Μην περιμένεις να τελειώσει το ποίημα
για να δικαιωθεί ο κόσμος.
Μην περιμένεις για τον στίχο
που θα ανασύρει τον ήλιο.
Μην περιμένεις για την λέξη
που θα σε επαναφέρει.
Μην περιμένεις να ξεκινήσει το ποίημα
για να δικαιωθεί ο κόσμος.
Η ποίηση απώλεσε, πια, τέτοιου είδους δικαιοδοσίες.
Δυστυχώς, προς όφελός της.
( Ο _ Ο κόσμος εξάλλου έχει, ήδη, κριθεί.)
Category Archives: Uncategorized
Αρχαιολογία
—της Ευτυχίας Παναγιώτου—
[#ποίηση σε πρώτη προβολή]
Παγώνουν σε κάδρα αναμνήσεις.
Οργώνουν το δρόμο καδρόνια.
Εγώ κάθομαι, βλέπω
το φως ν’ αγκυλώνει.
Τους βλέπω, με μάτια πηγάδια,
σφιχτά πώς κρατάνε
(τα δάχτυλα γάντζοι)
σφιχτά σαν πνιγμένοι
καδρόνια και κάδρα
(τον τίμιο τους φόβο).
Και βλέπω, σαν cyborg σωστό,
απέξω την τάξη, και μέσα σωριάζουν
οι τοίχοι, στα νύχια σοβάδες.
Αέρα σπαρμένε το θαύμα
θερίζεις
τσιρίδες
σιχτίρια,
ή στίχους
ανθρώπους και σκόνη.
29.7.2017

Cover art: Pat Perry
* * *
Ποίηση σε πρώτη προβολή
τα κορδόνια
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
Τέλειωνε ο Ιούλιος/
τα βράδια είχαν μέσα και τη μέρα,
μα η ασπίδα των άστρων ήταν ακόμη η θάλασσα/
στην άκρη ένας πλανόδιος με τραγιάσκα ύπνου,
πούλαγε πράσινα νταριά/
τον θυμόμουν από τα πεδινά,
ήταν ρετσινάς, αγελαδάς και καρβουνιάρης/
ενώ σκάλιζε τα κάρβουνα με μαχαίρι,
οι σπίθες μύριζαν δόντια και οπλές
και μια ελαφριά βαρβατίλα
σαν των νεφών τα πλάτη μετά τους Αρχάγγελους/
οι δύο μας μόνο όπως βρισκόμασταν,
ούτε παιδιά, ούτε γονείς
κι η ασάλευτη γλώσσα του χρόνου,
π’ ανέπνεε στο σβέρκο μας/
Εκείνος, έλυνε συνέχεια τα κορδόνια του,
ενώ παρατάσσονταν
των αετωμάτων και των εκατόνταρχων τα δόρατα
εν υπνώσει,
τα μάτια του εξείχαν κατακόκκινα,
μες στο λευκό ενύπνιο/
Αιώνια κλαμμένος που τον έθαψαν με στενά παπούτσια
και τον δυσκόλευαν στο βάδισμα
(πως το κάνε αυτό η Φούλια του;)
πάνε κιόλας σαράντα χρόνια,
σώνει πια/
μόλις τον είδε που κόντευε του φώναξε:
– Σε καλόμαθα Θάνατε,
αθάνατε!/
έπειτα έτριξε…
View original post 23 more words
Ποιητές από την Κύπρο
Μιχάλης Παπαδόπουλος, Το πρώτο ποίημα
Μέσα στο πρώτο ποίημα
βρίσκονται ενταφιασμένα
όλα τα σώματα
της ποιήσεως
Λέξεις, φράσεις, στίχοι, ποιήματα
αποπλύματα της έκφρασης
όλες οι ασπονδύλωτες εκρήξεις
του λεκτικού
οι ηφαιστειακές εκκενώσεις
των σπλάγχνων
σαν οικογενειακός τάφος
που μέσα του δέχθηκε
σε σαβανωμένη λιτότητα
όλη τη γενεαλογία
της μοναξιάς.
***
Γιώργος Χριστοδουλίδης, Το βουβό τοπίο
Οι πατέρες δεν αγαπάνε τα παιδιά τους.
Τους δίνουν χαρτζιλίκι για να απαλλαγούν
από την ανώριμη φορτικότητά τους.
Τα πηγαίνουν στο σχολείο
αμίλητοι, ευθυτενείς
σαν αρχαία αγάλματα
που τρέμουν
λίγες ρωγμές τρυφερόττας.
Τα δεν πρέπει και τα μην τολμήσεις
τα διαδέχεται με τον καιρό
μια αμήχανη σιωπή
προϊόν απωλεσθείσας εξουσίας.
Μια σιωπή τραυματισμένη
από τους πυροβολισμούς της τηλεόρασης
τη βουβαμάρα του τοπίου.
Αυτό το τοπίο διαρκώς επαναλαμβάνεται
πολιορκεί, ζυγίζεται στο χρόνο
αναβάλλεται
και τελικά εκβάλλεται
ξεβράζοντας τις κομμένες μας γλώσσες
στο άδειο στόμα
της ύπαρξης.
***
Φροσούλα Κολοσσιάτου, Τα δάκρυα δεν φαίνονται στη βροχή
Κρεμάστηκε από τον ουρανό
Βροχή και απειλεί
Σαν την παράδοση της Ανδρομάχης
Έχει ακόμα χρόνο
Που λιγοστεύει
καθώς αρχίζουν
Μέσα στην απορία τα θαύματα
Λοξοδρομούν
Στις συγκοπές των βημάτων
Που κάνουν το νερό να γλυστρά
Στα πόδια της μάνας
Να βρεθεί κάποιος
Να πάρει το μωρό που κλαίει
Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος
Φεύγει πίσω τους ο τόπος
*Από το Ένεκεν”, Νο 43, Ιανουάριος-Μάρτιος 2017.
