Category Archives: Uncategorized
έαρ γλυκύ
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Ι
Αυτή μπορεί και να είναι η ελευθερία
έτσι όμορφα που βρισκόμαστε
μέσα στο φως ανάλαφροι,
δίχως την ανησυχία της ύπαρξης,
σαν δυο λουλούδια φρεσκοκομμένα/
ΙΙ
το περίμενα κι ήρθε
ένα απόγευμα ίδιο η θάλασσα,
με τσιγάρα μενθόλ, και αέρα καυτό
στο αερόθερμο του χωλ,
σ´ αυτά τα χρόνια που όλο μακραίναμε
από τη ζεστή καρδιά και το πνευμόνι των πουλιών.
ΙΙΙ
λέω τώρα
πώς ανταμώναμε την ευωδιά της νιότης μας
όπως αλλάζαμε γλώσσες
ο ένας στις κοιλότητες του άλλου
σταγόνες μύρο
-και λιβάνι δυστυχώς –
με όλα τα φτηνά γλιστερά αυτοκόλλητα
ενώ τα λιτά γαρύφαλλα/
εσωστρέφονταν,
στο τυρβώδες αργιλόστρωμα,
εντός του χάους.
IV
μπορεί και να ταν άνοιξη,
και η καρδιά μου πιο δραστήρια,
μπορεί κι ένας Γενάρης της αλκυόνης
που τα σεντόνια ορθάνοιχτα στου βάλτου τη λάσπη,
γεννούσαν αυγά/
έπεφταν οι φωτιές ελεύθερα, δίχως μπαλονάκι/
ώσπου ο πυρετός,
μού παιρνε τις αγκαλιές
όπως ένας βράχος που σκοντάφτει σε…
View original post 49 more words
Θάνος Γώγος, Γλασκώβη, εκδόσεις Θράκα
Εκπληκτικά σύγχρονη ποίηση. Οργισμένη. Ευθυτενής κι ευθύβολη. Η νέα γενιά, ο τριαντάρηδες ποιητές και ποιήτριές μας αίρονται πάνω από τις τεχνητές αντιθέσεις, τους διαχωρισμούς, αίρονται ακόμα και πάνω από τα φύλα για να επιτύχουν την πολυπόθητη σύνθεση: το υπέρ-φύλο, ο ανδρόγυς, το Γιν και Γιανγκ ενωμένα στην αξεδιάλυτη τελειότητα του λευκού, που δεν νοσταλγεί την ανάλυσή του σε ουράνιο τόξο.
Μακριά από κάθε είδους νοσταλγία, πέραν από αισθηματισμούς, φτηνούς ρομαντισμούς κι αισθηματολογίες, με σαρκασμό, ειρωνεία, καυστική διάθεση προς κάθε τι σάπιο και πεπαλαιωμένο, η νέα γενιά των ποιητών ξύνει τα μολύβια της, ενυδατώνει τα χέρια της, ορμάει σε πληκτρολόγια και σημειωματάρια τσέπης, επαναφορτίζει τα τάμπλετ, συνδέεται σε wi-fi αναψυκτηρίων και χώρων ευωχίας… με έναν και μόνον σκοπό: την επανάσταση, την κατακρήμνιση των παλαιών δομών, την αποδόμηση-αναδόμηση-αναδημιουργία. Δεν μπορώ να κρύψω το θαυμασμό μου γι’ αυτούς. Όταν όμως τους διαβάζω, νιώθω σχεδόν συνομήλικός τους. Ανιχνευτής, εμπροσθοφυλακή, χρονοταξιδιώτης από ένα μέλλον φωτεινότερο και δικαιότερο για όλους: Πατρίς μας η Γης, Θρησκεία το Εν, το Άπαν, από το οποίο προερχόμεθα και εις το οποίος επιστρέφουμε απαξάπαντες, οικογένειά μας το Σύμπαν (εννιάμιση δισεκατομμύρια ψυχές, οι έξι ένσαρκες)…
Continue reading
Θόδωρος Μπασιάκος, Δύο ποιήματα
Με τα χέρια στις τσέπες
Γράφω
με τα χέρια στις τσέπες
α λα σουλατσαδόρος.
