James Tate: 2 ποιήματα | μετάφραση: Σοφία Γιοβάνογλου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

3630-02-34-46-7860

Στο σχοινί για το άπλωμα

Η Μίλλυ ήταν στην πίσω αυλή απλώνοντας
τα ρούχα. Την παρακολουθούσα απ’ το παράθυρο
της κουζίνας. Γιατί αυτό να με ευχαριστεί τόσο πολύ;
Γιατί την αγαπώ με χίλιους τρόπους, και γιατί
αγαπάω την ιδέα της καθαρής μπουγάδας που την χτυπάει
ο άνεμος. Είναι διαχρονική, μια νέα αρχή, μια
υπόσχεση για το αύριο. Μανταλάκια! Θεέ μου, αγαπώ
τα μανταλάκια. Θα ’πρεπε να κρατάμε αποθέματα απ’ αυτά.
Κάποτε, μπορεί να σταματήσουν να τα φτιάχνουν, κι ύστερα τι;
Αν ήμουνα ζωγράφος, θα ζωγράφιζα τη Μίλλυ να απλώνει
την μπουγάδα. Αυτός θα ήταν ένας πίνακας να
σε γεμίζει μ’ ευτυχία, και να σου σπάει την καρδιά.
Ποτέ δεν ήξερες τι είχε στο μυαλό της, μεγάλες
σκέψεις, μικρές σκέψεις, καμία σκέψη. Έβλεπε
το γεράκι που έκανε κύκλους από πάνω της; Μισούσε
το ν’ απλώνει ρούχα; Σκόπευε να το σκάσει
με κανέναν ναύτη; Φούσκωναν τα σεντόνια σαν πανιά
επάνω σε…

View original post 644 more words

Γιώργος Καββαδίας, Δύο ποιήματα

page_1

ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ

Μερικές φορές βλέπω εμένα στον καθρέφτη και τρομάζω από την ηχώ του νου μου…
Θαρρείς και όλα συνωμοτούν να τυφλώσουν τη σιωπηλή μου αύρα…
Θαρρείς και όλα σαλπάρουν για ένα κόσμο ολότελα ξένο,
τελείως διαφορετικό, εξαιρετικά μοναδικό…
Καπετάνιος μας και πάλι ο άνεμος, κι όπου φυσάει, να σου και η πληγή του Φαραώ…
Το νερό σε αίμα μετατρέπει… Οι μεταγγίσεις άρχισαν,
θα αλλάξουμε ταυτότητα, θα γίνουμε αδέρφια…
Ένα με το πλοίο που μας γέννησε…
Ένα με τη φωνή μας που ούρλιαζε απ’ τα πνευμόνια…
Στο αμπάρι φυλάξαμε για το ταξίδι τα εφόδια…
Στο αμπάρι κλειδώσαμε τον ούριο άνεμο…
Καλοτάξιδοι ποτέ δεν ήμασταν, πάντα φουρτούνιαζε λίγο πριν η νύχτα πέσει…
Λίγο πριν τα μάτια μας δέσουνε και μας αναγκάσουν βουτιά στο κενό να κάνουμε,
αλλάξαμε εικόνα, μοιάσαμε περισσότερο με τους κινδυνολόγους.
Εκείνους που φοβερίζουν τη φωτιά να σβήσει…
Εκείνους που απειλούν με βροχή τους υπονόμους…
Μ’ άγγιξε χθες η ηχώ του σκότους…
Ανατρίχιασα μόνο στην ιδέα του πόνου που σε οδηγεί σε ανύποπτη στιγμή…
∆έος, ταπεινότητα και αμφιβολία γέμισε με μιας την παραπονεμένη μου υπερηφάνεια.
Ύψωσα το φως και οδήγησα τον καμηλιέρη στα ιδιαίτερα της καμήλας…
Και λίγο πριν το κουδούνι χτυπήσει,
άνοιξα τα βλέφαρα που ως τότε άκουγαν μονάχα το φλάουτο…
Φλάουτο που σφύριζε σαν ύμνος μες στα αυτιά μου,
και κάθε αίσθηση νεκρή ανέσταινε…
Κρεμασμένη κάποτε από τα ίδια τα φτερά της, έπαψε να πετάει, έπαψε να προσεύχεται…
Ήταν η σιωπή που αυτοσαρκαζόταν
και περπατούσε στις μύτες των ποδιών για να μην καταλάβει κανείς ότι υπάρχει…
Τώρα πια ρίξαμε άγκυρα, τώρα πια δε μιλάμε…
Ό,τι είχαμε να πούμε, το γράψαμε κι ύστερα σε ένα μπουκάλι το βάλαμε…
Όταν ο φελλός θα βγει από αυτό,
κάποιος θα μάθει τις πανσελήνους του σκότους…
Κάποιος θα ακούσει το λύκο να ξεσκίζει τη σάρκα του…
Να αυτοκτονεί…
(1/5/2009, 21:38)

