Έντγκαρ Λη Μάστερς, Δύο ποιήματα

Στη φωτογραφία ο Edgar Lee Masters στην Αίγυπτο, 19 Μαρτίου 1921

Στη φωτογραφία ο Edgar Lee Masters στην Αίγυπτο, 19 Μαρτίου 1921


ΝΟΟΥΛΤ ΧΟΧΑΪΜΕΡ

Ήμουν από τους πρώτους καρπούς της μάχης του Μίσιονερυ Ρίτζ.

Όταν ένιωσα το βόλι να τρυπάει την καρδιά μου

Λαχτάρησα να βρισκόμουν σπίτι μου και να πήγαινα φυλακή

Επειδής είχα κλέψει τα γουρούνια του Κερλ Τρέναρυ

Παρά που το ‘σκασα και πήγα στρατιώτης.

Χίλιες φορές καλύτερα σ’ επαρχιακή φυλακή,

Παρά να πλαγιάζεις κάτω απ’ τη φτερωτή αυτή μαρμάρινη μορφή

Κι από το γρανιτένιο ετούτο βάθρο

Που έχει τις λέξεις «Pro Patria».

Τι σημασία έχουν όλα αυτά, τέλος πάντων;

ΧΕΑΡ ΝΤΡΑΜΜΕΡ

Πηγαίνουν ακόμα τ’ αγόρια και τα κορίτσια στου Σίηβερ

Για μηλίτη, ύστερα απ’ το σχολειό, στα τέλη του Σεπτέμβρη;

Ή μαζεύουνε φουντούκια ανάμεσα στα σύδεντρα
Στη φάρμα του Ααρών Χάτφιηλντ όταν αρχίζουνε τα κρύα;

Γιατί πολλές φορές με τα γελαστά κορίτσια και τ’ αγόρια

Έπαιξα σ’ όλο το δρόμο και στους λόφους πάνω

Όταν ο ήλιος είχε πέσει κι ήταν ψυχρό τ’ αγέρι,

Σταματώντας για να ραβδίσω την καρυδιά

Που στέκονταν γυμνή από φύλλα στη φλογισμένη δύση αντίκρυ.

Τώρα, η μυρωδιά του φθινοπωρινού καπνού,

Και τα βελανίδια στις κοιλάδες

Φέρνουνε όνειρα ζωής.
Ζυγιάζονται πάνωθέ μου.

Και με ρωτούν:

Πόσοι είναι μαζί μου, πόσοι

Μέσα στο παλιό δεντρόκηπο στο δρόμο για του Σίηβερ,

Και μες στα δάση που δεσπόζουν πάνω

Απ’ τα ήρεμα νερά;


*Από την περίφημη Ανθολογία του Σπουν Ρίβερ (Spoon River Anthology, 1915), όπου καταγράφονται τα ταφικά επιγράμματα 212 φανταστικών (ή λιγότερο φανταστικών) προσώπων, τα οποία μιλούν για τη ζωή και τα πάθη τους. Μετάφραση: Ιάσων Δεπούντης. Τπ πήραμε από το Φρέαρ στο http://frear.gr/?p=6169

βύρωνα λεοντάρη, μικρά αλλά μεγάλα πεζά

Το κόσκινο's avatarTo Koskino

Από το φανταστικό ιστολόγιο της Χάρης Σταθάτυ Σημειωματάριο Κήπων με πολλές και θερμές ευχαριστίες για τα πάντα.

βύρωνα λεοντάρη, μικρά αλλά μεγάλα πεζά.

View original post

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, εμπλοκή

Rob Gonsalves από Surrealismo

Rob Gonsalves από Surrealismo

πόσες
φορές
θα
τον σκοτώσεις;

και η ρόδα στριφογύριζε
στο βυθό
των κοκτέιλ,

στους αναστεναγμούς
κρυβόταν
η πάλη,

ήταν και οι τυφλοπόντικες που χαιρετούσαν από δίπλα,

επικρίνω
τα δάκτυλα που δεν τρέφουν οργή
μέσα τους,

και τότε,
το πλάνο μαύρισε

και εκδιώχθηκα
από το υπό έκδοση τεύχος.  

AlexMil (155)  

*Παρμένο από το ιστολόγιο τυ ποιητή στο http://alexandrosmilioridis.blogspot.gr/

Δήμος Βιλαέτης, Η ετοιμασία

1

Κυκλώσανε το σώμα
γυρέψανε
θυμάρια και κλωνιά
χαρές του νυφοπάζαρου,
της πόλης το αρμένισμα
απάνου στο κορμί τους.
Μετά την ένωση
μιλήσανε
για τις φτωχές κηδείες.
Κλαίνε λιοντάρια τη μορφή,
στηρίζουνε
τα σαρκινά τους πόδια,
ρινόκεροι
και μύριοι αδελφοί
ξεχύνονται στη δούλεψη.

