Joyce Mansour, ένα ποίημα

Photo: Alphonse Mucha

Photo: Alphonse Mucha

Δες, έχω αηδιάσει τους ανθρώπους

Οι προσευχές τους, οι προβιές τους,

Η πίστη τους, οι τρόποι τους,

Βαρέθηκα των αρετών τους την χλιδή

Με τα κοντά βρακιά

Βαρέθηκα τα σκέλεθρά τους

Ευλόγησέ με φως τρελό που φωτίζει τα επουράνια όρη

Προσδοκώ πάλι άδεια να γίνω σαν την αγρύπνιας

Το ήσυχο μάτι

Προσδοκώ πάλι να γίνω άστρο.

*Από το le surréalisme, même 2, Άνοιξη 1957. Απόδοση: Thalassa Mystica.

Yves Bonnefoy, Ας συνεχίσει να υπάρχει αυτός ο κόσμος (I), Τα κυρτά σανίδια

Φώτο: Marcel G. Lefrancq

Φώτο: Marcel G. Lefrancq

Ισιώνω ένα κλωνάρι

Που έσπασε. Τα φύλλα

Είναι βαριά από νερό κι από ίσκιο

Καθώς ο ουρανός αυτός, προτού

Να φέξει η μέρα. Ω γη,

Ξεκούρδιστα σημάδια, δρόμοι διάσπαρτοι,

Αλλά ομορφιά, ομορφιά απόλυτη,

Ποταμική ομορφιά,

Ας συνεχίσει να υπάρχει αυτός ο κόσμος,

Παρά τον θάνατο!

Στην αγκαλιά του κλώνου γραπωμένη

Η φαιά ελιά.

*Απόδοση: Thalassa Mystica

Να μιλάτε, κύριοι!

I Christina's avatarΤα χρώματα της σκέψης

Να μιλάτε, κύριοι. Να μιλάτε.
Σάμπως τι σας ζητάνε;
Κι αν δεν ακούσουν μια φορά, εσείς πιο δυνατά να μιλάτε.
Κι αν κάτι σας πονάει και σας τρώει τα σωθικά, εσείς να μιλάτε.
Κι αν για κάτι κουβέντα δεν τολμάει να βγει, εσείς πάλι να μιλάτε.

Μη με παρεξηγείτε, κύριοι. Εγώ ξέρω. Ξέρω καλά.
Σας μεταφέρω μόνο λόγια τους, όσων δεν ξέρουν να ακούν.
Τον ξεπεσμό τους ζητούν να γιατρέψετε με ξεπεσμό δικό σας.
Να μιλάτε. Όσο γίνεται πιο πολύ να μιλάτε.
Κι αν δεν γίνεται, πάλι εσείς να μιλάτε.
Σε φίλους, γνωστούς, αγνώστους, γονείς. Σ’ όσους βρείτε.
Σε όσους νοιάζονται και σ’ όσους νοιάζονται τάχα.
Να μιλάτε μέχρι να μην έχετε τι άλλο να πείτε.
Γιατί δεν βλέπουν, κύριοι. Γι’ αυτό εσείς να μιλάτε.

Τη φωνή σας να τους δίνετε. Να ξεχρεώνουν λίγο λίγο.
Τη φωνή σας, κύριοι, γιατί η φωνή των πεθαμένων τους βαραίνει.

Ας μείνει μεταξύ μας.

