Εραστές των λέξεων

F.'s avatarΜονοπάτια

Word lovers Καλλιγράφος δρόμου στην Κίνα

Εραστές των λέξεων σε συνευρέσεις της μοίρας
Εθισμένοι στην επιθυμία της γύμνιας
Για τα δικά μας μάτια πρώτα κι ύστερα των άλλων
Σκλάβοι ελεύθεροι της επιθυμίας
Γι’ αέναη ελάφρυνση της ψυχής
Βαδίζοντας σε μονοπάτια απάτητα
Συνοδοιπόρους σκέψεων αναζητώντας
Μεταλαμβάνοντας ιδέες κι ελπίδες κι όνειρα
Πλάθοντας κόσμους αδιανόητους
Απόδραση ή γυρισμός;
Κι είθε η πηγή με το νερό της αλήθειας αστείρευτη να είναι

View original post

Λουκία Πλυτά, Δύο ποιήματα

ΑΡΙΘΜΟΙ

Σε περπατώ σαν ελάφι στο αξημέρωτο
και ύστερα από τόσα χρόνια, διαπιστώνω
αυτό, που πίσω δεν γυρίζει είναι ρευστό
και όμοιο με το αίμα των λησμονημένων.

Ανώφελα τα μάτια και εγώ με μια πένα,
παλιά και τελειωμένη από καιρό,
περιγράφω την κόλαση μιας καρδιάς
κάτω από το επώδυνο ξύπνημα των λαών.

Απροσκύνητη η πύλη
κι ο αιώνας έμεινε μετέωρος
να σε κοιτά παρακαλετά στα χείλη
«σπάσε, σπάσε τη σιωπή».

Ούτε σκιά.
Ούτε φυγή.
Σάρκα λευκή που αναμένει
μέσα από αγάπη να απογειωθεί.

Τόση υποταγή σ’ έναν παυσίλυπο νεκρό,
γνώσης παλιάς που είναι ξεχασμένη.
Πικρή αγαπημένη, πόσο λίγοι οι εχθροί
κι όμως, τα σκύβαλα της οικουμένης.

Εσάς, νησιά της ξένης και άγονης γραμμής
Εμάς, που μας βαπτίσαν αριθμούς
πόσο κοινά μέσα στο πούσι
αύτανδρους στη σκοτεινιά μάς πάνε,
κλέβοντας δόξα από τους νεκρούς!

***

ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Τι είμαι εγώ, το ανύφαντο μυρμήγκι
σαν κουκίδα στο απέραντο να ψάχνω; αέρα.
Θάρρος μικρή αραχνοΰφαντη
κάποιας φωνής οι λέξεις με δύναμη κατακάθονται
στο δικαιωματικό της ζωής μου χώρο.
Σχεδόν απόγευμα και η αρρώστια του χώματος
σαλεύει στον οίκο του μυαλού μου απέραντη.

Ποιοι είστε εσείς, ιππότες ντυμένοι,
βάναυσοι των δικών μου καιρών
άφιλοι, τάχα μου προστάτες;

Πάει καιρός από την πρώτη άνοιξη
και είμαι σίγουρη πλέον
η πίσω όψη της πεταλούδας
αποτυπώνει αιώνια το μίσος της κάμπιας
που δεν κατάφερε ολοκληρωμένη να πετάξει
και ίσως αυτός να είναι ο λόγος
της μαζικής επίθεσης στους ζωντανούς.

*Από τη συλλογή «calcarea carbonica». Εκδόσεις Κύμα, 2017.

ΥΓΙΗΣ ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ

Vasilis Nicolopoulos's avatarΠερνώντας με πορτοκαλί

Χορτασμένοι
και γεμάτοι αμφιβολίες
κινήσαμε
καθώς έπεφτε η νύχτα.
Δεν μας πήρε πολύ
να σιγουρευτούμε
πιστεύοντας στο ένστικτό μας.
Έπρεπε να γίνει απόψε.

Κρεμαστά φώτα μικρών σπιτιών,
με κάμαρες κρυφές
που όλοι μοιράζονται,
φανερώνουν μια ξεχασμένη πλευρά .
Μας προσγειώνουν
με ανακούφιση
στο πριν, το μετά και το τώρα.