***

ΦΙΓΟΥΡΕΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ

Πλέκω την αλήθεια σαν παλτό που θυμίζει ψέμα και την φοράω στο άγαλμα της δικής σου ελευθερίας…
Μεταμορφώνω την πηγή της γνώσης σε θάλασσα απόγνωσης και βουτάω μέσα της την πρωτότοκη παλίρροια μελανιασμένης ενοχής.
Λογάριασα ξανά το χρέος μου στον λήθαργο και μια κούπα με κρασί στην υγειά σου έχυσα…
Την έχυσα στο πιάτο που το κεφάλι της ποταπής ανευθυνότητας πόζαρε ξελιγωμένο…
Ματιάστηκα κοιτώντας στον καθρέφτη την πολλαπλή νοθεία σε ένα DNA που δανείστηκα απ’ τους προγόνους μου…
Νωχελικά ψιθύρισα το μόνο που στο νου μου είχε απομείνει…
Τα χρόνια καταδίκης στον κάτω κόσμο…
Κόσμο γεμάτο με λουλούδια και καρπούς…
Κόσμο γεμάτο αγγελούδια και νεκρούς…
Τριγυρνώντας στην πλατεία ακροάσεως είδα τη φιγούρα του φωτός κεντημένη σε ένα άστρο χωμάτινης αδρανοποίησης…
Μα ο αγέρας δυνάμωσε, και σκόρπισε το φως στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα…
Και άναψε φωτιές στα χέρια των δειλών να κάψουν τους τολμηρούς…
Με μάσκες έντυσε τα είδωλα και τα ‘κανε φειδωλά αντίτυπα της χαράς, της αισιοδοξίας και του έρωτα. Και τότε η πλάση κρύωσε και χιόνι έπεσε παντού, ασπρίζοντας τον τόπο γύρω απ’ το βαμμένο νυφικό σου…
Μαύρο ήταν και γυμνό…
Σαν να επρόκειτο εσύ να παίξεις το ρόλο της σιωπής…
Και το παλτό που κέντησα σκέπασε τη γύμνια σου…
Και έλιωσε το χιόνι…
Κι ο αγέρας έπαψε…
Κι η γη σκοτείνιασε…
Η νύχτα κρύφτηκε για πάντα…
(25/4/2009, 22:29)

*Από τη συλλογή “…από τις Ερινύες στις Κήρες”, ηλεκτρονική αυτοέκδοση, 2009.

Aksinia Mihaylova, Επιστροφή (Завръщане)| μετάφραση Μαρία Δούμπα

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

PC037740G

Σμήνος χήνες – οι σταυροί στο νεκροταφείο,

καλωσορίζουν-ξεπροβοδίζουν,

από το σφύριγμα της ατμομηχανής ξυπνώντας,

στ’ αναχώματα τα χορταριασμένα τα φτερά τους μπλέκουν,

μεγαλώνει το σμήνος φθινοπωριάτικα, μυρωδιά από καλαμιές που καίνε

απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο του τρένου,

γαλαζωπές φλογίτσες στον λόφο- οι φθινοπωρινοί κρόκοι,

οι ψυχές των νεκρών βγαίνουν για τρύγο.

Μαθαίνω να κουβεντιάζω.

Mοσχοσίταρο ευωδιάζει η ποδιά της γιαγια-Λίνας,

«αυτή η δουλειά δεν έχει τέλος,

θα ξεκουραστώ στ’ ασπροχώματα».

Στις τσέπες της-κομματάκι ψωμί κι ιστορίες,

σε ψίχουλα σκορπίζονται από τα χέρια της που τρέμουν

και στο χώμα των χρόνων βουλιάζουν:

«Άννα, νεράκι φρέσκο φέρε μου».

Να σιωπώ μαθαίνω.

