Δες, έχω αηδιάσει τους ανθρώπους
Οι προσευχές τους, οι προβιές τους,
Η πίστη τους, οι τρόποι τους,
Βαρέθηκα των αρετών τους την χλιδή
Με τα κοντά βρακιά
Βαρέθηκα τα σκέλεθρά τους
Ευλόγησέ με φως τρελό που φωτίζει τα επουράνια όρη
Προσδοκώ πάλι άδεια να γίνω σαν την αγρύπνιας
Το ήσυχο μάτι
Προσδοκώ πάλι να γίνω άστρο.
*Από το le surréalisme, même 2, Άνοιξη 1957. Απόδοση: Thalassa Mystica.
Category Archives: Uncategorized
Yves Bonnefoy, Ας συνεχίσει να υπάρχει αυτός ο κόσμος (I), Τα κυρτά σανίδια
Ισιώνω ένα κλωνάρι
Που έσπασε. Τα φύλλα
Είναι βαριά από νερό κι από ίσκιο
Καθώς ο ουρανός αυτός, προτού
Να φέξει η μέρα. Ω γη,
Ξεκούρδιστα σημάδια, δρόμοι διάσπαρτοι,
Αλλά ομορφιά, ομορφιά απόλυτη,
Ποταμική ομορφιά,
Ας συνεχίσει να υπάρχει αυτός ο κόσμος,
Παρά τον θάνατο!
Στην αγκαλιά του κλώνου γραπωμένη
Η φαιά ελιά.
*Απόδοση: Thalassa Mystica
Να μιλάτε, κύριοι!
Να μιλάτε, κύριοι. Να μιλάτε.
Σάμπως τι σας ζητάνε;
Κι αν δεν ακούσουν μια φορά, εσείς πιο δυνατά να μιλάτε.
Κι αν κάτι σας πονάει και σας τρώει τα σωθικά, εσείς να μιλάτε.
Κι αν για κάτι κουβέντα δεν τολμάει να βγει, εσείς πάλι να μιλάτε.
Μη με παρεξηγείτε, κύριοι. Εγώ ξέρω. Ξέρω καλά.
Σας μεταφέρω μόνο λόγια τους, όσων δεν ξέρουν να ακούν.
Τον ξεπεσμό τους ζητούν να γιατρέψετε με ξεπεσμό δικό σας.
Να μιλάτε. Όσο γίνεται πιο πολύ να μιλάτε.
Κι αν δεν γίνεται, πάλι εσείς να μιλάτε.
Σε φίλους, γνωστούς, αγνώστους, γονείς. Σ’ όσους βρείτε.
Σε όσους νοιάζονται και σ’ όσους νοιάζονται τάχα.
Να μιλάτε μέχρι να μην έχετε τι άλλο να πείτε.
Γιατί δεν βλέπουν, κύριοι. Γι’ αυτό εσείς να μιλάτε.
Τη φωνή σας να τους δίνετε. Να ξεχρεώνουν λίγο λίγο.
Τη φωνή σας, κύριοι, γιατί η φωνή των πεθαμένων τους βαραίνει.
Ας μείνει μεταξύ μας.
View original post 46 more words
Τα έντερα και τα άλλα (Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ)
Τα έντερα τα εσώτατα
που διοχετεύουν πάθη
και κάνουν αισθητή
την κάθοδο
View original post 117 more words
Ποίηση
Ποίηση για μένα είναι η ικανότητα να εκφράσεις τα πιο απλά σου νιώθω με τις πιο μεγαλοπρεπείς λέξεις.
Όχι δεν πρόκειται για τάση εντυπωσιασμού, το κάθε άλλο…
Πρόκειται για την ενόραση του απτού ανάμεσα σε έναν κόσμο που φαντάζει αβυσσαλέος.
Για τη μετατροπή του χάους σε αρμονία.
Δεν προέρχεται από μια καλλιτεχνική ψυχή, αλλά από την ανθρώπινη φύση. .στην ολότητα της.
Το ιδιαίτερο της γνώρισμα;
Η κραυγαλέα της προσπάθεια να αποφύγει τον πνιγμό σε μια θάλασσα από συντρίμια.
Δεν είναι αδυναμία. Ήταν κάποτε.
Δεν είναι προσπάθεια. Είναι ανάγκη, ενστικτο, εκφρασμένο με τους πιο εκλεπτυσμένους του τρόπους.
Ντυμένο με ανθρωπιά για να θυμάται απο που ξεκίνησε.
Θέλει να ακουστεί, αλλιώς πεθαίνει.
Με αξιοπρέπεια, αλλά και παράπονο, σαν αυτό που κουβαλάνε οι περήφανες ψυχές – και είναι λίγες πια…
Όχι ποτέ δεν είπα ότι η ποίηση πρόκειται για κάτι καλό.
