τα κορδόνια

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Τέλειωνε ο Ιούλιος/
τα βράδια είχαν μέσα και τη μέρα,
μα η ασπίδα των άστρων ήταν ακόμη η θάλασσα/
στην άκρη ένας πλανόδιος με τραγιάσκα ύπνου, 
πούλαγε πράσινα νταριά/
τον θυμόμουν από τα πεδινά,
ήταν ρετσινάς, αγελαδάς και καρβουνιάρης/
ενώ σκάλιζε τα κάρβουνα με μαχαίρι,
οι σπίθες μύριζαν δόντια και οπλές
και μια ελαφριά βαρβατίλα
σαν των νεφών τα πλάτη μετά τους Αρχάγγελους/
οι δύο μας μόνο όπως βρισκόμασταν,
ούτε παιδιά, ούτε γονείς
κι η ασάλευτη γλώσσα του χρόνου,
π’ ανέπνεε στο σβέρκο μας/
Εκείνος, έλυνε συνέχεια τα κορδόνια του,
ενώ παρατάσσονταν
των αετωμάτων και των εκατόνταρχων τα δόρατα
εν υπνώσει,
τα μάτια του εξείχαν κατακόκκινα,
μες στο λευκό ενύπνιο/
Αιώνια κλαμμένος που τον έθαψαν με στενά παπούτσια
και τον δυσκόλευαν στο βάδισμα
(πως το κάνε αυτό η Φούλια του;)
πάνε κιόλας σαράντα χρόνια,
σώνει πια/
μόλις τον είδε που κόντευε του φώναξε:
– Σε καλόμαθα Θάνατε,
αθάνατε!/
έπειτα έτριξε…

View original post 23 more words

Ποιητές από την Κύπρο

Μιχάλης Παπαδόπουλος, Το πρώτο ποίημα

Μέσα στο πρώτο ποίημα
βρίσκονται ενταφιασμένα
όλα τα σώματα
της ποιήσεως
Λέξεις, φράσεις, στίχοι, ποιήματα
αποπλύματα της έκφρασης
όλες οι ασπονδύλωτες εκρήξεις
του λεκτικού
οι ηφαιστειακές εκκενώσεις
των σπλάγχνων
σαν οικογενειακός τάφος
που μέσα του δέχθηκε
σε σαβανωμένη λιτότητα
όλη τη γενεαλογία
της μοναξιάς.

***

Γιώργος Χριστοδουλίδης, Το βουβό τοπίο

Οι πατέρες δεν αγαπάνε τα παιδιά τους.
Τους δίνουν χαρτζιλίκι για να απαλλαγούν
από την ανώριμη φορτικότητά τους.
Τα πηγαίνουν στο σχολείο
αμίλητοι, ευθυτενείς
σαν αρχαία αγάλματα
που τρέμουν
λίγες ρωγμές τρυφερόττας.
Τα δεν πρέπει και τα μην τολμήσεις
τα διαδέχεται με τον καιρό
μια αμήχανη σιωπή
προϊόν απωλεσθείσας εξουσίας.
Μια σιωπή τραυματισμένη
από τους πυροβολισμούς της τηλεόρασης
τη βουβαμάρα του τοπίου.
Αυτό το τοπίο διαρκώς επαναλαμβάνεται
πολιορκεί, ζυγίζεται στο χρόνο
αναβάλλεται
και τελικά εκβάλλεται
ξεβράζοντας τις κομμένες μας γλώσσες
στο άδειο στόμα
της ύπαρξης.

***

Φροσούλα Κολοσσιάτου, Τα δάκρυα δεν φαίνονται στη βροχή

Κρεμάστηκε από τον ουρανό
Βροχή και απειλεί
Σαν την παράδοση της Ανδρομάχης
Έχει ακόμα χρόνο
Που λιγοστεύει
καθώς αρχίζουν
Μέσα στην απορία τα θαύματα
Λοξοδρομούν
Στις συγκοπές των βημάτων
Που κάνουν το νερό να γλυστρά
Στα πόδια της μάνας
Να βρεθεί κάποιος
Να πάρει το μωρό που κλαίει

Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος
Φεύγει πίσω τους ο τόπος

*Από το Ένεκεν”, Νο 43, Ιανουάριος-Μάρτιος 2017.