Γράφω με τα πόδια, στο δρόμο.
Οι βόλτες είναι η ποιητική μου συλλογή
(Κυκλοφορεί)
Τα γραπτά μου – απλώς κάποια ίχνη π’ αφήνω πίσω μου
κι αργά ή γρήγορα θα χαθούν
μελωδίες απλές που σφυρίζω ανέμελα πηγαίνοντας…
***
Ούτε να το σκέφτεστε
Ούτε με σφαίρες
Ούτε με το μαχαίρι στο λαιμό
Ούτε με σίδερα στα χέρια
Ούτε στην εξορία, στην απομόνωση
στο λάκκο με τα σκατά
Ούτε καν για χάρη των τσουπιών μου
Το κρασί μου εγώ δεν το νερώνω.
*Τα πήραμε από το περιοδικό “Φαρφουλάς”, τεύχος 17, Μάιος 2014, σελ. 63.
Πλάνη
Μην περιμένεις από μένα κανακέματα
ούτε και ψέματα που θα στολίζουν το όνειρο σου
αυτά τ’ αφήνω στων πολλών τα μαστορέματα
που δικαιώνουν όπως ξέρουνε καλά το άδικο σου.
Άσε με εμένα
να βρίσκω μόνη μου το δρόμο
να μη ξεχνάω ποτέ ό,τι αγάπησα
και να μαγεύομαι από την πλάνη
των παρανόμων.
Είναι ό,τι λάτρεψα και ποτέ δεν άφησα.
Είναι ό,τι γύρεψα στους άλλους
μα παίξανε άνισα
Διώχνω μακριά μου λόγια
που ζάλισα
κι αν δε κατάφερα πολλά φταίω για κείνα,
μα όταν νοστάλγησα κατάλαβα πως άργησα.
Το χτες δεν έχει στο αύριο μοίρα.
Με συνομώτη τη σιωπή και την αλήθεια
ψάχνω να βρω μια διαφυγή από τα φίδια
κι όσα τριγύρω μονοπάτια κι αν πήρα
ποτέ δε στέριωσα σε ένα πάντα θα ‘μαι στη γύρα.
Σ’ όσους ανθρώπους γύρω μου κι αν χαμογέλασα
ήτανε για να τους δώσω ένα λόγο να πιστεύουνε
εμένα ποτέ δε με κέρασα.
Ποτέ δεν…
View original post 39 more words
Το πιο όμορφό μου ποίημα (Νικολέττα Σίμωνος)
Το πιο όμορφό μου ποίημα
Με τη σιωπή μου το ‘γραψα
Βουλιάζοντας ηδυπαθώς
Και καθ’ ολοκληρίαν
Μέσα στ’ απύθμενα τα μάτια σου
Εκεί όπου συνάντησα
Τις πιο κραταιές λέξεις.
Μυρίζει καμένο – ακόμα
το δέρμα μου γεμάτο γκρεμούς
τα δάχτυλα μου ράγες-σπασμένες-να θυμίζουν πως κάποτε
εδώ τρέχανε όνειρα και ξεκινούσαν ιστορίες
το στόμα μου μετατράπηκε σε ναρκοπέδιο
δεν μπορεί να ανοίξει-φοβάται μη ξαφνικά φτύσει
καμιά από τις νάρκες που του χάρισες-γλυκά
κι έτσι το κορμί θα χάσει κάθε απόδειξη λεηλασίας του
οι αποδείξεις λεηλασίας της ψυχής-μου είπανε-δεν προσμετρώνται στα δικαστήρια
θα χάσω τη δίκη
βύθισα τα όνειρα μου στον πάτο μιας θάλασσας
-ούτε θυμάμαι τ’όνομα της πάνε χρόνια-
και τα δεσα με το κορμί μου
για να μην εξεγερθούνε καμιά μέρα
και βγούν στην επιφάνεια
τώρα όταν το αίμα μου εξατμίζεται αφήνει ένα στρώμα σκουριάς
και η εστίαση του φακού μοιάζει να χάνεται όταν περνάς εσύ από μπροστά
η επιγραφή δηλώνει “ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΑΚΑΤΟΙΚΗΤΗ”
και την έμπηξες βαθιά στα μάτια μου την ώρα που έφευγες
ευχαριστώ που προνόησες να πάρεις και τα χαμόγελα μου μαζί
Ανν Σέξτον, Ξιφολόγχη
.
