
μηρυκάζω τη ζωή μου
στέκομαι σαν όρνιο πάνω απ’ τις σκέψεις μου
αποφασίζω άγαρμπα ποια θα κατασπαράξω πρώτη
είμαι ένας ποδηλάτης χωρίς κράνος στην εθνική πατρών αθήνας
ένας ένστολος που μοίρασε το πλεόνασμά του στους πακιστανούς του
πρώτου ορόφου
τριάντα χρόνια κυλήσανε ανάμεσα στα πόδια μου
τριάντα αργύρια πέσανε από την τρύπια τσέπη μου
είμαι γραμμή όλο σκαμπανεβάσματα σε καρδιογράφημα νεκρού
κι αλήθεια πλάσματα πιο εγωκεντρικά από τους ποιητές ποτέ δεν
γνώρισα
εδώ στην επαρχία έκανα συμφωνία κυρίων με τον άνεμο
του δίνω μοναξιά
μου απαντά με βρόχινο νερό
έχω μαλλιά απαλά και δάχτυλα από κερί
αγαπάω τους ανθρώπους γιατί τρέφω μίσος αταλάντευτο για την
ανθρωπότητα
κομίζω μήνυμα αντεθνικό για απάτριδες
που μόλις αντικρίσουν το νησί πέφτουν στα γόνατα λυγμώντας
πόσο σωστά τα κάνατε όλα άνθρωποι
όλα σωστά
οι πόλεμοι τα κομμένα κεφάλια τα τουμπανιασμένα κορμιά τα
σπασμένα αγάλματα
τα νεκροταφεία οι μεγάλες και οι μικρές ιδέες οι σημαίες
πόσο λάθος έζησα
σας λυπόμουν για τη ζωή που διάγετε
ώσπου μια μέρα ένας βραχμάνος εδώ στη γειτονιά μου άνοιξε τα
μάτια
μοιράζει τσικουδιά και μεταθανάτια αηδία σε τιμές ανέσπερου φωτός
εσένα λυπούνται οι εντός και οι επί τα αυτά μου είπε
τον βλαστήμησα με ορμή μα είχε δίκιο
μη φεύγετε χριστιανοί μη με φοβάστε
πιστεύω στα παραμύθια πιότερο από σας
έγινα δέκα χρόνων πάλι
κρατώ στα χέρια έναν πίνακα με στοιχεία χημικά δεόντως
μεταχειρισμένο
και δασκαλεύω δήθεν αόρατους μαθητές που μ’ αγαπούν πολύ
θα αγαπάω για πάντα λίγο παραπάνω τις αλκαλικές γαίες
θα τρέμω πάντα την αντίδραση με τα αέρια που ονομάσατε ευγενή
πόσο άδικη η δασκάλα πόσο λάθος οι διδαχές
θα ψάχνω πάντα το αντώνυμο του αντίξοος
και θα ‘χω πάντα για οδηγό μου μία και μόνη σιγουριά
το μόνο σίγουρο είναι πως γεννηθήκαμε
ο μόνος ήχος που ακούστηκε ποτέ στη γη είναι της μάνας η κραυγή
που μας γέννησε
ο μόνος φόνος που έλαβε ποτέ του χώρα ο πνιγμός του βρέφους από
τη θλίψη της επιλοχίας
Continue reading →