ονειροκρίτης

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Με λόγια δεν διαβάζονται τα όνειρα:
η επέλαση των τρωκτικών στο κόκκινο χώμα,
μια οσμή φωσφόρου
που καιγόταν σαν εφημερίδα, 
το χέρι του που αναζητούσε στήριγμα
για να ανέβει τα σκαλιά,
κι η νύχτα του σεισμού
σαν έσβησαν τα φώτα,
ή ένας μαΐστρος που μας δίδασκε μια ηχηρή περιοδικότητα,
ενόσω μας μασσούσε τα μαλλιά
-στην αγκαλιά μου που κρυβόσουν-
πάνω στο κάστρο.
Όλα θεόκλειστα σε έναν μαύρο τόπο,
που πάει κι έρχεται σα βάρκα
με το νυχτερινό το κύμα,
μα ουδέποτε μας βρέχει/
και τίποτα δεν ερμηνεύεται
με τον φθαρμένο ονειροκρίτη της μάνας μου,
που έλεγε στο λήμμα “άσπρο άλογο”:
“μεγάλη λαχτάρα θα σε βρει”/

ΚΛ – 25/07/2017

photoJerry Uelsmann (born 1934)
Bloomington, Indiana
1958
Gelatin silver print
19.9 x 18.3 cm
© Jerry Uelsmann

View original post

Συμπληρώστε το κενό

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Πόσο τυχερός στάθηκα
Που ποτέ μου δεν μίλησα
Όπως κάποιος που έχει φωνή.
Λάμπω στις απανταχού
Τεμνόμενες σιωπές των πραγμάτων.
Κι όμως, οι περισσότεροι
Προσποιούνται άγνοια
Ως προς την πίστη
Που τους παρέδωσα.
Μα και πάλι
Πόσο τυχερός στάθηκα.


View original post

το απαραίτητο φεγγάρι

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Εδώ σε τούτο το συρτάρι φυτρώνουν τα ποιήματα:
άλλοτε είναι γέροντες που μασουλάνε με τα στραβοχυμένα – από το ΙΚΑ – μασελάκια τους,
τα πάντα όσα αντενδείκνυνται στο διαβήτη,
καραμέλες βουτύρου, ζελεδάκια, 
ένα ώριμο δαμάσκηνο,
τα μάτια τους είναι μονίμως υγρά,
και τρέμουν το χρόνο/
άλλοτε μυρωδάτοι έφηβοι, κούροι και κόρες,
με συμπαγή μπούτια κι αρχαϊκό χαμόγελο,
απλώνουν τα ολοκαίνουργια φτερά τους,
αγέρωχοι στα όνειρα
κι όταν αγκαλιάζονται
ο χρόνος τούς τρέμει/
άλλοτε εμείς οι ίδιοι,
που ανασαίνουμε βαρύτερα,
κοιμόμαστε λιγότερο,
μουδιάζουμε περισσότερο
από πέρσι.
(κι ας ερωτευόμαστε το ίδιο)
Αδιάφορο στέκει πάνω απ’ όλα αυτά το φεγγάρι.
Κάθε ποίημα πρέπει να έχει κι ένα τέτοιο.
ΚΛ – 16/07/2017

photo: Unknown photographer
Griffith & Griffith (publisher)
Full Moon
1850-1900
Albumen print on cardboard
8.8 x 17.8 cm
© Museum für Kunst und Gewerbe Hamburg

View original post

υδρόλυση

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Όλα τα χρόνια μου πλέουν ακέραια,
σ’ αυτή τη θάλασσα των οντολογικών
δεσμών/
ακόμη και οι παύσεις τους είναι διαρκώς παρούσες
– αν και κατάλευκες/
όταν αρχίζω να τις μετρώ,
οι τοίχοι φουσκώνουν
δίχως δόντια ή μόνο με μια μύτη χαρακτηριστική,
ή ένα νεύμα/
κι οι νύχτες γίνονται πιο
αλμυρές/
εγώ,
μόνο τους ώμους σου ζητώ
να λιώσουν στο στόμα,
και τις ίριδες να αποσπορίσουν
το έλασσον φτερούγισμα/
το ξέρω, ο χρόνος μου υδρολύεται διαρκώς/
μα δεν παλεύεται ο έρωτας
σε όποια ηλικία/
ΚΛ – 07/2017

photo: Ute Mahler
”Untitled’ from the series ‘Living Together’
1973

View original post

Yannis Ritsos-Romiosini//translated by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

