για τη φωτογραφία και την κριτική

Είμαι ο χρόνος κι είμαι μες το χρόνο
Είμ’ ένα ρολόι κουρδισμένο ισόβια
Κι έχω ένα ρολόι να μετρώ το χρόνο
Να ρυθμίζω έτσι τη ζωή μου
ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ
ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ
1978
για τη φωτογραφία και την κριτική

Είμαι ο χρόνος κι είμαι μες το χρόνο
Είμ’ ένα ρολόι κουρδισμένο ισόβια
Κι έχω ένα ρολόι να μετρώ το χρόνο
Να ρυθμίζω έτσι τη ζωή μου
ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ
ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ
1978
ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας
Βλέπεις ότι το ποίημα
γεννήθηκε από μια γέννα
οδυνηρή,
εκεί όπου γλιστρώντας
στ’ ανάποδο πηγάδι,
αντί να κατακρημνίζεσαι
ανάλαφρα αιθεροβατείς,
ή όταν
του Αι Λάζαρου ανήμερα,
περνώντας απ’ το
γκρεμισμένο κουρείο,
ακούς τα ψαλίδια να χτυπούν
μ’ ακρίβεια χιλιοστού και τα μαλλιά σου ιδρώνουν
ένα πηχτό λάδι
που μυρίζει περγαμόντο•
τότε συνηθως
το τέλος υπόκειται στην ανάκριση
του χρόνου
κι ας λαχταρά να παραμένει
μια εκδοχή της αρχής
κι αντί
οι λέξεις να σκορπίζονται
για να χαϊδέψουν τη σαχλή ύπαρξη
ή τις χαδιάρες γάτες,
αρχίζουν να υπερασπίζονται
την απόγνωση
των ποιητών
ενόσω η Άρκτος περιστρέφεται γύρω απ’ τον πολικό αστέρα
καθ’ όλη τη διάρκεια
του αιώνα
τρίζοντας•
τότε
ακόμη και σαν ξυπνάς,
δε σταματάς να ονειρεύεσαι,
με την απλότητα ενός παιδιού,
όλες τις τούρτες γενεθλίων
να είναι φτιαγμένες με λέγκο τουβλάκια,
και τα κεριά να ακροβατούν στις φλόγες τους
σα σινικοί εναερίτες
που επισκευάζουν την ίδια τη ζωή•
παύεις πλέον…
View original post 43 more words
Σε
μια κρίση φτερνίσματος
την είδα,
κατάπια πρώτα
την αναπνοή,
κοκκίνισα,
μα πως κατεβαίνει έτσι το αίμα αναρωτήθηκα,
είπα δεν μπορεί,
τότε
θυμήθηκα πως πρέπει να πάρω ψωμί,
ήμουν στη γωνία προς
Τσιμισκή,
κοινή η
σκέψη μας:
με προσπέρασε,
την προσπέρασα.
Κάπως έτσι,
μετά έβαλα τον ανεμιστήρα στο τρία,
στο
σπίτι,
υπήρχε στον αέρα κάτι
που με ήθελε,
με έτρωγε.
~
(alexmil)
Τις νύχτες που μεγαλώνουνε οι φεγγαράδες / παίζουμε τις
παντρειές της ξέρας με τη θάλασσα / είναι καλό παιχνίδι /
παίζεται βουβά / κι όποιον τον πάρει το σκοτάδι / καίγεται
Πρώτα ο άνεμος
Ύστερα το λιμάνι
λεπτομερέστατο κάτω απ’ τον ήλιο
τη λογική των πραγμάτων
Μονορούφι καπνίζουμε τις αντοχές
Σκεπάζουμε το στήθος σημαίες καταστρώματος
Τη μνήμη τη φυλάμε στα πιο χλωρά τριφύλλια
δίχως κουκούτσι ελιάς
Είναι φορές η νύχτα βρεγμένη αλισίβα
Πρώτα ο άνεμος
Ύστερα ο άνεμος
Γυρίζω εδώ λιγότερο πουλί.
*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο οικόπεδο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούνιος 2017.
Χθες όλη τη νύχτα ταξίδευα.
Πήγα στη Νέα Υόρκη
στο Μανχάταν, τη γέφυρα του Μπρούκλιν
έψαξα να βρω την παρέα των μπητ
μου είπαν πως μετακόμισε δυτικά
στην Καλιφόρνια
πήγα λοιπόν στο Σαν Φρανσίσκο
συνάντησα ένα τεράστιο φεστιβάλ Ποίησης
κάθισα και κοιτούσα μαγεμένος
πήγα στο City Lights
βρήκα τον γέρο – Λώρενς
χωμένο στα βιβλία του
μου είπε πως ο Τζακ
είναι στα τελευταία του
κατεστραμένος απ΄το πιοτό
και οι άλλοι κάνουν ταξίδια
σε εξωτικά μέρη
μερικοί με το μυαλό τους
βουτηγμένοι στις ουσίες
μου έδωσε μερικά βιβλία
και μου είπε “καλή τύχη”
θα τη χρειαστώ, σκέφτηκα
και πήρα το δρόμο της επιστροφής.
Την επιμέλεια έκανε η Χρ
«Η εποχή των κερασιών», είναι ένα τραγούδι που γράφτηκε στη Γαλλία το 1866, με λόγια του Jean Baptiste Clément και μουσική του Antoine Renard. Εξαιρετικά δημοφιλές στις γαλλόφωνες χώρες. Είναι συνδεδεμένο με την Κομμούνα του Παρισιού το 1871.
Ο Clément κομμουνάρος και ο ίδιος, πιστεύεται πως το αφιέρωσε το 1882 στη γενναία νοσοκόμα Louise που πολέμησε και σκοτώθηκε στη Semaine Sanglante «αιματηρή εβδομάδα»
Έχει περάσει στην ιστορία σαν επαναστατικό τραγούδι και αφηγείται πως θα είναι η ζωή όταν το σύστημα θα έχει αλλάξει και οι συνθήκες της ζωής θα είναι ανθρώπινες και δεν θα υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ανθρώπων.
Έχει γνωρίσει πολλές εκδοχές και έχει τραγουδηθεί από πολλούς, μεταξύ των οποίων και ο Yves Montand.
Όταν τράβηξα αυτή την φωτογραφία, το μυαλό μου πήγε κατευθείαν εκεί. Τα κόκκινα, γλυκά δροσερά κεράσια που μας μεταφέρουν σε μια εποχή που θα είναι γλυκιά κι ανθρώπινη.
Τους στίχους…
View original post 419 more words