View original post 46 more words

Ποίηση

I Christina's avatarΤα χρώματα της σκέψης

Ποίηση για μένα είναι η ικανότητα να εκφράσεις τα πιο απλά σου νιώθω με τις πιο μεγαλοπρεπείς λέξεις.
Όχι δεν πρόκειται για τάση εντυπωσιασμού, το κάθε άλλο…
Πρόκειται για την ενόραση του απτού ανάμεσα σε έναν κόσμο που φαντάζει αβυσσαλέος.
Για τη μετατροπή του χάους σε αρμονία.
Δεν προέρχεται από μια καλλιτεχνική ψυχή, αλλά από την ανθρώπινη φύση. .στην ολότητα της.
Το ιδιαίτερο της γνώρισμα;
Η κραυγαλέα της προσπάθεια να αποφύγει τον πνιγμό σε μια θάλασσα από συντρίμια.
Δεν είναι αδυναμία. Ήταν κάποτε.
Δεν είναι προσπάθεια. Είναι ανάγκη, ενστικτο, εκφρασμένο με τους πιο εκλεπτυσμένους του τρόπους.
Ντυμένο με ανθρωπιά για να θυμάται απο που ξεκίνησε.
Θέλει να ακουστεί, αλλιώς πεθαίνει.
Με αξιοπρέπεια, αλλά και παράπονο, σαν αυτό που κουβαλάνε οι περήφανες ψυχές – και είναι λίγες πια…
Όχι ποτέ δεν είπα ότι η ποίηση πρόκειται για κάτι καλό.

View original post

Βάσσος Γεώργας, τι ωραία που κυλάει η ζωή μου πατέρα


10659433_10203930713284072_4126128827197086727_n

τι ωραία που κυλάει η ζωή μου πατέρα

άθελά μου

ακολουθώντας τα βήματα σου συνειδητοποιώ

πως βρεθήκαμε να κάνουμε περίπατο στο ίδιο χάος

έτσι ωραία να σιγοτραγουδάμε καντάδες τις νύχτες

εσύ εξαφανισμένος από τα μάτια του κόσμου

κι εγώ στο δικό μου χαβά

μεθυσμένος στα χειρότερα κωλόμπαρα

να σε σκέπτομαι σαν καλός γιος

να σπαράζω σαν κακός ποιητής

στα χωριά της πατρίδας σου όποτε τριγυρνώ

οι άνθρωποι που με κοιτάνε στα μάτια

εν ριπή

θυμούνται το όνομα σου

και όλοι έχουν να πούνε ένα καλό λόγο

για τη πολύπλοκη καλοσύνη σου

ενώ εγώ απ΄τη ζήλια μου αλείφω μια φέτα ψωμί

με λάδι και χονδρό αλάτι

και μετανιώνω που ποτέ μου δεν σε άκουσα

πόσο δίκιο είχες που δεν συμφωνούσες

να διαβάζω τις νύχτες με το κερί

για να μη χαλάσω την όρασή μου

και αναγκαστώ να βάλω σαν και εσένα από νωρίς

γυαλιά μυωπίας για να μπορώ να διακρίνω

τα ψιλά γράμματα

αλλά πάνω απ΄όλα είχες δίκιο να φοβάσαι

μη τυχόν χάσω εντελώς το μυαλό μου

που μαγεμένο λόγω κληρονομικότητας του άρεσε

να χάνεται σκαρφαλώνοντας ψηλά στα σύννεφα

για να αγκαλιάσει τον ουρανό

και τα αστέρια

βυσσινί θυμός κρύβεται στα παιδικά μου μοιρολόγια

και ακούγεται σαν αμανές υπνοβάτη
που παραπατώντας ανάμεσα σε χαμένους έρωτες

μοιάζει με τρίκυκλο που έχει μπατάρει μονόπλευρα

με τα πίσω φώτα του διαλυμένα

και που στη πρώτη κιόλας απότομη στροφή

το ξέρω πως θα τσακιστεί

η καρδιά μου

Π. Ἔνιγουέϊ: Ἐγὼ καὶ… ὁ ἐαυτός μου

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

Anyway,P.(Theodorakis,Panagiotis)-EgoKai...OEaytosMou-Eikona-01

Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ

Ἐ­γὼ καί… ὁ ἐ­αυ­τός μου

 

10-Taph-Chronica_Polonorum_TΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ (καὶ ἐλ­πί­ζω γιὰ τε­λευ­ταῖ­α) φο­ρὰ ἀ­πό­γευ­μα γυρ­νών­τας ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, τὸν πε­ρα­σμέ­νο μή­να. Κα­θό­ταν στὸ γρα­φεῖ­ο κι ἔ­γρα­φε κά­τι στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή μου (ἀ­παν­τοῦ­σε στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μη­νύ­μα­τα τῶν φί­λων μου). Ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα καὶ κον­το­στά­θη­κα. Μὲ χαι­ρέ­τη­σε καὶ ξα­να­γύ­ρι­σε πρὸς τὴν ὀ­θό­νη.