Τι μπορώ να κάνω μ’ αυτή την ξιφολόγχη;
Να στήσω μία τριανταφυλλιά;
Ή να τη χώσω στο φεγγάρι;
Ή μήπως με την κόψη της να ξύριζα τα πόδια μου;
Ή μήπως να καμάκωνα ένα ψάρι;
Όχι. Όχι.
Την έφτιαξα
για σένα
στα όνειρά μου.
Τα μάτια μου ήταν κλειστά.
Ήμουν σε στάση εμβρυακή,
όμως μια ξιφολόγχη είχα στα χέρια μου
που προοριζόταν για τη γη του στομαχιού σου.
Ο αφαλός το αίνιγμά του τραγουδούσε.
Τα έντερα ελίσσονταν σαν δρόμοι αλπικοί.
Φτιάχτηκε για να εισέλθει μέσα σου
όπως εισήλθες μέσα μου εσύ
και κόβοντας να σε γεμίσει φως της μέρας,
να ελευθερώσει τη θαμμένη σου ενδοχώρα,
να ελευθερώσει το κουτάλι που με τάισες,
να ελευθερώσει το πουλί που είπε άντε γαμήσου,
να το σμιλέψει σε άγαλμα μέχρι να γίνει άσπρο,
και τότε θα μπορούσα να το βάλω σε ένα ράφι,
ένα αντικείμενο άλογο σαν πέτρα,
όμως με όλους τους παλμούς
View original post 12 more words
Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 40 (χειμώνας 2014)
Φάκελος: Η επόμενη μέρα
Το ζήτημα είναι να βρει κανείς έναν τρόπο για να «βλέπει» τους ανθρώπους και κατά συνέπεια τον εαυτό του. Φυσικά οι άνθρωποι «φαίνονται» παντού: στους δρόμους, στα κέντρα, στη λαχαναγορά ή στα ανώτερα ιδρύματα. Οι άνθρωποι, κατά το κοινώς λεγόμενο, είναι παντού οι ίδιοι. Ωστόσο τα ζωτικά ένστικτα δεν έχουν παντού την ίδια ισχύ. Αν για παράδειγμα αναλογιστεί κανείς τα λογοτεχνικά έργα που του αρέσουν, θα διαπιστώσει με κάποια έκπληξη ότι πρόκειται για έργα που μιλούν για οριακές καταστάσεις (πολέμους, έρωτες, κινδύνους) οι οποίοι φέρνουν τους ήρωες σε επαφή με ό,τι βαθύτερο έχουν. Υπ’ αυτή την έννοια η λαϊκή μάζωξη ή η λαϊκή διασκέδαση παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον… [σ. 16]
… έλεγε ο Κωστής Παπαγιώργης σε συνέντευξη του στην Αμάντα Μιχαλοπούλου, το 1993, για το περιοδικό Ρεύματα που έβγαζε τότε ο Ντίνος Σιώτης [τεύχος 13, Μάιος – Ιούνιος 1993] και τώρα αναδημοσιεύεται εδώ, γεμάτη με τον αειθαλή…
View original post 526 more words
Joyce Mansour, ένα ποίημα
Δες, έχω αηδιάσει τους ανθρώπους
Οι προσευχές τους, οι προβιές τους,
Η πίστη τους, οι τρόποι τους,
Βαρέθηκα των αρετών τους την χλιδή
Με τα κοντά βρακιά
Βαρέθηκα τα σκέλεθρά τους
Ευλόγησέ με φως τρελό που φωτίζει τα επουράνια όρη
Προσδοκώ πάλι άδεια να γίνω σαν την αγρύπνιας
Το ήσυχο μάτι
Προσδοκώ πάλι να γίνω άστρο.
*Από το le surréalisme, même 2, Άνοιξη 1957. Απόδοση: Thalassa Mystica.