Ο καθένας προχωράει στο σκοτάδι που αισθάνεται
Μια σκοτεινή πλευρά για κάθε τι υπάρχει
για κάθε στιγμή και μια τυφλότητα.
Τον θρόμβο πόνου που διαλύεται μέσα
στη ζωή να μετατρέψουμε
στην ευτυχία αυτών των ημερών
μέσα στο πάταγο μιας πίκρας παγιδευμένων.
Οι πεθαμένοι δεν επιστρέφουν απ΄τον πέρα κόσμο
θα πρέπει να το μάθουμε οι ζωντανοί εμείς
που να ζούμε δεν ξέρουμε στον εδώ κόσμο.
Ο καθένας εισχωρεί στο σκοτάδι που αισθάνεται
κι όμως το φως δεν απαρνιέται τη ρεβάνς.
Μια ήσυχη παρακμή
Περπατώ σε πλαγιές με την ελπίδα
να πετύχω ένα ευπρεπές τέλος.
Η αποσύνθεση
είναι μια όψη που δηλητηριάζει.
Αυτός είναι νένας πολιτισμός
που προϊδεάζει την αγωνία του
μέσα στην ήσυχη παρακμή
ενός κενού που ξεχειλίζει
με διογκωμένες νέες μορφές χάους.
Οι λέξεις έχουν ανάγκη από μια φωνή
για να αφοπλίσουν τις εκκλήσεις του τίποτα.
Δάκρυα, βλαστήμιες και άγιοι
Κολάσεις μέσα σε λαβύρινθους άλλων…
View original post 781 more words