Παράμορφα κομμάτια
μαζώχνουνται ευλαβικά.
Μετά την ένωση.
Μετά την κρούση.
Άνθρωποι σέρνουνε το χορό
καθώς το σώμα φτειάχνεται.
Αχόρταγοι πιστοί.
Η θύμηση της προσευχής
του κόπου η αγάπη,
λατρεία για το οίκημα
το έργο και τα σκεύη,
επνίξανε τη λευτεριά
του αποχωρισμού.

Χοροί γιομίσανε
τις γιορτινές συνάξεις,
οι πόλεμοι τις ερημιές,
οι φίλοι κι εχθροί
γιομίσανε το στόμα.

Θαφτήκανε οι σκαλωσιές
σωθήκανε οι εργάτες.
Σε ήλιους μακρινούς
ακούσανε ψιθύρους,
όπου το φως τους έτρεμε
μες στο νεκρό το στίβο.

Κοστίζουνε τα ταξείδια,
τη λησμονιά του δρόμου
ξεσπίτωμα και εργατικά.
Συνάντησες με αδελφούς.

Στηλώνουνε ολημερίς
τις άπνοες αχτίνες.
Αδιάκοπα τους ψέλνουνε
της δύναμης τραγούδια.

Ύμνους,
όπου μορφή τους δώκανε
για τ’ άνθη και τα δένδρα.

Πιστεύουνε σε μια στιγμή
πως δύναμη
μες στο κορμί τους έχουνε.

Αχτίνες,
που αναθαρήσατε,
μας είπατε πως γρήγορα
θε νά ‘χουμε ταξείδι.

Ξένες αρχίσανε
να φαίνουνται οι αυλές,
και τα χωριά με βιάση,
χρόνια και χρόνια σπρώχνουνε
το φόρτωμα,
όπου ‘ρθε μιαν αυγή,
όπου ‘σανται
στο σβήσιμο κοντά.

Οι μέρες, που τ΄άψηλα
θαρχίσουνε,
βουνά να τους τρυπάνε,
κοντά τους είναι κιόλας.
Τους διώχνουνε τα χωριά
κι οι πολιτείες τάφοι
λαβωματιές, το σίδερο,
ο ήλιος, το φεγγάρι,
η μαύρη η ψυχή της γης.

*Το ποίημα προέρχεται από την ποιητική συλλογή “Σώματα” που εκδόθηκε στον Πύργο Ηλείας το 1977. Διατηρείται η ορθογραφία, αλλά όχι το πολυτονικό σύστημα γραφής του ποιητή. Το εξώφυλο της συλλογής που δημοσιεύεται εδώ προέρχεται απο τη Δημίσια Βιβλιοθήκη Πύργου.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Όσα έφυγαν επιστρέφουν

Erik Ruin, Conversation (2009)

Erik Ruin, Conversation (2009)

Ι

Χρόνοι στοιβάζονται στο παρελθόν
για να εκπληρωθεί το όποιο αύριο
δεν υπάρχουν βιώσιμες επιστροφές
υποσχέσεις δεν εκπληρώνονται
ξεχάστηκαν επαφές, μνήμες
μόνο κάποια εφιαλτικά όνειρα
συναντιούνται τυχαία
τίποτα δεν εξυπηρετεί κανέναν

ΙΙ

η καλοκαιρινή βροχή αφήνει πίσω της λάσπες
το ψύχος επέρχεται
αποστειρώνοντας ανθρώπους
σερνόμαστε αιχμάλωτοι σε ξένα κρεβάτια
η σεμνότητα διαφθείρει
ξεχνιόμαστε εν μέσω προβολέων
επιστρέφουμε σε ένα άγνωστο παρελθόν
τα μελλούμενα μας ναρκώνουν

ΙΙΙ

στην άκρη των χειλιών κατοικεί η σιωπή
ο λόγος αμήχανος υποτάσσεται
σ΄ ασκήσεις υστεροφημίας
όσα έφυγαν επιστρέφουν
βιαζόμαστε να εξαφανίσουμε τα κρίματά μας
οι ώρες εξανεμίζονται
σε εμφύλια διαμάχη με τον εαυτό μας

IV

οι πάντες μας εγκαλούν για κιότεμα
οι ανάσες ζητούν να ξεθαρρέψουν
φοβούνται και σκιάζονται τον άνθρωπο
κυλιόμαστε στην άσφαλτο
εκτροχιασμένοι με τα μέλη μας ξέμακρα.

Χρήστος Ζάχος, Ποιήματα γραμμένα στο καφενείο

Fabian Perez, Valerie at Las Brujas

Fabian Perez, Valerie at Las Brujas

Αναμφισβήτητη τέχνη

Τι πιο όμορφο από τέσσερα κορίτσια
να κάθονται σε ένα στρογγυλό τραπεζάκι καφενείου
με το χλομό φωτισμό
να περιγράφει τα υπέροχα πόδια τους
που τα επιδεικνύουν
τόσο θελκτικά…

Μια τέχνη που δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς

~.~


Διαφορετικές Τέχνες

Ώχρα, κόκκινο και μαύρο
καθώς η σελήνη και οι χλομοί λαμπτήρες 
δημιουργούν γύρω σου
πανέμορφα θέματα  
που δεν θα ζωγραφίσεις ποτέ.

