Category Archives: Uncategorized
Δημήτρης Αθηνάκης, “Λίγος χώρος για τον ξένο” {ποίημα σ. 78}

Όσες παρομοιώσεις, όσες μεταφορές κι αν
χρησιμοποιήσεις, η φύση, ο κόσμος,
αυτό που βλέπεις θα σε ξεπεράσει
Η γιαγιά μου, γυναίκα της Κυριακής στην
εκκλησία, έριχνε, θυμάμαι, μαχαίρι στο χαλάζι,
να το κόψει· μαχαίρι στο θεό. Σ’ ένα θεό που
αυτοκτονεί τις Κυριακές, ενώ εσύ ανασταίνεσαι
μαζί του πριν απ’ το μεσημεριανό και αφού
σε πάρει ο ύπνος στην καρέκλα.
Νέα γλώσσα. Μαθαίνω. Ολοκληρώνω
τις απώλειες.
Ο καιρός δε φτάνει. Χάνεται ο ήλιος. Νυχτώνει,
και είμαι ακόμα ξαπλωμένος. Κάνω το σταυρό
μου. Τον παίρνω πίσω. Εκείνο το αγκάθινο στεφάνι
μού είναι μικρό.
Δε θα θυσιαστώ αυτόν το μήνα.
Χρωστάω νοίκια.
Διαφέρω από τους άλλους
όσο δεν τους χαλώ τον ύπνο.

gibbet by Reuben Woolley
this
………is my
………pure redundancy
there’s no
……………..order
in the burning of it
……………..i’m a bag
of bones & chemistry
walking
& nothing
is new.i’ve fallen
through
…………..the
………………..years
………………..& i’m
here
for the closing
……………..a ready time
to search
……………..for a green
……………..place
& here’s………a bauble
…………………a rattle
of knuckles
…………& bright
…………………stones.is music
…………for an exit
a broken
…………………body
in the wind
..
From my book, skins, written for the refugees and published by Hesterglock Press. All profits for the refugees through the organisation, CalAid.
https://hesterglockpress.wordpress.com/reuben-woolley-skins/

Cover image by Sonja Benskin Mesher
“Μόνο το κόμμα, το χριστουλάκο τους”
Κατερίνα Γώγου (1940-1993)
φωτο ©Γιώργος Κορδελλάς
Θέλω να κουβεντιάσω σ’ ένα καφενείο
που να ‘χει πόρτα ανοιχτή
και να μην έχει θάλασσα
μονάχα άντρες άνεργους
σκόνη με ήλιο και σιωπή
να μπαίνει ο ήλιος στο κονιάκ
κ’ η σκόνη μαζί με τα τσιγάρα στα πλεμόνια μας
κι ας μην πάρουμε και σήμερα βρε αδερφέ
προφύλαξη για την υγεία μας
κι ούτε να δίνεις συμβουλές
το πως το κατεβάζω έτσι
και πως σκορπιέμαι έτσι
και να αφήσεις ήσυχα στα μούτρα
τις μπογιές τις μύξες και τα κλάματα
να τρέξουνε.
Μονάχα να κοιτάζεις ήρεμα
τα νύχια τα μαλλιά μου και τα χρόνια
που ‘ναι βρώμικα
και γω
να μη δίνω φράγκο για όλα αυτά
Μόνο το κόμμα, το χριστουλάκο τους
γιατί δε φτιάχτηκε το κόμμα τόσα χρόνια
και συ να ‘σαι φίλος. Φίλος-φίλος
έτσι όπως το λέει ο Καζαντζίδης
και το κονιάκ να ‘ναι σκατά
και εργολάβος πουθενά δε φάνηκε
έχει…
View original post 122 more words
Midsummer Violence by Kushal Poddar
In the dream about a blonde
and a cafe coiled
on a cobblestone corner
..
he dreams about an unstable gun,
serpentine, wobbling, hissing in his hand,
only a press on its trigger making it hard,
stiff, quiet, warm.
..
In this dream red bougainvilleas
bloom over the clouds, and blood
on the street.
People screams to wake him up.
The muzzle of blast turns
towards his temple.
Postcards by Michael Peck
postcards
from hell
photos of dead-men
mothers clutching their children
hiding in the dark doorways
fear crawls through their downcast eyes
heavy trucks filled with armed uniformed men
black flags, face masks with hate filled eyes
jeeps rumble through the deserted streets firing their weapons
bloody bodies fill the streets while women and children cry
Ο Νίκος Λέκκας για τη Νανά Ησαΐα