Ritsos_front largeΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

II

Κάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας
είναι μία σταγόνα νερὸ που σκάβει απὸ παλιὰ τη σιωπὴ ως το μεδούλι
είναι μία καμπάνα κρεμασμένη στο γέρο-πλάτανο που φωνάζει τα χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ᾿ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι του Αλωνάρη
– κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο απ᾿ τὸν καημὸ της δύσης.

Η Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιὲς με τη φαρδιά της φούστα λεκιασμένη απ᾿ τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδὶ και του αποκρίνεται απ᾿ τον κάμπο η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.

Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
Η κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Απάνου στο τραπέζι το ψωμὶ κ᾿ η ελιά,
μες στην κληματαριὰ ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

Α, τί μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί

View original post 1,122 more words

Π. Ε. Δημητριάδης, Τα οδοφράγματα

Θα βάλω τη μάνα μου
να μου σιδερώσει
το μαύρο μπουφάν,
εκείνο που φορούσες
ένα διάστημα
όταν πήγαινες στη δουλειά
(τότε σε ήθελαν στην τρίχα,
τώρα δε σε θέλουν καθόλου),
θα φορέσω από μέσα μια κουκούλα
«ΑΣΙΞ ΤΖΕΛΕΒΕΪΤΟΡ»,
θα πάρω και το σιδηρολοστό
(άχρηστο πια για την κιθάρα…)
και στο Τέννις, στη Λεωφόρο
Αλεξάνδρας, στα οδοφράγματα
θα τρέξω,
έτσι, χωρίς ιδεολογία,
χωρίς εχθρό,
με σκέτη οργή,
με μια εικόνα μόνο
στο κεφάλι μου,
αυτή που με στοιχειώνει
απ’ όταν έφυγα
για τελευταία φορά
απ’ το σταθμό του Η.,
το κοριτσάκι
που θα έχει τα μαλλιά της
και θα κλαίει απ’ τα μάτια μας
(ναι, τα μάτια μας),
μέσα από τους καμένους
κάδους και τις πέτρες,
μέσα από τα σπασμένα τζάμια
του Α.Τ. Σαρόκου
και τα πυρπολημένα αυτοκίνητα,
μέσα στα δακρυγόνα
και τις μολότωφ,
θα ζωγραφίζει με τη στάχτη
και τα δάκρυα
τα ΜΑΤ να με χτυπάνε
στο κεφάλι
χωρίς οίκτο
και θα φωνάζει τ’ όνομά μου
(ούτε «μπαμπά», ούτε «δάσκαλε»),
την ώρα που θ’ αφήνω την πνοή μου
πάνω στα πεζοδρόμια
που -έφηβος-
μέσα από τα μάτια σου
αγάπησα.

9.12.08

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ‘Τεφλόν” Νο 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-10.

Οι νόμοι της τσιμεντένιας θάλασσας | Νικήτας Α.

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

pasia

Κοινωνική, πολιτική αποσύνθεση
αφού βλέπω αυτό που βλέπεις
και αναπνέω αυτό που αναπνέεις
γιατί να είμαι εγώ ο σκλάβος και ’συ ο αφέντης;
Νικοτίνη, ναρκωτικά, κινούμενα θέατρα του παραλόγου
χαμένες ελπίδες, χαμένα όνειρα της Κατερίνας Γώγου
ειρωνικά χαμόγελα πίσω από μάσκες οξυγόνου
συγκρούσεις, πολιτικά σκάνδαλα είναι χάσιμο χρόνου.
Μην γίνεσαι αυτό που δεν σ’ εκφράζει
η ζωγραφιά της μάχης δεν αλλάζει.

View original post 295 more words