March Event: There and Back Again
Βάσσος Γεώργας, τι ωραία που κυλάει η ζωή μου πατέρα
τι ωραία που κυλάει η ζωή μου πατέρα
άθελά μου
ακολουθώντας τα βήματα σου συνειδητοποιώ
πως βρεθήκαμε να κάνουμε περίπατο στο ίδιο χάος
έτσι ωραία να σιγοτραγουδάμε καντάδες τις νύχτες
εσύ εξαφανισμένος από τα μάτια του κόσμου
κι εγώ στο δικό μου χαβά
μεθυσμένος στα χειρότερα κωλόμπαρα
να σε σκέπτομαι σαν καλός γιος
να σπαράζω σαν κακός ποιητής
στα χωριά της πατρίδας σου όποτε τριγυρνώ
οι άνθρωποι που με κοιτάνε στα μάτια
εν ριπή
θυμούνται το όνομα σου
και όλοι έχουν να πούνε ένα καλό λόγο
για τη πολύπλοκη καλοσύνη σου
ενώ εγώ απ΄τη ζήλια μου αλείφω μια φέτα ψωμί
με λάδι και χονδρό αλάτι
και μετανιώνω που ποτέ μου δεν σε άκουσα
πόσο δίκιο είχες που δεν συμφωνούσες
να διαβάζω τις νύχτες με το κερί
για να μη χαλάσω την όρασή μου
και αναγκαστώ να βάλω σαν και εσένα από νωρίς
γυαλιά μυωπίας για να μπορώ να διακρίνω
τα ψιλά γράμματα
αλλά πάνω απ΄όλα είχες δίκιο να φοβάσαι
μη τυχόν χάσω εντελώς το μυαλό μου
που μαγεμένο λόγω κληρονομικότητας του άρεσε
να χάνεται σκαρφαλώνοντας ψηλά στα σύννεφα
για να αγκαλιάσει τον ουρανό
και τα αστέρια
βυσσινί θυμός κρύβεται στα παιδικά μου μοιρολόγια
και ακούγεται σαν αμανές υπνοβάτη
που παραπατώντας ανάμεσα σε χαμένους έρωτες
μοιάζει με τρίκυκλο που έχει μπατάρει μονόπλευρα
με τα πίσω φώτα του διαλυμένα
και που στη πρώτη κιόλας απότομη στροφή
το ξέρω πως θα τσακιστεί
η καρδιά μου
Αρθούρος Ρεμπώ, από το “Μια εποχή στην κόλαση”
Π. Ἔνιγουέϊ: Ἐγὼ καὶ… ὁ ἐαυτός μου
Π. Ἔνιγουεϊ
Ἐγὼ καί… ὁ ἐαυτός μου
ΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ (καὶ ἐλπίζω γιὰ τελευταῖα) φορὰ ἀπόγευμα γυρνώντας ἀπὸ τὴ δουλειά, τὸν περασμένο μήνα. Καθόταν στὸ γραφεῖο κι ἔγραφε κάτι στὸν ὑπολογιστή μου (ἀπαντοῦσε στὰ ἠλεκτρονικὰ μηνύματα τῶν φίλων μου). Ἔκλεισα τὴν πόρτα καὶ κοντοστάθηκα. Μὲ χαιρέτησε καὶ ξαναγύρισε πρὸς τὴν ὀθόνη.
«Τί θέλεις;» τὸν ρώτησα καὶ ἄναψα τὸ θερμοσίφωνα.
«Ἔχει ζεστὸ νερό. Πρὶν λίγο πλύθηκα» ἀπάντησε καὶ ἄναψε τσιγάρο.
Πῆγα γεμάτος νεῦρα στὴν κουζίνα. Ἄνοιξα μηχανικά τὸ ψυγεῖο.
«Στὸ φοῦρνο ἔχει μπριζόλες. Πρέπει νὰ εἶναι ἀκόμη ζεστὲς» τὸν ἄκουσα ἀπὸ μέσα.
Ἔφτιαξα μιὰ σαλάτα καὶ δοκίμασα μία ἀπὸ τὶς μπριζόλες του ἀργὰ ἀργὰ καὶ προσεχτικά. Φοβόμουν μὴ μὲ δηλητηριάσει. Σκεφτόμουν πόσο καιρὸ θὰ μείνει μαζί μας. Καὶ βέβαια τί ἀντίδραση θὰ ἔχει ἡ Στέλλα, ἡ γυναίκα μου, μόλις τὸν δεῖ.
Ἔκανα μπάνιο, ξυρίστηκα καὶ πῆγα στὸ σαλόνι.
«Σὲ παρακαλῶ ἄλλη φορὰ…
View original post 435 more words
Χριστιάνα Αβρααμίδου, Από το “Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει”
Δεν τον θέλω άλλο τον ήλιο στη ζωή μου,
με έχει κάψει στα μάτια.
Δε θέλω τη μέρα,
το φως,
μόνο κάποια παλιά τραγούδια για σένα.
Δουλεύω μια ζωή σκληρά
μα τίποτα δεν έχω επιδιορθώσει.
Δεν θέλω άλλο τη ζέστη στα μέσα μου,
βρέξει χιονίσει,
με ΄χεις εγκαταλείψει.
Οι δυνατότητές μου ίσως να ΄ταν για περισσότερα.
Μια καθαρίστρια όμως υπήρξα,
για σκοτεινούς
σκληρούς
ανθρώπους.
***
Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι
Κανείς δεν το καταλαβαίνει όταν γεννιέται.
Ίσως,
να το νιώσει πριν πεθάνει
και αναρωτιέται
πόσος συνωστισμός εκεί πάνω επικρατεί,
με ψυχές που δεν πρόλαβαν
ένα τόσο απλό πράγμα
να καταλάβουν.
*Από τη συλλογή “Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει”, Εκδόσεις Οροπέδιο, 2014 (σελ. 13 και 20).
**Η Χριστιάνα Αβρααμίδου (γεν. 1978) κατάγεται από την Κύπρο, αλλά γεννήθηκε στην Αθήνα. Ζει στην Κύπρο. Εκτός από την παρούσα συλλογή έχει εκδώσει τις συλλογές “Σκοινιά και Ναυάγια” (Λευκωσία, 1999), “Ένας Λόγος για να Αγαπήσεις τη Νύχτα” (Πλανόδιον, 2002), “Όλες οι Μέρες Χιόνι” (Πλανόδιον, 2005) και “Ώρα Κάτω απ’ το Νερό” (Έψιλον, 2008).




