναντά την προγονική φιγούρα του Γιάννη Ρίτσου στο κυκλάμινο που φυτρώνει στου βράχου τη σχισμάδα («Κουβέντα μ’ ένα λουλούδι»).

Η πνοή την οποία περικλείουν τα προσωποποιημένα βράχια συνιστά ένδειξη της ζωικής ορμής της φύσης. Η ίδια ορμή εμποδίζει τον θάνατο, εξωθώντας σε μεταμορφώσεις προς νέους τύπους ύπαρξης. Το κρασοπούλι στην προηγούμενή του ζωή ήταν ρυάκι. Για την ξινομηλιά που αποκόπτεται από τις υπόλοιπες κι αγνοείται εξαφανισμένη, διανοίγονται δύο προοπτικές: «επιστροφή στην Αρκαδία/ ή/ της μεταμόρφωσης το αίνιγμα;». Είναι πιθανή, συνεπώς, η μεταμόρφωση του δέντρου σε μια διαφορετική ύπαρξη, με τη μεταμορφωτική τούτη δύναμη να διατηρεί τον κόσμο σε κίνηση και στη ζωή. Η έτερη πάλι προοπτική της επιστροφής στην Αρκαδία υποδηλώνει όχι απλώς την επαναφορά στο αγνό και ακμαίο φυσικό περιβάλλον αλλά συνιστά αναμφίβολα κι ένα σχόλιο ποιητικής, καθώς η επιστροφή στη φύση επισυμβαίνει με υφολογική αμεσότητα. Το σχόλιο καθίσταται αυτοαναφορικό για την ποίηση του ίδιου του Βέη.

Οι συνειρμοί του ποιητή, συνεπώς, διασυνδέουν τη φύση με τη γλώσσα και με την τέχνη της ποίησης. Το τοπίο «είναι πλέον το βιβλίο σου/ η ανανέωση των συνειρμών». Γι’ αυτό και το ανοιγμένο φτερό του πουλιού αποδίδεται ως περισπωμένη («του φτερού η απαραίτητη περισπωμένη»). Το λιβάδι πάλι, περικλείοντας τις «συλλαβές των μυστικών μας», παραλληλίζεται με «Αναγνωστικό Δημοτικού», συνδεόμενο όχι μόνο με τα ανθρώπινα εσώψυχα, τις αναμνήσεις και την παιδική αγνότητα, μα και με την εκρηκτική γλώσσα: «Χιροσίμα η γλώσσα μας». Επιπλέον, η δοκιμαζόμενη και διαρκώς αποδεικνυόμενη ανθεκτική γλώσσα κατορθώνει να υπάρχει όσο η νεραντζιά παραμένει άθραυστη, ενώ οι «συλλαβές από τσιμέντο και σίδερο» τού αστικού τοπίου με τις πολυκατοικίες, ενδέχεται με τον πρώτο σεισμό να σκορπίσουν σε κομμάτια.

Ο έντονα μεταφορικός λόγος του Βέη απομακρύνεται από το «τσιμέντο» και το «σίδερο» του θρυμματισμένου άστεως, επιμένοντας στα οράματα. Το σκαμμένο από τα γηρατειά πρόσωπο προβάλλεται ως «μια τάφρος από πείσμα και οράματα», ενώ οι ουλές του εκτείνονται ως το «πανωχείλι της καρτερίας», με τα οράματα και την καρτερία να τονίζουν την επιμονή της αντοχής. Ακόμη εμφαντικότερες καθίστανται οι μεταφορές εντασσόμενες σε αναλογίες. Το αναρριχώμενο φυτό γλυσίνα, που κατακαλύπτει τα δέντρα και τα απειλεί με ασφυξία, παραλληλίζεται με παλίμψηστο, κάτω από την επιφάνεια του οποίου είναι σκαλισμένα άλλα γραφόμενα. Σ’ αυτό το παλίμψηστο διαβάζει κανείς το παρελθόν, το μέλλον των βρύων αλλά και «του πλανήτη την τρελή τροχιά/ όταν θα πέσει πάλι πάνω του κομήτης». Οι εικόνες του Βέη οπτικοποιούν παραστατικά ακόμη και τα μελλούμενα, αλλά και έννοιες αφηρημένες, όπως τον χρόνο: «Η ώρα τροχόσπιτο κολλημένο στη λάσπη».

Η οικονομία στην ποίηση του Βέη υπηρετείται συχνά από τη λειτουργία του τίτλου στα ποιήματά του ως ταυτόχρονα του πρώτου τους στίχου: «ΟΙ ΤΣΙΧΛΕΣ ΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ// ασίγαστοι μάρτυρες δομής είναι», και μάλιστα όχι μόνο του φυσικού περιβάλλοντος αλλά εντέλει κι αυτού του ποιήματος. Η ίδια οικονομία υπηρετείται από στίχους αποφθεγματικούς, όπως «η απεραντοσύνη συνιστά οικειότητα», των οποίων η στοχαστικότητα άλλοτε εκφέρεται ευθέως ως διαπιστωτική («επιστρέφουμε πάντα στις πληγές που μας άνοιξαν,/ όχι για να τις καθαρίσουμε/ αλλά για να τις κάνουμε ακόμα βαθύτερες»), κι άλλοτε, μέσα από το υποτιθέμενό της δίλημμα, διατυπώνει πλαγίως τη θέση της. Έτσι, καθώς επικυρώνονται τελικά και τα δύο σκέλη του διλήμματος, απογειώνεται η προαναφερθείσα οικονομία: «Η σταθερή επέτειος του σώματος/ υπόμνηση ή ανακύκληση στιγμών;»· η αποκωδικοποίηση των προθέσεων του ποιητή διαπιστώνει πως ισχύουν αμφότερα τα μέλη της ερώτησης.

