Category Archives: Uncategorized
Απορίες……
για τη φωτογραφία και την κριτική
Τι νιώθει η έρημος
όταν μακρινός άνεμος
αποθέτει πάνω της ένα σπόρο;
–
Ξεδιψάει ποτέ το γεμάτο ποτήρι;
–
Ο δρόμος που τελειώνει σ’ αδιέξοδο
ονειρεύεται άραγε μακρινές αποστάσεις;
–
Τρέμουν ποτέ τα γόνατα του πανίσχυρου Χάρου;
–
Οι μεγάλες ψυχές γνωρίζουν άραγε
ότι υπάρχει μόνον ένα μέγεθος θανάτου;
–
Τα ψηλά βουνά νιώθουνε τάχα
ότι ο κόκκος άμμου είναι αδερφός τους;
–
Η μετάνοια θυμάται αλήθεια
ότι κάποτε λεγόταν τόλμη;
–
Το χέρι που δίνει και το χέρι παίρνει
ξέρουν ότι είναι δυό γλάροι που ζυγιάζονται
πάνω από το κενό της έλλειψης;
–
Πως νιώθει τάχα η νύχτα
μ’ όλα τούτα τ’ άστρα στο κορμί της
ωραία ή σημαδεμένη;
–
Το φεγγάρι όταν το λεν σελήνη διχάζεται;
–
Τι κρύβει το κρεβάτι κάτω απ’το προσκέφαλό του
περίστροφο ή όνειρα;
–
Τα πούπουλα του μαξιλαριού
ονειρεύονται ακόμα τα ύψη;
–
Πως πεθαίνει ο μόνος άνθρωπος
πως τρίζει η ψυχή του ερημίτη
όταν…
View original post 36 more words
πεθαμένα εξάρχεια
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

στο πρόσωπο ένα ξυράφι/
στο στήθος οι τριβές/
και όπως ντύνεται ένα ποίημα – από την απέχθεια για τον άνθρωπο –
με δέρμα ανθρώπου/
κι ο χρόνος μας δέρνει ως να καταλήξουμε,
αυτό ρωτάω:
πού θα κατέληγες
αν είχα τα μάτια σου
όταν σε έπινα;
Είσαι η ίδια;
Έντρομη συνενοχή
στους ναούς των αστέγων,
ή ξινή αντιμετάθεση
στης ζωής τα δόντια;
Εδώ που τερματίσαμε,
ποντικάκια σε πρόβα λεόντων,
ότι μας συμβαίνει είναι δανεικό
(ή δανεισμένο)
Κι αν ο ήλιος ανάβει ή σβήνει σαν χαλασμένη ασφάλεια/
σταθερά/
επειδή εμείς έχουμε σπίτια/
κλειστά – ανοιχτά
τα χαμόγελά τους παραμένουν πεθαμένα/
Στο στομάχι αντιόξινα
να φύγει η αηδία/
Τα Εξάρχεια
πεθαμένα κι αυτά/
Linda Stevenson, Clovers
Setting aside a mask, or several
she plays, as when a child
pressing against
the beaten bronzed air
stroking the shiny surfaces of afternoons
as they drift;
finds and picks out from faded grass
or from between the leaves
of now shelved books
the different gifts
for the ones she loves, kneels
and hands up to them, with no words
their four-leafed presentations.
*Taken from http://poetryblogroll.blogspot.com.au/2015/12/i-wish-id-written-this.html
The artwork here is also by Linda Stevenson, inspired by Cavafy’s “Ithaca”. Linda lives in Melbourne
Jacques Prévert, Ο χαμένος χρόνος
Μπροστά στην πόρτα του εργοστασίου
ο εργάτης σταματάει ξαφνικά
o ωραίος καιρός τον τράβηξε απ’ το σακάκι
κι όπως γυρίζει
και τον ήλιο ατενίζει
όλον κόκκινο όλον στρογγυλό
να χαμογελάει μέσα στον ουρανό του από μόλυβδο
κλείνει το μάτι
με οικειότητα
Για πες λοιπόν σύντροφε Ήλιε
δεν βρίσκεις
πως είναι μάλλον μαλακία
να δίνεις μία τέτοια ημέρα
σε ένα αφεντικό;
*Από τη συλλογή “Paroles” 1946
Alexandra Bakonika’s Poems in Greek and English
We met after some time
and it was as if we started from the beginning.
I surveyed your face
and didn’t manage to restrain
the desire which blazed
because it awaited your body,
the harmonic junctions and its lines.
I sought its weight,
I sought its rage.
ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΡΧΗ
Ύστερα από καιρό συναντηθήκαμε
κι ήταν σαν να ξεκινούσαμε
απ’ την αρχή.
Ανέτρεξα τη μορφή σου
και δεν πρόλαβα ν’ αναχαιτίσω
τον πόθο που φούντωσε,
γιατί περίμενε το σώμα σου,
τ’ αρμονικά δεσίματα και οι γραμμές του.
Γύρεψα το βάρος του,
γύρεψα τη λύσσα του.
PERFORMANCES
He impudently said to me:
“Your poems are flooded with sensuality and passion
and something related,
something exquisite
I expected from you
the few times we made love-
but I can’t conceal from you
that you have disappointed me”
For his own performance
in bed
and my appraisal of it,
he…
View original post 936 more words
Μαρία Σερβάκη, Ποιήματα από τον “Οδοιπόρο”
ΑΛΛΗΛΟΣΠΑΡΑΓΜΟΣ
Είπε: ίσως μια ύστατη προσπάθεια να τελειώσω μένα θάνατο…
ή κι ίσως πάλι εκείνη η πάντα ίδια, αέναη και σκοτεινή, η πέρα
από το θάνατο, καταγράφοντας εκείνο το από πουθενά ξεκίνημα…
η νοσταλγία… η νοσταλγία της άνοιξης… χώματα της άνοιξης…
ο κρόκος σπάζοντας τη λάμψη του στο φως… Τότε ακούστηκε
Καταγράφω και πεθαίνω… εδώ, εδώ, εδώ… καταγράφω
και πεθαίνω…
Καταγράφω και πεθαίνω…
Πεθαίνω πάλι ακούστηκε
Πεθαίνω πεθαίνω πεθαίνω
Σφύραγε από παντού
Πεθαίνω
Κι είχα πεθάνει από παντού.