Μεσοτοιχίες στέλνουν
αναστεναγμούς στα
έγκατα της γης,
κούφιας και ακανόνιστης.
Σκιές παράλληλες,
ενός αθέατου μικρού θεατρικού,
πάλλονται
στο ρυθμό τους.

Προσπερνάμε
αναγνωρίζοντας, διαλογιζόμενοι,
αξίες πανάρχαιες.

Παρκάρουμε σε μπάρες
έτοιμες να αρπάξουν φωτιά,
λουσμένες στο ίδιο τους
το οινόπνευμα.

Κανόνες,
γραμμένοι συνθηματικά
σε τοίχους νωπούς
και ραγισμένους,
θυμίζουν τουαλέτες απόγνωσης
σε στρατώνες
που ανθίζουν τα πτώματα .

Κανόνες υγιούς διαστροφής.
Τσιγάρα σβησμένα σε
βιταμίνη c.
Πρόσωπα χαρούμενα
με δόντια σαπισμένα.

Τραβηχτήκαμε
να γλυτώσουμε τις φλόγες,
μα πέσαμε σε μπόρα
που μας τσάκισε.

Γόνοι παρανόμων
και αθώοι ληστές
θα χρεωθούν την κατάντια μας,
θα φτύσουμε τα τελευταία πειστήρια
της παρουσίας μας
και θα…

View original post 16 more words

επί προσωπικού

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Αφήνομαι να κολυμπήσω
στη μέλανα συρμή
που τακτικά με επισκέπτεται/
μια κυρία επί των τιμών,
με υποδέχεται:
– εσείς δεν είστε που κοιμάστε με τα χελιδόνια του χειμώνα;
με ρωτά,
ή μήπως είστε,
ο σεβάσμιος κύριος
που εγκατέλειψε τα ποιήματα,
χρόνια όπως αφρίζανε στα ποτήρια τους,
δίχως λόγια;
Στη δυτική βεράντα
εκείνο το κορίτσι που θα γίνει η μάνα μου,
τρυπώνει μια φούστα με ένα σκουριασμένο σουβλί/
με το θάνατο
όλα της τα ρούχα
ολοκληρώθηκαν/
-μην ανησυχείς!
δεν είναι σάβανο,
λέει,
-μια πλισέ φούστα για την παρέλαση είναι•
κι ας μην έχει καν συμβεί το έπος του ’40,
ο πάππος μου ακόμη να κυνηγάει τσίχλες στο πευκόδασος,
με ένα προπολεμικό κανόνι
κι όλα τα πτώματα,
να τα ανακτά το γαλάζιο πουλόσκυλο του Κωτσηδάρα,
καθαρίζοντας τα σκάγια με το σάλιο του/
Στο τραπέζι
χωράνε επτά ορφανά και μια πεθαμενη μάνα (έγκυος ξανά)•
τους σερβίρει τζόλια με ξύλινη κουτάλα,
λέει στη μεγάλη…

View original post 78 more words

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Αν κι όταν πια έρθει η ώρα
να μάθεις το όνομά μου
αυτό που έχω ή αυτό
που θα αποκτήσω
μην τολμήσεις να
πιστέψεις πως
τ’ όνομα αυτό
είναι δικό μου
όπως ίσως το
δικό σου
όνομα
σου
ανήκει.

View original post

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Σε κοιτώ και σκέφτομαι ένα στίχο
Έναν ακόμη στίχο σαν όλους αυτούς
Που σκέφτομαι όταν σε κοιτάζω
Και ξέρω πως δεν σε ενδιαφέρει
Αν φτιάξω ένα ή χίλια ποιήματα
Αρκεί να μην πάρω τα μάτια μου
Από πάνω σου. Ξέρω ακόμη πως
Αυτό που θες πραγματικά είναι
Να μην πάρω τα μάτια μου από
Πάνω σου μέχρι να ξεχάσω πως
Φτιάχνονται τα ποιήματα.

View original post