«Καπνίζεις πολύ» μου λένε,

για τα μικρά της ελαττώματα δικαιολογία ψάχνω

στην αφήγηση αυτής της προγιαγιάς με τον λουλά,

που, πριν λίγο, έφυγε απ’ τον κόσμο αυτόν,

ανοίγω το κοφίνι και τα ξεφλουδισμένα καλαμπόκια ρίχνω,

αρμαθιές με καπνό απ’ το υπόστεγο κάτω,

λευκά κολοκύθια κατά μήκος του τοίχου.

Θα επιστρέψω στον…

View original post 225 more words

Γιώργος Φιλιππίδης, “Γαλάζια μηχανή”, Καστανιώτης, β’ έκδοση, 2000 [α’ 1999]

Ευτυχία Παναγιώτου's avatarΕυτυχία Παναγιώτου | exwtico

DSC_0508_editedDSC_0505_editedDSC_0507

Ένα Παρασκήνιο για τον ποιητή Γιώργο Φιλιππίδη. Πέμπτη 9/2, 22.00, στην ΕΤ1. Σενάριο-σκηνοθεσία: Σύλλας Τζουμέρκας

View original post

Τ’ αδέρφια μου…..

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_6036

Τ’ αδέρφια μου που χάθηκαν εδώ κάτω

στον κόσμο

είναι τ’ αστέρια που τώρα ανάβουν ένα ένα

στον ουρανό

και νά ο μεγαλύτερος με μια ανοιξιάτικη μαύρη γραβάτα

που χάθηκε μέσα σε σπηλιές θεόστραβες

καθώς κυλούσε παίζοντας πάνω σε ανεμώνες κόκκινες

γλίστρησε

μες στου θηρίου τ’ άγριου τα ματωμένο στόμα

ύστερα ο άλλος μου αδερφός που κάηκε

πουλούσε κίτρινα βεγγαλικά

πουλούσε κι άναβε κίτρινα βεγγαλικά

—Όταν ανάβουμε —έλεγε— φωτιά

θα διώξουμε από τους κήπους τα φαντάσματα1

θα πάψουν να μολύνουν τους κήπους τα φαντάσματα

—Όταν ανάβουμε —έλεγε—

κίτρινα  βεγγαλικά μια μέρα θ’ ανάψει ο ουρανός γαλάζιος

κι ύστερα ο τρίτος και ο πιο μικρόςπου έλεγε πως είναι νυχτερίδα

γι’ αυτό αγαπούσε τα φεγγάρια

και τα φεγγάρια μια νύχτα τον εζώσαν

εκόλλησαν γύρω γύρω και τον έκλεισαν

κόλλησαν γύρω γύρω και τον έπνιξαν

τον έλιωσαν γύρω γύρω τα φεγγάρια

Τ’ αδέρφια μου που χάθηκαν εδώ κάτω στον

κόσμο

View original post 23 more words

επικήδειος, η

nullapoenasinelege's avatarsine_lege

ένιωθα περίεργα

η μουσική δεν ηχούσε πια στα αυτιά μου

η αφή δεν άγγιζε πια τα χέρια μου

και το βλέμμα σου δεν έφτανε πια στα μάτια μου

ένιωθα ξαφνικά περίεργα

όλα τα ζωτικά όργανα του βίου μου απεργούσαν

και τρόπο δεν είχα πια για να υπάρξεις

ένιωθα τόσο μόνη

γιατί δεν μπορούσα να ξεδιαλέξω αν κάποιος πέθανε ή αν ζει

ήμουν στ’ αλήθεια κείμενη σε φέρετρο φτηνό

έτοιμη για ταξίδι ανεπίστρεφο μέσα στον εφιάλτη της μάνας

ή μήπως καθόμουν δίπλα σου

ενώ εσύ κοιμόσουνα εσαεί αδάκρυτη και ζώσα αναιμάκτως

και η νύχτα δεν τελείωνε

δεν ξημέρωνε ξεκάθαρα επιτέλους η αλήθεια

μόνο ένιωθα τόσο περίεργα

γιατί δεν μπορούσα πια τίποτα να νιώσω

τα δάχτυλά μου δεν λύγιζαν όσο κι αν τα πίεζα

και ο αέρας δεν βλεφάριζε τα μάτια μου

δεν με ενοχλούσε πια η ζωή που σφύριζε γύρω μου

και δεν είχα έναν τρόπο να θυμηθώ το ηχόχρωμά σου

View original post 94 more words

Στέργιος Τσακίρης, Ψυχολογία

tsakiris028

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ανέκφραστος κι ανέλπιδος
ο νέος ένοικπς της οδού Μανδροκλέους.

