το δέρμα μου γεμάτο γκρεμούς
τα δάχτυλα μου ράγες-σπασμένες-να θυμίζουν πως κάποτε
εδώ τρέχανε όνειρα και ξεκινούσαν ιστορίες
το στόμα μου μετατράπηκε σε ναρκοπέδιο
δεν μπορεί να ανοίξει-φοβάται μη ξαφνικά φτύσει
καμιά από τις νάρκες που του χάρισες-γλυκά
κι έτσι το κορμί θα χάσει κάθε απόδειξη λεηλασίας του
οι αποδείξεις λεηλασίας της ψυχής-μου είπανε-δεν προσμετρώνται στα δικαστήρια
θα χάσω τη δίκη
βύθισα τα όνειρα μου στον πάτο μιας θάλασσας
-ούτε θυμάμαι τ’όνομα της πάνε χρόνια-
και τα δεσα με το κορμί μου
για να μην εξεγερθούνε καμιά μέρα
και βγούν στην επιφάνεια
τώρα όταν το αίμα μου εξατμίζεται αφήνει ένα στρώμα σκουριάς
και η εστίαση του φακού μοιάζει να χάνεται όταν περνάς εσύ από μπροστά
η επιγραφή δηλώνει “ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΑΚΑΤΟΙΚΗΤΗ”
και την έμπηξες βαθιά στα μάτια μου την ώρα που έφευγες
ευχαριστώ που προνόησες να πάρεις και τα χαμόγελα μου μαζί
Category Archives: Uncategorized
Ανν Σέξτον, Ξιφολόγχη
.
Τι μπορώ να κάνω μ’ αυτή την ξιφολόγχη;
Να στήσω μία τριανταφυλλιά;
Ή να τη χώσω στο φεγγάρι;
Ή μήπως με την κόψη της να ξύριζα τα πόδια μου;
Ή μήπως να καμάκωνα ένα ψάρι;
Όχι. Όχι.
Την έφτιαξα
για σένα
στα όνειρά μου.
Τα μάτια μου ήταν κλειστά.
Ήμουν σε στάση εμβρυακή,
όμως μια ξιφολόγχη είχα στα χέρια μου
που προοριζόταν για τη γη του στομαχιού σου.
Ο αφαλός το αίνιγμά του τραγουδούσε.
Τα έντερα ελίσσονταν σαν δρόμοι αλπικοί.
Φτιάχτηκε για να εισέλθει μέσα σου
όπως εισήλθες μέσα μου εσύ
και κόβοντας να σε γεμίσει φως της μέρας,
να ελευθερώσει τη θαμμένη σου ενδοχώρα,
να ελευθερώσει το κουτάλι που με τάισες,
να ελευθερώσει το πουλί που είπε άντε γαμήσου,
να το σμιλέψει σε άγαλμα μέχρι να γίνει άσπρο,
και τότε θα μπορούσα να το βάλω σε ένα ράφι,
ένα αντικείμενο άλογο σαν πέτρα,
όμως με όλους τους παλμούς
View original post 12 more words
Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 40 (χειμώνας 2014)
Φάκελος: Η επόμενη μέρα
Το ζήτημα είναι να βρει κανείς έναν τρόπο για να «βλέπει» τους ανθρώπους και κατά συνέπεια τον εαυτό του. Φυσικά οι άνθρωποι «φαίνονται» παντού: στους δρόμους, στα κέντρα, στη λαχαναγορά ή στα ανώτερα ιδρύματα. Οι άνθρωποι, κατά το κοινώς λεγόμενο, είναι παντού οι ίδιοι. Ωστόσο τα ζωτικά ένστικτα δεν έχουν παντού την ίδια ισχύ. Αν για παράδειγμα αναλογιστεί κανείς τα λογοτεχνικά έργα που του αρέσουν, θα διαπιστώσει με κάποια έκπληξη ότι πρόκειται για έργα που μιλούν για οριακές καταστάσεις (πολέμους, έρωτες, κινδύνους) οι οποίοι φέρνουν τους ήρωες σε επαφή με ό,τι βαθύτερο έχουν. Υπ’ αυτή την έννοια η λαϊκή μάζωξη ή η λαϊκή διασκέδαση παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον… [σ. 16]