Μια ιδιαίτερη πτυχή στη συλλογή του Βέη συνιστούν οι διακριτές της ενότητες που απαρτίζονται από ποιήματα αναφερόμενα σε παραδοσιακές φορεσιές ή σε τόπους, και μάλιστα συχνά αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Το Καρλόβασι ή τα Κουμέικα της Σάμου απηχούν οικογενειακές αναμνήσεις και καθιστούν τον τόπο συνδετικό κρίκο με το παρελθόν, ενώ οι αρχαιολογικοί χώροι, όπως το Ηραίον Σάμου ή η Αρχαία Θήρα, προσδίδουν στους δεσμούς ακόμη μεγαλύτερο χρονικό βάθος, φιλοξενώντας νέα ζωή μέσα στα χαλάσματα: «μαζί με τους υποψιασμένους γλάρους/ ένα φτερό τώρα πετάει γύρω του/ το έχουν πει ψυχή». Παράλληλα, ρούχα και κοσμήματα σε παραδοσιακές ενδυμασίες, όπως το «επίχρυσο νυφικό γιορντάνι λαιμού» ή το «κιουστέκι από γιορτινή φορεσιά καραγκούνας», προσδιοριζόμενα με ρητές αναφορές από τον τόπο και τον χρόνο στον οποίο εντάσσονται, λειτουργούν ως «παιδιά της μνήμης ηχηρά», συνδέονται με όνειρα και καθίστανται φορείς γνησιότητας και συναισθημάτων.

Αντιστεκόμενος στη λήθη ο Βέης, και προκρίνοντας το «άπειρο της σοφίας» σώμα, συντάσσει τους διαδοχικούς του «καταλόγους» από ενδυμασίες και τόπους, κυρίως όμως από τη χλωρίδα και την πανίδα τους, με συκομουριές, έλατα, νεραντζιές, σημύδες, πορτοκαλιές ή με κίσσες, γλάρους, μέλισσες, σκίουρους και κάστορες. Έτσι ο ποιητής επανασυστήνει τον σύγχρονο άνθρωπο με το φυσικό περιβάλλον, από το οποίο εκείνος έχει αποξενωθεί. Η γνωριμία επαναπραγματοποιείται με έναν τρόπο που, αν κι απέχει από τις ηρωικές καταγραφές των ομηρικών επών με τις αντίστοιχες καταλογογραφήσεις «νηών», αναδεικνύει ωστόσο τις κινητήριες δυνάμεις στη φιλοσοφική θεώρηση του Βέη, με μία ισορροπημένη λυρική αποτύπωση η οποία αποφεύγει την εκζήτηση και προβάλλει με ανθισμένη απλότητα το θαύμα του φυσικού βίου.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Περιοδικό “Πόρφυρας”, Νο 175-176, Απρίλιος-Σεπτέμβριος 2021.

Kalliope X – One month to launch – November 17

We don’t sing to distinguish ourselves, my brother, from other people./ We sing to bring the people together.’
Yiannis Ritsos

Kalliope X consists of Effie Carr, Angela Costi, Hariklia Heristanidis, Dmetri Kakmi, George Mouratidis and Dimitris Troaditis.

We are a collective of authors and poets energised by the work of culturally and linguistically diverse artists in Australia.

We challenge the dominant literary imaginary by building a forum through which we can encourage, engage and exchange with writers of different diasporas and communities.

Through poetry, fiction, reviews, interviews, essays and criticism, and an openness to languages other than English, we aim to show what Australia looks, sounds and reads like.

We acknowledge the first poets and storytellers of this country, and recognise our own implication as migrants and children of migrants in the legacy of the colonisation of First Nations peoples.

It’s a privilege to live on Aboriginal lands.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Δύο ποιήματα σε ένα

Photo: Katia Chauseva

Φιλότης

Σαν νερό

κυλούν

οι λέξεις

στις χούφτες μου

εκ γενετής,

δραγμός∙

ποτέ δεν έχασα

το αντανακλαστικό

της ποίησης

και

Νείκος

Χωράει η σκέψη μου

μέσα στα κρυμμένα μάτια

σπέρνει κι ανθίζει με μιας

στο ποτήρι μου η ανγκοστούρα

χίλιες ιστορίες

για το στήθος της λεγάμενης

που πνίγηκε στον στενό κορσέ της

δέκα σταυρωτά μπρος

και πίσω∙

η απογύμνωση κι αυτή σταυροβελονιά

όσο εκείνος κλέβει στιχάκια

βγαλμένα από τη νυχτερινή λίμπιντο

σημειώνοντας στα χάρτινα σουβέρ

λύρες ολόχρυσες σκαλισμένες με νυχτέρια

ιτιές να κλαίνε πιο περήφανες

και από τις λουλουδιασμένες

πάνω σε νεραϊδόπληκτες πηγές

κι όλο τον κόσμο της

ζωγραφιά που τρέλανε τον άτυχο

τον σερβιτόρο

όταν τον ξεμονάχιασε στην άδεια αποθήκη

/λιμασμένη καρδιά

από ατόφιο ρούμι

που ερωτεύτηκε αγαπώντας τάχα

και παρίστανε τη

νυχτόβια πεταλούδα

σε λίγο στα χέρια μου πεθαίνει

βιβλίο καμένο στη φωτιά

του κόσμου

κι όμως καμαρώνω