Κ’ ύστερα μπήκαν οι άλλοι κι είχαν αρχίσει κι όλας
να σαπίζουν
Ο πιο βαθιά στη μουσική είπε τότε
Ποιος το περίμενε πως οι άνθρωποι θα ξερίζωναν τη γη
τόσο γοργά
Οι άλλοι σώπαιναν μεταίχμιοι
***
Χαμένος μέσα σε κισσούς και σ’ αγιοκέρια
Χρόνια χρόνια πριν
Να προχωρώ να προχωρώ
Γλίστρησε απ’ το σώμα μου το φίδι της ζωής
Τοπία αλλοτινά
Ξεχασμένα
Ποτέ υπαρκτά
Ο χώρος ο κλειστός ο γκρίζος του απέθαντου θανάτου
Πού πάνε; πού πήγαν όλοι αυτοί;
Μυρίζει πτώμα ο θεός
Ακούσαμε τόσα πολλά για τους απέθαντους λες κι ήταν
παραμύθια
Κάποιων κόσμων σκοτεινών
Μα ήταν μόνο οι καημοί κι οι λύπες κι οι αγάπες που είχαν
θεωθεί
Βάραθρα βάραθρα βάραθρα φωτός Αντέχεις;
Τόσο νερό η σιωπή Αντέχεις;
Πού; θυμάσαι πού; όταν θα με βρεις… όταν… όταν
Σα θάμα
Και τότε σκάλισε στον ξεχασμένο δρόμο ο θεός μια πικροδάφνη
Είπαν τότε οι φυλλωσιές
Είναι η άνοιξη;
Και ο θεός
Είναι ο έρωτας;
Ο Οδοιπόρος
Ο Θηρευτής
Και ο Καθρέφτης
Αιώνες αιώνες
Πριν; Μετά;
*Από τη συλλογή “Ο Οδοιπόρος”, Εκδόσεις Εκάτη, 2013.
Βύρων Λεοντάρης

Ποιητικός Πυρήνας
Από την ενότητα «Εκτός»
Δεν είναι παρά μόνο μαύρα σημαδάκια στο χαρτί
ίχνη που άγνωστο αν οδηγούν σε μένα
αλλά συνάζονται και συνωστίζονται, διεκδικούν τον χώρο μου
δε μου αφήνουνε λευκό
κι επαίρονται αναίσχυντα «εμείς γραφτήκαμε,
θα μείνουμε. Εσύ έζησες, πεθαίνεις».
Ε όχι και όχι… Μου ’ρχεται να τα καταραστώ
(…να μείνετε, να μείνετε εσαεί στη γέενα της γραφής
και να μην έχει ο παιδεμός σας τελειωμό
να σπαρταράτε σε κειμενικά δίχτυα και να ξεσκίζεστε
απ’ τα τσιγκέλια των γραφίδων
να πετσοκόβεστε σε χειρουργεία παραναγνώσεων
πολύποδες να βγαίνουν απ’ τα σύμφωνά σας
και φλύκταινες να σκαν τα φωνήεντά σας
λήθη για σας να μην υπάρχει αλλά αιώνια αναπαραγωγή
σε μνήμες ηλεκτρονικές
ατέλειωτο μαρτύριο αθανασίας…) Να τα καταραστώ…
Αλλά κλάμα μου κι αυτά δεν είναι;
If we could weep words…
Όμως τώρα το πρόβλημα ακριβώς είναι ότι κλαίμε λέξεις
και δεν κλαίμε δάκρυα
Α, δάκρυα, πού είστε δάκρυά μου…
View original post 612 more words
Βάγια Κάλφα, Τρία ποιήματα
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ
Τα μεγάλα βιβλία
Κλείνουν κάπως έτσι:
Τα δάχτυλα στέκονται
Τα μάτια συντριμμένα
Παρατηρούν τη λύση
Βλέποντας πως υπήρχαν
Οι ενδείξεις στην αρχή
Όμως επέλεξες να μη δώσεις σημασία
Και να ζήσεις
Μονορούφι.
Κι απρόσκοπτα.
***
ΑΝΘΡΩΠΟΙ
Ζητάνε
Βοήθεια
Κάτω από τις
Μεγάλες ταμπέλες
Και βγαίνουν γιγάντιοι
Λίγο
Μετά μακραίνουν
Μικραίνουν
Χάνονται
Μέσα στην
Ανθρώπινη θάλασσα
Κι έρχεται ένα ακόμη
Ανθρώπινο κύμα
Τους τσαλαπατά
***
ΕΝΑΣ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ
Φυσικά κι είναι σπουδαίο
Κανένας άλλος
Στη θέση μου
Δε θα το ‘κανε
Εννοούσε
Κάτω απ’ τις απασχολημένες σιωπές
Φανερά ενοχλημένος
που δεν φιλούν
Δεν περιφέρουν παντού
Σφίγγουν μόνο
Κι αφήνουν
Το σωτήριο χέρι του
*Από τη συλλογή “Ληθόστρωτο”, Εκδόσεις “Εκάτη”, 2013, σελ. 9, 15 και 24.




