Πόσο τυχερός στάθηκα
Που ποτέ μου δεν μίλησα
Όπως κάποιος που έχει φωνή.
Λάμπω στις απανταχού
Τεμνόμενες σιωπές των πραγμάτων.
Κι όμως, οι περισσότεροι
Προσποιούνται άγνοια
Ως προς την πίστη
Που τους παρέδωσα.
Μα και πάλι
Πόσο τυχερός στάθηκα.
Category Archives: Uncategorized
Social Security by Ruth Aylett
Stuck to chair
Waiting and waiting
Names are called, not yours
The shouting man strong-armed out
‘Your earlier heart attack is quite irrelevant
Just answer questions. We award the marks.’
το απαραίτητο φεγγάρι
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
Εδώ σε τούτο το συρτάρι φυτρώνουν τα ποιήματα:
άλλοτε είναι γέροντες που μασουλάνε με τα στραβοχυμένα – από το ΙΚΑ – μασελάκια τους,
τα πάντα όσα αντενδείκνυνται στο διαβήτη,
καραμέλες βουτύρου, ζελεδάκια,
ένα ώριμο δαμάσκηνο,
τα μάτια τους είναι μονίμως υγρά,
και τρέμουν το χρόνο/
άλλοτε μυρωδάτοι έφηβοι, κούροι και κόρες,
με συμπαγή μπούτια κι αρχαϊκό χαμόγελο,
απλώνουν τα ολοκαίνουργια φτερά τους,
αγέρωχοι στα όνειρα
κι όταν αγκαλιάζονται
ο χρόνος τούς τρέμει/
άλλοτε εμείς οι ίδιοι,
που ανασαίνουμε βαρύτερα,
κοιμόμαστε λιγότερο,
μουδιάζουμε περισσότερο
από πέρσι.
(κι ας ερωτευόμαστε το ίδιο)
Αδιάφορο στέκει πάνω απ’ όλα αυτά το φεγγάρι.
Κάθε ποίημα πρέπει να έχει κι ένα τέτοιο.
ΚΛ – 16/07/2017
photo: Unknown photographer
Griffith & Griffith (publisher)
Full Moon
1850-1900
Albumen print on cardboard
8.8 x 17.8 cm
© Museum für Kunst und Gewerbe Hamburg
υδρόλυση
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
Όλα τα χρόνια μου πλέουν ακέραια,
σ’ αυτή τη θάλασσα των οντολογικών
δεσμών/
ακόμη και οι παύσεις τους είναι διαρκώς παρούσες
– αν και κατάλευκες/
όταν αρχίζω να τις μετρώ,
οι τοίχοι φουσκώνουν
δίχως δόντια ή μόνο με μια μύτη χαρακτηριστική,
ή ένα νεύμα/
κι οι νύχτες γίνονται πιο
αλμυρές/
εγώ,
μόνο τους ώμους σου ζητώ
να λιώσουν στο στόμα,
και τις ίριδες να αποσπορίσουν
το έλασσον φτερούγισμα/
το ξέρω, ο χρόνος μου υδρολύεται διαρκώς/
μα δεν παλεύεται ο έρωτας
σε όποια ηλικία/
ΚΛ – 07/2017
photo: Ute Mahler
”Untitled’ from the series ‘Living Together’
1973
Yannis Ritsos-Romiosini//translated by Manolis Aligizakis
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ
II
Κάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας
είναι μία σταγόνα νερὸ που σκάβει απὸ παλιὰ τη σιωπὴ ως το μεδούλι
είναι μία καμπάνα κρεμασμένη στο γέρο-πλάτανο που φωνάζει τα χρόνια.
Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ᾿ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι του Αλωνάρη
– κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο απ᾿ τὸν καημὸ της δύσης.
Η Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιὲς με τη φαρδιά της φούστα λεκιασμένη απ᾿ τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδὶ και του αποκρίνεται απ᾿ τον κάμπο η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.
Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
Η κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Απάνου στο τραπέζι το ψωμὶ κ᾿ η ελιά,
μες στην κληματαριὰ ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.
Α, τί μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
View original post 1,122 more words
Π. Ε. Δημητριάδης, Τα οδοφράγματα
Θα βάλω τη μάνα μου
να μου σιδερώσει
το μαύρο μπουφάν,
εκείνο που φορούσες
ένα διάστημα
όταν πήγαινες στη δουλειά
(τότε σε ήθελαν στην τρίχα,
τώρα δε σε θέλουν καθόλου),
θα φορέσω από μέσα μια κουκούλα
«ΑΣΙΞ ΤΖΕΛΕΒΕΪΤΟΡ»,
θα πάρω και το σιδηρολοστό
(άχρηστο πια για την κιθάρα…)
και στο Τέννις, στη Λεωφόρο
Αλεξάνδρας, στα οδοφράγματα
θα τρέξω,
έτσι, χωρίς ιδεολογία,
χωρίς εχθρό,
με σκέτη οργή,
με μια εικόνα μόνο
στο κεφάλι μου,
αυτή που με στοιχειώνει
απ’ όταν έφυγα
για τελευταία φορά
απ’ το σταθμό του Η.,
το κοριτσάκι
που θα έχει τα μαλλιά της
και θα κλαίει απ’ τα μάτια μας
(ναι, τα μάτια μας),
μέσα από τους καμένους
κάδους και τις πέτρες,
μέσα από τα σπασμένα τζάμια
του Α.Τ. Σαρόκου
και τα πυρπολημένα αυτοκίνητα,
μέσα στα δακρυγόνα
και τις μολότωφ,
θα ζωγραφίζει με τη στάχτη
και τα δάκρυα
τα ΜΑΤ να με χτυπάνε
στο κεφάλι
χωρίς οίκτο
και θα φωνάζει τ’ όνομά μου
(ούτε «μπαμπά», ούτε «δάσκαλε»),
την ώρα που θ’ αφήνω την πνοή μου
πάνω στα πεζοδρόμια
που -έφηβος-
μέσα από τα μάτια σου
αγάπησα.
9.12.08
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ‘Τεφλόν” Νο 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-10.
Οι νόμοι της τσιμεντένιας θάλασσας | Νικήτας Α.

Κοινωνική, πολιτική αποσύνθεση
αφού βλέπω αυτό που βλέπεις
και αναπνέω αυτό που αναπνέεις
γιατί να είμαι εγώ ο σκλάβος και ’συ ο αφέντης;
Νικοτίνη, ναρκωτικά, κινούμενα θέατρα του παραλόγου
χαμένες ελπίδες, χαμένα όνειρα της Κατερίνας Γώγου
ειρωνικά χαμόγελα πίσω από μάσκες οξυγόνου
συγκρούσεις, πολιτικά σκάνδαλα είναι χάσιμο χρόνου.
Μην γίνεσαι αυτό που δεν σ’ εκφράζει
η ζωγραφιά της μάχης δεν αλλάζει.
View original post 295 more words
Τάκης Βαρβιτσιώτης: Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους, 1972-1973 (6)
Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)
Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους, 1972-1973
Στον Γιάννη Ρίτσο
6
Απαγόρευσαν τα παιδιά να τραγουδούν
Τους πεθαμένους να χαμογελούν
Απαγόρευσαν τα πληγωμένα άλογα
Να ερωτεύονται τη σελήνη
Τους σακάτηδες να έχουν δεκανίκια
Με τ’ αναμμένα μάτια τους
Πυρπόλησαν και το μικρότερο χορτάρι
Έφραξαν τέλος όλους τους φεγγίτες
Από τη συλλογή Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους (1986) του Τάκη Βαρβιτσιώτη
Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης
Δημήτρης Γκιούλος, Στα ΚΤΕΛ τις Κυριακές
Στα ΚΤΕΛ τις Κυριακές
συναντάς τις κινητές νευρώσεις της Δευτέρας
να καταφτάνουν με το τελευταίο
σέρνοντας βαλίτσες με ροδάκια
που αν κάνουν το λάθος και σπάοουν
μαύρο φίδι που μας έφαγε όλους
-πόσο σπουδαίοι μοιάζουν τέτοιες στιγμές οι ταξιτζήδες.