***

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Ι

Σαν την τεμπέλικη σαύρα
σέρνεται μέσα μου
αυτό το συναίσθημα
που χρόνια προσπαθώ
να ονομάσω.

Άλλοτε κρύβεται καλά
-το ψάχνω και δεν το βρίσκω-
κι άλλοτε με κοιτάζει με θράσος
στα μάτια
μέσ’ απ΄τα μάτια μου.

Κι όλο σέρνεται
-δίχως όνομα-
στην ταραγμένη ψυχή.

Κι όλο
σέρνομαι

ΙΙ

Δεν αποδείχθηκες τίποτ’ άλλο
παρά μια χαμένη υπόθεση.
Παράλυτος από τις διαψεύσεις
κι άνεργος στον έρωτα καιρό
σφίγγεις τα όνειρα με το ζωνάρι.

Μια χαμένη υπόθεση κι εσύ.
Δεν είσαι μόνος.

ΙΙΙ

Την ώρα που χαράζει
κι αφού ξεμπέρδεψε
με τα φαντάσματα της νύχτας,
ακούει Σοπέν-
παίρνει βαθιές ανάσες
για τα τέρατα της μέρας.

IV

Κάθε πρωί ξυπνά,
ξυρίζει προσδοκίες,
φορά το προσωπείο που τον φωτίζει
και μάρτυρας υπερασπίσεως
εξαγοράζεται
της μίζερης ζωής των πελατών του.

V

Φωνάζει κι η φωνή του
ανεπίδοτη επιστρέφει.

Δεν γεννιέται καν ηχώ
στα πέτρινά του χρόνια.

VI

Ξύπνησα
κι αντίκρισα τόσο φως
που παραλίγο
ν’ αναγεννηθώ.

Μόνο εμπόδιο
η έρημη ψυχή μου-
μες στα χαλάσματα
επίμονα έψαχνε
μια δόση
για να δροσιστεί
μα
οι φίλοι πιο λίγοι
κι ο έρωτας

VII

Πνίγεις
τη μοναξιά
σε πολυκαταστήματα
σε βιβλιοπωλεία.
Σε πολιτείες
άδενδρες
κυκλοφορείς
υλοτομημένος.
Τα χέρια
διαρκώς
στις τσέπες.

VIII

Καθόταν στο κρεβάτι
από εφιάλτη μόλις
έχοντας ξυπνήσει.
είδε, λέει, τη μάνα του να γέρνει
σε μπαστούνι πι και να τη σέρνουν
και να της λείπει το μισό ποδάρι.
έτρεμε στη σκέψη
πως θα μπορούσε να’ βγει αληθινό
πως τα γεράματά τους είναι ήδη στο κατώφλι.

IX

Δεν ξέρει πια πού ν’ αποθέσει
αυτό το βάρος που τον κατατρώει χρόνια.
Σαν τον εθισμένο χαρτοπαίκτη,
που τη μια στιγμή βουλιάζει στη ρουλέτα
και την άλλη ορθώνεται για λίγο,
χάνει πολλά
κερδίζει τίποτα.

Ένα τίποτα όλη του η ζωή.

X

Κουφάρι
σαπισμένου πλοίου η ύπαρξή του
στ’ ανοιχτά μιας ρημαγμένης παραλίας.
Αλισάχνη και σκουριά
νύχτα μέρα διαβρώνουν το σκαρί του.
Στα ρέλια του καμιά φορά
πουλιά της θάλασσας λουφάζουν.

***

ARS POETICA

Ξεσκίζει τις σάρκες του είναι του
και φτερουγιζει ένα τόσο δα ποίημα.

***

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ

Στη φυλακή του εγκεφάλου μου γεννήθηκα
και κάθε νύχτα οι θύμησες με μαστιγώνουν.
Γνόφος μέσα μου και γύρω μου.
Σε τι βοηθάει η ποίηση;
Κανείς δεν γνωρίζει.
Μια γυναίκα κάποτε σ’ αγάπησε
κι όμως την ξεχνάς.
Ταλαντεύεσαι ανάμεσα
στον κόσμο που σε τάξανε
και στον άλλον που ονειρεύεσαι
στο αδειανό σου κρεβάτι.
Η ασθένεια σ΄ εξάντλησε
των αναμνήσεων.
Σκέψεις γεμίζουν το σταχτοδοχείο
και δεν ξέρεις πού να το αδειάσεις.
Στόχους κι όνειρα κυνηγώντας
κατέληξες σ’ αυτό το τεράστιο σπίτι-
σε τρομάζει με την κενότητά του.
Τα παντζούρια σου κλείνουν το φως.
Στης τηλεόρασης και του ίντερνετ
τη βάναυση πανάκεια εγκλωβίζεσαι.
Η άλλη ζωή σε προσμένει
σε σημεία συνάντησης και στέκια.
Η ψυχή σου οικτίρει τον τάφο της
που φθείρεται με τα χρόνια.
Στο παρόν παραληρείς
και στο μέλλον τρελαίνεσαι.
Πόσο ν’ αντέξει κανείς
σ’ έναν κόσμο που δεν μπορεί ν’ ανασάνει;
Στη φυλακή του εγκεφάλου μου γεννήθηκα
κι ασφυκτιώ.