ονειροκρίτης
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
Με λόγια δεν διαβάζονται τα όνειρα:
η επέλαση των τρωκτικών στο κόκκινο χώμα,
μια οσμή φωσφόρου
που καιγόταν σαν εφημερίδα,
το χέρι του που αναζητούσε στήριγμα
για να ανέβει τα σκαλιά,
κι η νύχτα του σεισμού
σαν έσβησαν τα φώτα,
ή ένας μαΐστρος που μας δίδασκε μια ηχηρή περιοδικότητα,
ενόσω μας μασσούσε τα μαλλιά
-στην αγκαλιά μου που κρυβόσουν-
πάνω στο κάστρο.
Όλα θεόκλειστα σε έναν μαύρο τόπο,
που πάει κι έρχεται σα βάρκα
με το νυχτερινό το κύμα,
μα ουδέποτε μας βρέχει/
και τίποτα δεν ερμηνεύεται
με τον φθαρμένο ονειροκρίτη της μάνας μου,
που έλεγε στο λήμμα “άσπρο άλογο”:
“μεγάλη λαχτάρα θα σε βρει”/
ΚΛ – 25/07/2017
photo: Jerry Uelsmann (born 1934)
Bloomington, Indiana
1958
Gelatin silver print
19.9 x 18.3 cm
© Jerry Uelsmann
Συμπληρώστε το κενό
Πόσο τυχερός στάθηκα
Που ποτέ μου δεν μίλησα
Όπως κάποιος που έχει φωνή.
Λάμπω στις απανταχού
Τεμνόμενες σιωπές των πραγμάτων.
Κι όμως, οι περισσότεροι
Προσποιούνται άγνοια
Ως προς την πίστη
Που τους παρέδωσα.
Μα και πάλι
Πόσο τυχερός στάθηκα.
Social Security by Ruth Aylett
Stuck to chair
Waiting and waiting
Names are called, not yours
The shouting man strong-armed out
‘Your earlier heart attack is quite irrelevant
Just answer questions. We award the marks.’
το απαραίτητο φεγγάρι
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
Εδώ σε τούτο το συρτάρι φυτρώνουν τα ποιήματα:
άλλοτε είναι γέροντες που μασουλάνε με τα στραβοχυμένα – από το ΙΚΑ – μασελάκια τους,
τα πάντα όσα αντενδείκνυνται στο διαβήτη,
καραμέλες βουτύρου, ζελεδάκια,
ένα ώριμο δαμάσκηνο,
τα μάτια τους είναι μονίμως υγρά,
και τρέμουν το χρόνο/
άλλοτε μυρωδάτοι έφηβοι, κούροι και κόρες,
με συμπαγή μπούτια κι αρχαϊκό χαμόγελο,
απλώνουν τα ολοκαίνουργια φτερά τους,
αγέρωχοι στα όνειρα
κι όταν αγκαλιάζονται
ο χρόνος τούς τρέμει/
άλλοτε εμείς οι ίδιοι,
που ανασαίνουμε βαρύτερα,
κοιμόμαστε λιγότερο,
μουδιάζουμε περισσότερο
από πέρσι.
(κι ας ερωτευόμαστε το ίδιο)
Αδιάφορο στέκει πάνω απ’ όλα αυτά το φεγγάρι.
Κάθε ποίημα πρέπει να έχει κι ένα τέτοιο.
ΚΛ – 16/07/2017
photo: Unknown photographer
Griffith & Griffith (publisher)
Full Moon
1850-1900
Albumen print on cardboard
8.8 x 17.8 cm
© Museum für Kunst und Gewerbe Hamburg
υδρόλυση
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
Όλα τα χρόνια μου πλέουν ακέραια,
σ’ αυτή τη θάλασσα των οντολογικών
δεσμών/
ακόμη και οι παύσεις τους είναι διαρκώς παρούσες
– αν και κατάλευκες/
όταν αρχίζω να τις μετρώ,
οι τοίχοι φουσκώνουν
δίχως δόντια ή μόνο με μια μύτη χαρακτηριστική,
ή ένα νεύμα/
κι οι νύχτες γίνονται πιο
αλμυρές/
εγώ,
μόνο τους ώμους σου ζητώ
να λιώσουν στο στόμα,
και τις ίριδες να αποσπορίσουν
το έλασσον φτερούγισμα/
το ξέρω, ο χρόνος μου υδρολύεται διαρκώς/
μα δεν παλεύεται ο έρωτας
σε όποια ηλικία/
ΚΛ – 07/2017
photo: Ute Mahler
”Untitled’ from the series ‘Living Together’
1973
Yannis Ritsos-Romiosini//translated by Manolis Aligizakis
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ
II
Κάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας
είναι μία σταγόνα νερὸ που σκάβει απὸ παλιὰ τη σιωπὴ ως το μεδούλι
είναι μία καμπάνα κρεμασμένη στο γέρο-πλάτανο που φωνάζει τα χρόνια.
Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ᾿ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι του Αλωνάρη
– κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο απ᾿ τὸν καημὸ της δύσης.
Η Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιὲς με τη φαρδιά της φούστα λεκιασμένη απ᾿ τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδὶ και του αποκρίνεται απ᾿ τον κάμπο η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.
Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
Η κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Απάνου στο τραπέζι το ψωμὶ κ᾿ η ελιά,
μες στην κληματαριὰ ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.
Α, τί μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
View original post 1,122 more words