Τελικά η ζωγραφική και η ποίηση
είναι όντως διαφορετικές τέχνες;

πίνακας του Fabian Perez

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του Χρήστου Ζάχου Η Νόσος Της Ποίησης στο http://czachos78.blogspot.gr/2014/07/blog-post.html

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Μες στο υγρό σκοτάδι

1618191_470897433032413_374007917_o

Μες στο υγρό σκοτάδι
πολύ πλανήθηκα
Αγάπησα τις φωτοσκιές των δέντρων
τη γνώριμη νύχτα
τον ουρανό
Βροχή
μουσικές φωνές
Μες στο υγρό σκοτάδι
Έλα
θα βαδίσουμε σιγά μην ακουστούμε
Είμαστε παιδιά
κι αγαπούμε τα ωραία καράβια
είμαστε παιδιά
κι αγαπούμε τη θάλασσα
Λάσπες και νερά
ο άνεμος ταξιδεύει
τραγούδια που σβήνουν

Μες στο υγρό σκοτάδι (Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου)

Rene Char, Δαίδαλος

474px-René_Char.JPG

Σκάβε! πρόσταζε η σκαπάνη.
Σφάζε! ξανάλεγε το μαχαίρι.
Και μου ξερίζωναν τη μνήμη
Κι εβασάνιζαν το χάος μου.

Όσοι με είχανε αγαπήσει.
Μετά σιχαθεί, και πιο μετά ξεχάσει,
Έγερναν τώρα και πάλι πάνω μου.
Κάποιοι έκλαιγαν, κάποιοι άλλοι ήσαν ευτυχείς.

Ψυχρή αδελφή μου, του χειμώνα χλόη,
Περπάταγα και σ’ είδα ν’ αβγαταίνεις,
Να ψηλώνεις πιο πολύ από τους εχθρούς μου,
Να πρασινίζεις πιο πολύ από τις αναμνήσεις μου.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
*Το ποίημακαι την εικόνα της ανάρτησης τα πήραμε από το Αλωνάκι της Ποίησης στο http://alonakitispoiisis.blogspot.com

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, μακριά

images

Η απόσταση ποτέ δεν σπάει,
αλλά τα θραύσματά της κόβουν σαν γυαλί.
Καθρεφτίζονται πάνω της ξεκάθαρα όλα τα όμορφα
που θα μπορούσαν κάποτε να γίνουν,
σαν σκοινί δένει το εδώ με το εκεί
και σαν γκρεμός το καταβαραθρώνει.

Η απόσταση έχει μάτια κόκκινα και πράσινα.
Δεν συγχωρεί, μόνο γελάει,
αυτή η μεγάλη αδελφή της αδικίας,
μέχρι που γίνεται μετάσταση
και κάνει έρωτα με δύο ωραία νεανικά κορμιά.

Νεκρόφιλη απόσταση.

*Από τη συλλογή “Ανεκπλήρωτοι φόβοι”, εκδ. Πολύτροπον 2012.

Translation Questionnaire: Karen Emmerich

Emmerich-1-300x224

In the United States, the number of books published in translation is famously low. A popular estimate is 3% of all literary fiction and poetry. A translator’s name is usually included in small print on the title page of a printed book — rarely on the cover — and even the most prolific translators often remain in the shadows. Many people can name a favorite author, but how many of us have a favorite translator?

Yet despite having a job that, by nature, goes relatively unseen, translators wield incredible power. They are, in a sense, trusted to write anew the great works of others. Nobel prize winner José Saramago once said, “World literature is created by translators.” And the stakes are high indeed: the 1989 fatwa calling for Salman Rushdie’s death in response to the publication of The Satanic Verses led to the murder of Rushdie’s Japanese translator and the attempted assassinations of his Italian, Norwegian, and Turkish translators.

Even on the page itself, a translation can mean the difference between life and death: Constance Garnett, who was responsible for bringing Tolstoy, Dostoyevsky, and Chekhov to English readers in the early 20th century, worked so quickly that she had a habit of skipping or changing lines that gave her trouble. A 2005 New Yorker article describes Nabokov’s reaction to a Garnett translation: “where a passage in the Garnett of ‘Anna [Karenina]’ reads, ‘Holding his head bent down before him,’ Nabokov triumphantly notes, ‘Mark that Mrs. Garnett has decapitated the man.’ ”

For translators long familiar with the paradoxical work that is literary translation, and for the rest of us to whom such travails are wholly unfamiliar, we sought to ask a wide swath of translators about their work. From those working in Icelandic to those translating from French, from those just beginning their careers to those long-established, we survey the ferrymen and women who battle the tide to bring literature to foreign shores.

* * *

Continue reading