***

ΚΥΝΗΓΩΝΤΑΣ ΤΟ ΑΠΙΑΣΤΟ

Σκοτεινιάζει πια νωρίς,
η θάλασσα μια ανάμνηση,
τα μάτια γύρω μου κλειστά.

Ένα ακυρωμένο ραντεβού,
το κινητό έχει μέρες να χτυπήσει,
σαββατοκύριακο παρέα με τη βροχή.

Κάθε νύχτα που περνά
χειροτερεύουν τα πράγματα.
όλο και δυσκολεύουν
όλο και σκληραίνουν.

Το μυαλό μου
γίνεται η γκιλοτίνα μου.

***

Είναι πολλοί που ψάχνουνε τις νύχτες
τον απόκρυφο εαυτό τους
να ικανοποιήσουν.
Κι ύστερα το πρωί με το κοστούμι
κυκλοφορούν και τη γραβάτα
αψεγάδιαστοι σε όλα.

Όμως,
λεπτό
δεν παύει
το αίμα
να ζητά
να σμίξει μ’ άλλο αίμα.

***

-Πώς βάρυνε έτσι ο καιρός;
– Κι η ψυχή μας άλλο τόσο;

***

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πάλι
πρέπει να:
-να μηδενίσω το κοντέρ
– να τρέξω τον χρόνο απ’ την αρχή
-……………………………………………
-ν’ αναποδογυρίσουμε την αρχαία κλεψύδρα.

*Η συλλογή “Ψυχολογία” του Στέργιου Τσακίρη τυπώθηκε τον Μάρτιο του 2015 και κυκλοφόρησε ως ένθετο στο τεύχος 35 του περιοδικού ‘Ένεκεν” από τη Θεσσαλονίκη, με εξώφυλλο και ζωγραφικά σχέδια Βίλλης Γουσίου και επιμέλεια Κώστα Δρουγαλά.

Left Melancholy Poetry: The Greek Generation of the 2000’s

Vassilis Lambropoulos's avatarPiano Poetry Pantelis Politics

Here are ten distinct features of the new writers included in the brand-new splendid anthology Futures: Poetry of the Greek Crisis (2015), edited & translated by Theodoros Chiotis:

  1. An Anglophone poetry. Whether it is written in Greek or English, it is a poetry conversing with (mostly) English-language literature and thought, and therefore it speaks (mostly) English. It is written in a manner that makes it sound already under translation.
  1. A translingual poetry. It draws on several idioms and codes, from graffiti to rap, advertising to tweeting. It reverberates simultaneously on several registers. Its Greek is global, its transmission multidimensional. It is emitted, not intoned.
  1. An intermedial poetry. It interacts with all the other arts, especially the visual, but also with aural, tactile, architectural, and virtual ones. Thus it traverses domains and circulates among media, questioning normative notions of literariness.
  1. A performative poetry. It is embodied and acted up, mimicked…

View original post 275 more words

73 Civilians by Antony Owen

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

For seventy-three civilians I leave

The flowers that drones leave on dusty ground

And wrap them in responsible newspapers leaving your tragic news.

For thirty-five children oh fuck it

I leave statistics like coat pegs to hang shame from

And wrap myself in my own arms trying to make sense of first worlds.

For white news anchors selling skin and Gods

I picture little Hamza holding Pokemon monsters to be found

And wrap myself in lovemaking so I can bury begging boys and girls.

For forty-three years I have lived well

Drones once made honey weeping from blackfly Acacia

And I wrapped myself in the swirling fumes of my Dad’s knackered moped.

For seventy-three civilians with names

I will simply report that your deaths were not reported

And that Donald Trump’s boulevard star has a wall built around it now.

For seventy-three holes being dug shallow

I hope your sleep…

View original post 24 more words