… έλεγε ο Κωστής Παπαγιώργης σε συνέντευξη του στην Αμάντα Μιχαλοπούλου, το 1993, για το περιοδικό Ρεύματα που έβγαζε τότε ο Ντίνος Σιώτης [τεύχος 13, Μάιος – Ιούνιος 1993] και τώρα αναδημοσιεύεται εδώ, γεμάτη με τον αειθαλή…
View original post 526 more words
Joyce Mansour, ένα ποίημα
Δες, έχω αηδιάσει τους ανθρώπους
Οι προσευχές τους, οι προβιές τους,
Η πίστη τους, οι τρόποι τους,
Βαρέθηκα των αρετών τους την χλιδή
Με τα κοντά βρακιά
Βαρέθηκα τα σκέλεθρά τους
Ευλόγησέ με φως τρελό που φωτίζει τα επουράνια όρη
Προσδοκώ πάλι άδεια να γίνω σαν την αγρύπνιας
Το ήσυχο μάτι
Προσδοκώ πάλι να γίνω άστρο.
*Από το le surréalisme, même 2, Άνοιξη 1957. Απόδοση: Thalassa Mystica.
Yves Bonnefoy, Ας συνεχίσει να υπάρχει αυτός ο κόσμος (I), Τα κυρτά σανίδια
Ισιώνω ένα κλωνάρι
Που έσπασε. Τα φύλλα
Είναι βαριά από νερό κι από ίσκιο
Καθώς ο ουρανός αυτός, προτού
Να φέξει η μέρα. Ω γη,
Ξεκούρδιστα σημάδια, δρόμοι διάσπαρτοι,
Αλλά ομορφιά, ομορφιά απόλυτη,
Ποταμική ομορφιά,
Ας συνεχίσει να υπάρχει αυτός ο κόσμος,
Παρά τον θάνατο!
Στην αγκαλιά του κλώνου γραπωμένη
Η φαιά ελιά.
*Απόδοση: Thalassa Mystica
Να μιλάτε, κύριοι!
Να μιλάτε, κύριοι. Να μιλάτε.
Σάμπως τι σας ζητάνε;
Κι αν δεν ακούσουν μια φορά, εσείς πιο δυνατά να μιλάτε.
Κι αν κάτι σας πονάει και σας τρώει τα σωθικά, εσείς να μιλάτε.
Κι αν για κάτι κουβέντα δεν τολμάει να βγει, εσείς πάλι να μιλάτε.
Μη με παρεξηγείτε, κύριοι. Εγώ ξέρω. Ξέρω καλά.
Σας μεταφέρω μόνο λόγια τους, όσων δεν ξέρουν να ακούν.
Τον ξεπεσμό τους ζητούν να γιατρέψετε με ξεπεσμό δικό σας.
Να μιλάτε. Όσο γίνεται πιο πολύ να μιλάτε.
Κι αν δεν γίνεται, πάλι εσείς να μιλάτε.
Σε φίλους, γνωστούς, αγνώστους, γονείς. Σ’ όσους βρείτε.
Σε όσους νοιάζονται και σ’ όσους νοιάζονται τάχα.
Να μιλάτε μέχρι να μην έχετε τι άλλο να πείτε.
Γιατί δεν βλέπουν, κύριοι. Γι’ αυτό εσείς να μιλάτε.
Τη φωνή σας να τους δίνετε. Να ξεχρεώνουν λίγο λίγο.
Τη φωνή σας, κύριοι, γιατί η φωνή των πεθαμένων τους βαραίνει.
Ας μείνει μεταξύ μας.