Η ιστορία τότε και τώρα, εκδ. Δελφίνι, 1997
Παρουσιάζω ένα βιβλίο που κάποτε λειτούργησε ως φλασιά και ως μάθημα. Έγινε από αρκετούς λόγος για τον τρόπο ζωής της συνοικίας των μπιτ, στην θρυλική Ύδρα. Αλλά πώς στ’ αλήθεια ζούσαν τη δεκαετία του ’60 εκεί;
Η ποιήτρια και συγγραφέας, Νανά Ησαΐα, έχοντας πάθος για την ζωγραφική, γίνετε ενεργός μέλος αυτής της κοινωνίας. Μαζεύει καμβάδες και πινέλα και μετακομίζει εκεί. Παρέα με αγγλόφωνους ποιητές στην πρώτη τους απόπειρα δημιουργίας. Προφανώς τότε οι δημιουργοί λειτουργούσαν ως ένα σώμα. Η πρώτη μεταπολεμική γενιά με πάθος για τέχνη, με απέχθεια για τον πόλεμο, με σνομπ αισθήματα για το κατεστημένο, πίστεψε στον ουμανισμό και ασπάστηκε ένα χίπικο τρόπο ζωής. Βρήκε έναν τόπο, όχι για να το νιώσει ως πατρίδα, άλλα για στεγάσει τα όνειρα και τις τζαζ ανησυχίες της.
Καλντερίμια χωρίς δημοτικό φωτισμό –αν και τότε κυκλοφορούσαν με φακούς– ένωναν το ένα σπίτι με το άλλο, το…
View original post 160 more words
Πατρική Συμβουλή | Μαριάννα Πλιάκου

«Καρδούλα μου, τζιέρι μου, καρδιά μου,
πέτρα που κυλάει δε ριζώνει»,
είπες.
Μα εγώ,
που ήθελα νέο κεφάλι να φορέσω,
έκοψα το παλιό κι άρχισα να ψάχνω
αριστερά κι δεξιά.
Στο μεταξύ,
αλλάξαν οι καιροί,
άλλαξε και η γη,
κι από στρόγγυλη έγινε ευθεία,
τραμπαλίζοντας
χωρίς προειδοποίηση.
Έτσι,
πέρα-δώθε
κύλησα,
και κατρακύλησα,
και δε ρίζωσα ποτέ.
Μόνο τα λόγια σου
φυτεύτηκαν,
χάδι-στο-σβέρκο-μου:
«Καρδούλα μου, τζιέρι μου, καρδιά μου…».
Guernsey, Μάης 2016
[εικόνα]
Τεύχος 22
“Η Πόλη των Νεκρών Γυναικών”, Χουάρες
Φωτογραφία: Gabriel Romero
Οι υφάντρες
Παγιδεύτηκαν σ’ ένα κακόφημο ποίημα.
Τα μαλλιά τους αλωνίζουν κυνηγοί κεφαλών.
Και στο στόμα λεπίδι, η ποινή στον αγρότη,
πνιγαλίων κι ο φόβος, χρηματίζει σαν φίλος.
Την ηχώ τους φιμώνει ο Φωνομέτρης χαφιές.
Ήχοι είναι, θα πούνε· δεν ακούγονται όλοι.
Τα παράθυρα κλείνουν και οι πόρτες κλειδώνουν
και ο τάφος πλευρίζει τον τυχαίο διαβάτη.
Μόνο η τραγωδός η σοπράνο
τον κουρέα αγγέλλει εφιάλτη.
Το χέρι υφάντρας θα υψώνει,
που το νέο της σώμα διασχίζει
ο ροζ σατράπης σταυρός.
Στου Μεχίκο τ’ αφιόνι, ερημιά και αλάνες.
Είναι βρόχι ο σπόρος, το λαρύγγι τους σφίγγει.
Λαναρίζονται νύφες και στο μάτι μπαμπάκι.
Στη φωνή σου η άμετρη θλίψη. Κι ο Μπαχ.
{Χορευτές, 2014}