Παραπέρα,
φαντάροι που ετοιμάζονται να γυρίσουν στην παράνοια
τσεκάρουν αν έχουν τ’ απαραίτητα για να αντέξουν.
Τάπερ καταφτάνουν από την επαρχία
για φοιτητές που δεν έμαθαν να τρώνε άλλο από το φαγητό της μαμάς.
Τα ερωτευμένα ζευγάρια
λείπουν τις Κυριακές το βράδυ από τα ΚΤΕΛ,
αυτών οι αποχαιρετισμοί
γίνονται πάντα ξημερώματα Δευτέρας.
Στα σκοτεινά, το τελευταίο τσιγάρο αφήνεται μισό,
ποδοπατιέται βιαίως
από μια σκιά που έμεινε να ξεροσταλιάζει
περιμένοντας κάποια που δεν ξεκίνησε ποτέ να ρθει.
Στα ΚΤΕΛ τις Κυριακές
όταν απομακρύνονται οι σκιές
μαζεύω προσεκτικά εκείνα τα ημιτελή τσιγάρα
και κάνω μια προσευχή
για όλες τις τζούρες
που δεν κατέληξαν ποτέ σε ουρανίσκο.
*Δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος (Νο 17, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2017) του περιοδικού “Τεφλόν”.
Çiğdem Sezer (Τσιγντέμ Σέζερ), Το Κλειδί
Έχει φορέσει τον κόσμο στην πλάτη της
από μασίφ πίκρα είναι το παλτό της
Τώρα τα μάτια της είναι ακριβώς σαν τα
πουλιά που είναι έτοιμα να πετάξουν
όταν κτυπάνε στο τοίχο ασταμάτητα
Η γυναίκα τοποθέτησε το φτερούγισμα μέσα της…
Αν ανάσαινε
θα ζεσταινόταν το κρύσταλλο της καρδιάς της
Δεν έχει υπονοούμενα
λάθος η ορθογραφία
στις αρχαιότερες ιστορίες
παλιές λέξεις στις μέσα τσέπες της
γίνονται δυο κουμπιά από τακούνια
όποτε ακουμπάνε στις παλάμες της
δεν είμαι εγώ, δεν είμαι εγώ
πριν καιρό έφυγα απ’ τα σπίτια σας
ήταν νύχτα, ήμουν μέσα μου, δεν φανερώθηκα σε κανέναν
μπήκαν-βγήκαν ζωγράφοι
καλλιγραφίστες και πολλά βιβλία
ορκίζομαι δεν άνθησα σε κανέναν
Ένας άνδρας έσπασε το κλειδί μου
ένα παιδί πήρε το κλειδί μου
και ένα κοριτσάκι με κοίταξε σαν τη παραμονή
Ορκίζομαι … Όχι εγώ αλλά τα σύννεφα άναψαν την φωτιά
τα σύννεφα που έχουν μπει από το ανοιχτό παράθυρο σαν
τις λησμονιές
Άφησαν ένα ουρανό μες την μέση του στρωμένου τραπεζιού
Μετά βροχή
μετά πουλιά
λέξεις σαν τα δέντρα
Ποιος να σωζόταν πρώτα από την πυρκαγιά;
Η γυναίκα έβγαλε το παλτό της
έμεινε σαν ένα χρυσό κλειδί από μασίφ πίκρα.
*Μετάφραση από τα Τουρκικά: Σ.κι.Α.
**Πηγή:http://www.poiein.gr/archives/21094
Ed van der Elsken – “Love on the Left Bank” (1954)