View original post 46 more words
Τα έντερα και τα άλλα (Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ)
Τα έντερα τα εσώτατα
που διοχετεύουν πάθη
και κάνουν αισθητή
την κάθοδο
View original post 117 more words
Ποίηση
Ποίηση για μένα είναι η ικανότητα να εκφράσεις τα πιο απλά σου νιώθω με τις πιο μεγαλοπρεπείς λέξεις.
Όχι δεν πρόκειται για τάση εντυπωσιασμού, το κάθε άλλο…
Πρόκειται για την ενόραση του απτού ανάμεσα σε έναν κόσμο που φαντάζει αβυσσαλέος.
Για τη μετατροπή του χάους σε αρμονία.
Δεν προέρχεται από μια καλλιτεχνική ψυχή, αλλά από την ανθρώπινη φύση. .στην ολότητα της.
Το ιδιαίτερο της γνώρισμα;
Η κραυγαλέα της προσπάθεια να αποφύγει τον πνιγμό σε μια θάλασσα από συντρίμια.
Δεν είναι αδυναμία. Ήταν κάποτε.
Δεν είναι προσπάθεια. Είναι ανάγκη, ενστικτο, εκφρασμένο με τους πιο εκλεπτυσμένους του τρόπους.
Ντυμένο με ανθρωπιά για να θυμάται απο που ξεκίνησε.
Θέλει να ακουστεί, αλλιώς πεθαίνει.
Με αξιοπρέπεια, αλλά και παράπονο, σαν αυτό που κουβαλάνε οι περήφανες ψυχές – και είναι λίγες πια…
Όχι ποτέ δεν είπα ότι η ποίηση πρόκειται για κάτι καλό.
March Event: There and Back Again
Βάσσος Γεώργας, τι ωραία που κυλάει η ζωή μου πατέρα
τι ωραία που κυλάει η ζωή μου πατέρα
άθελά μου
ακολουθώντας τα βήματα σου συνειδητοποιώ
πως βρεθήκαμε να κάνουμε περίπατο στο ίδιο χάος
έτσι ωραία να σιγοτραγουδάμε καντάδες τις νύχτες
εσύ εξαφανισμένος από τα μάτια του κόσμου
κι εγώ στο δικό μου χαβά
μεθυσμένος στα χειρότερα κωλόμπαρα
να σε σκέπτομαι σαν καλός γιος
να σπαράζω σαν κακός ποιητής
στα χωριά της πατρίδας σου όποτε τριγυρνώ
οι άνθρωποι που με κοιτάνε στα μάτια
εν ριπή
θυμούνται το όνομα σου
και όλοι έχουν να πούνε ένα καλό λόγο
για τη πολύπλοκη καλοσύνη σου
ενώ εγώ απ΄τη ζήλια μου αλείφω μια φέτα ψωμί
με λάδι και χονδρό αλάτι
και μετανιώνω που ποτέ μου δεν σε άκουσα
πόσο δίκιο είχες που δεν συμφωνούσες
να διαβάζω τις νύχτες με το κερί
για να μη χαλάσω την όρασή μου
και αναγκαστώ να βάλω σαν και εσένα από νωρίς
γυαλιά μυωπίας για να μπορώ να διακρίνω
τα ψιλά γράμματα
αλλά πάνω απ΄όλα είχες δίκιο να φοβάσαι
μη τυχόν χάσω εντελώς το μυαλό μου
που μαγεμένο λόγω κληρονομικότητας του άρεσε
να χάνεται σκαρφαλώνοντας ψηλά στα σύννεφα
για να αγκαλιάσει τον ουρανό
και τα αστέρια
βυσσινί θυμός κρύβεται στα παιδικά μου μοιρολόγια
και ακούγεται σαν αμανές υπνοβάτη
που παραπατώντας ανάμεσα σε χαμένους έρωτες
μοιάζει με τρίκυκλο που έχει μπατάρει μονόπλευρα
με τα πίσω φώτα του διαλυμένα
και που στη πρώτη κιόλας απότομη στροφή
το ξέρω πως θα τσακιστεί
η καρδιά μου




