Χθες όλη τη νύχτα ταξίδευα.
Πήγα στη Νέα Υόρκη
στο Μανχάταν, τη γέφυρα του Μπρούκλιν
έψαξα να βρω την παρέα των μπητ
μου είπαν πως μετακόμισε δυτικά
στην Καλιφόρνια
πήγα λοιπόν στο Σαν Φρανσίσκο
συνάντησα ένα τεράστιο φεστιβάλ Ποίησης
κάθισα και κοιτούσα μαγεμένος
πήγα στο City Lights
βρήκα τον γέρο – Λώρενς
χωμένο στα βιβλία του
μου είπε πως ο Τζακ
είναι στα τελευταία του
κατεστραμένος απ΄το πιοτό
και οι άλλοι κάνουν ταξίδια
σε εξωτικά μέρη
μερικοί με το μυαλό τους
βουτηγμένοι στις ουσίες
μου έδωσε μερικά βιβλία
και μου είπε “καλή τύχη”
θα τη χρειαστώ, σκέφτηκα
και πήρα το δρόμο της επιστροφής.


ΕΝ ΗΘΕΛΑ ΕΥΘΥΝΕΣ. Δὲν ἄντεχα τὸν καιρὸ ἐκεῖνο συναισθηματικὲς ἐντάσεις. Ἡ φίλη μου ἡ Ρουμάνα μὲ τὴν μικρή της γάτα ἀπὸ τὸ Σιάμ, παντρευόταν καὶ θὰ ἔφευγε γιὰ τὴν Ἀμερική. Ὁ καλός της, εἶχε ἕνα σκύλο καὶ καμία συζήτηση στὴν πιθανότητα γιὰ ὑποχώρηση τῆς ἀπόφασης, σχετικὰ μὲ τὴν μικρὴ γατούλα. «Μιὰ χαψιὰ θὰ τὴν κάνει ὁ σκύλος τοῦ ἀγαπημένου μου» ἦταν ἡ ἀπάντηση στὰ λόγια μου, ὅτι δηλαδὴ θὰ τὴν συνήθιζε ὁ σκύλος μὲ τὸν καιρὸ καὶ ἐκείνη αὐτόν. Μὲ κλάματα ἀποχαιρέτισε τὴν Ἀϊσσὰ τριῶν μηνῶν τότε, ἡ πρώτη της Μαμά, ἡ Ρουμάνα. Τὸ γατάκι, ἕνα ἄσπρο μπὲζ πραγματάκι, μὲ καφὲ ἤδη αὐτάκια, μὲ γαλάζια μάτια μὲ μιὰ σαγηνευτικὴ εὐθύτητα, ἦταν πολὺ ἀδύνατο καὶ πλήρως αἰσθανόμενο τὴν μοίρα του.