       «Τί θέ­λεις;» τὸν ρώ­τη­σα καὶ ἄ­να­ψα τὸ θερ­μο­σί­φω­να.

       «Ἔ­χει ζε­στὸ νε­ρό. Πρὶν λί­γο πλύ­θη­κα» ἀ­πάν­τη­σε καὶ ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο.

       Πῆ­γα γε­μά­τος νεῦ­ρα στὴν κου­ζί­να. Ἄ­νοι­ξα μη­χα­νι­κά τὸ ψυ­γεῖ­ο.

       «Στὸ φοῦρ­νο ἔ­χει μπρι­ζό­λες. Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­κό­μη ζε­στὲς» τὸν ἄ­κου­σα ἀ­πὸ μέ­σα.

       Ἔ­φτια­ξα μιὰ σα­λά­τα καὶ δο­κί­μα­σα μί­α ἀ­πὸ τὶς μπρι­ζό­λες του ἀρ­γὰ ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­χτι­κά. Φο­βό­μουν μὴ μὲ δη­λη­τη­ριά­σει. Σκε­φτό­μουν πό­σο και­ρὸ θὰ μεί­νει μα­ζί μας. Καὶ βέ­βαι­α τί ἀν­τί­δρα­ση θὰ ἔ­χει ἡ Στέλ­λα, ἡ γυ­ναί­κα μου, μό­λις τὸν δεῖ.

       Ἔ­κα­να μπά­νιο, ξυ­ρί­στη­κα καὶ πῆ­γα στὸ σα­λό­νι.

       «Σὲ πα­ρα­κα­λῶ ἄλ­λη φο­ρὰ…

View original post 435 more words

Χριστιάνα Αβρααμίδου, Από το “Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει”

Χριστιάνα Αβρααμίδου

Δεν τον θέλω άλλο τον ήλιο στη ζωή μου,
με έχει κάψει στα μάτια.
Δε θέλω τη μέρα,
το φως,
μόνο κάποια παλιά τραγούδια για σένα.

Δουλεύω μια ζωή σκληρά
μα τίποτα δεν έχω επιδιορθώσει.
Δεν θέλω άλλο τη ζέστη στα μέσα μου,
βρέξει χιονίσει,
με ΄χεις εγκαταλείψει.

Οι δυνατότητές μου ίσως να ΄ταν για περισσότερα.
Μια καθαρίστρια όμως υπήρξα,
για σκοτεινούς
σκληρούς
ανθρώπους.

***

Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι
Κανείς δεν το καταλαβαίνει όταν γεννιέται.
Ίσως,
να το νιώσει πριν πεθάνει
και αναρωτιέται
πόσος συνωστισμός εκεί πάνω επικρατεί,
με ψυχές που δεν πρόλαβαν
ένα τόσο απλό πράγμα
να καταλάβουν.

*Από τη συλλογή “Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει”, Εκδόσεις Οροπέδιο, 2014 (σελ. 13 και 20).
**Η Χριστιάνα Αβρααμίδου (γεν. 1978) κατάγεται από την Κύπρο, αλλά γεννήθηκε στην Αθήνα. Ζει στην Κύπρο. Εκτός από την παρούσα συλλογή έχει εκδώσει τις συλλογές “Σκοινιά και Ναυάγια” (Λευκωσία, 1999), “Ένας Λόγος για να Αγαπήσεις τη Νύχτα” (Πλανόδιον, 2002), “Όλες οι Μέρες Χιόνι” (Πλανόδιον, 2005) και “Ώρα Κάτω απ’ το Νερό” (Έψιλον, 2008).