ένα έτσι's avatarένα έτσι

Ήταν εύστοχη
η φρίκη
ακριβώς όπως
σου ανήκει
με το γέρικο αμόνι
που στον ουρανό
φυτρώνει
και κανείς μας
δεν γλιτώνει
είτε κλαίει
είτε γελά
το κεφάλι του
όπως σπα
και απλώνει
τα μυαλά
και ριζώνει
την καρδιά
μια χαλκομανία
στο χώμα
ένα σκίτσο
δίχως χρώμα.

View original post

Στέλιος Ροΐδης, Δύο ποιήματα

ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Δίπλα από το Μουσείο
Η σύνθεση του χρόνου
Σε αντίστιξη με την επικυριαρχία
Οι μοναξιές τοποθετημένες σαν πινακίδες στον χώρο
Μετακινούνται ανεπαίσθητα
από κάποια αόριστη
δύναμη
Σε ένα αδιόρατο χορό μεταξύ τους
που μιλαει για ένα άγνωστο
εδώ
που
συμβαδίζει πάντα μαζί τους,

– Στην σύνθεση του χρόνου –

Καθώς όλοι υποδύονται σε άγνωστους και γνωστούς
Τον εαυτό τους υποδύονται, υποχρεωμένοι
και στους δυο,
μέσα στην τόση τους ησυχία
Σμιλεύοντας κάτι αναγνωρίσιμο και παρηγορητικό
Αντί της μοναξιάς τους,
Την σύνθεση του χρόνου, και την επικυριαρχία,
Πόσο άχρηστο είναι να μην πιστεύω σε αυτό
Όταν είναι τελικά παντού
Πιο απόμακρο
Και από αυτό το ποίημα
Και από τα αγάλματα που για κάποια λειτουργία,
που περιμένεις άσκοπα να γίνει,
Έχουν τοποθετήθει
Μέσα

Καθόλου κρυμμένα
Στο απόγευμα.

***

Η ΓΗ ΓΥΡΙΖΕΙ ΑΝ ΜΕΙΝΕΙΣ ΑΚΙΝΗΤΟΣ

Ποιος κλαίει τώρα γιατί τίποτα δεν κέρδισε
Γιατί τίποτα τελικά δεν έγινε
Το βράδυ εκείνο είδα
Τη χώρα του τίποτα
Τα είχε κάνει όλα για εμένα
Σε ένα ολόιδιο μέρος
Σε κάποιον άλλον σαν και εμένα
Η μάλλον όχι σαν εσένα εκεί
Την κοιτούσα
Δεν είχα ιδέα πως τα κατάφερε
Νομίζω κάποτε, εγώ μόνο τα κατάφερνα
Εκείνο το βράδυ πήγα εκεί πάλι
Στο ίδιο παλιό μας μέρος
Η χρονιά ήταν ένα έτος αχανές
Τότε η από τότε
Βρέθηκα μπροστά στην υπόλοιπη μου ζωή
Το γιατί, ούτε που θα το ρωτούσε ποτέ κανείς
Και όμως ήταν τόσο απλό
Τα είχε κάνει πια όλα για εμένα
Η χώρα του τίποτα
Δίχως ούτε στιγμή να κουνηθεί
Από εκεί που βρισκόταν
Μπροστά στα μάτια μου, μια ζωή
(Ποτέ μου
Δεν
Σε ξαναβρήκα)
Για μια στιγμή
κάτι
κουνήθηκε
Ήταν αργά.
Ήμουν στην θέση που ήξερε ότι θα με βρει

Ήξερε,
απλά
που
θα με

βρει.

Θεόδωρος Αγγέλης, από τη “Στάχτη στον ουρανίσκο”


Ι

Συναντώντας κάποτε στα ερείπια
μιας ξεχασμένης οικοδομής
ένα δέντρο δειλά να ξεθαρρεύει
στέκω μπροστά του σα να περιμένω
πως αυτό το φτωχό λυχνάρι
με το βουβό του φως
θα προλάβει προτού σβήσει
να με ζεστάνει.

Όταν κόπηκε η φροντίδα
είδα μια σκλήθρα
να πέφτει απ’ τον ουρανό
και να βυθίζεται στη γλώσσα –
είναι όλοι μ’ ένα στόμα
που η απώλεια το ’χει καψαλίσει,
η απελπισία σκορπά τα δίχτυα της
μα κανείς δεν τα μαζεύει.
Η γεύση της σκουριάς
άπλωσε στις λέξεις
σπυριά με την υφή της θλίψης
λάβωσαν την κλεψύδρα
και σβήσαν του πελάγους
τη μουσική.

Σαν χθες ήταν νωπό το μελάνι
που ενώ μας κράτησε συντροφιά
στους χαλεπότερους καιρούς
τώρα μας αντικρίζει ξερό.
Έκτοτε χάσαμε τόσα
που φαντάζει σχεδόν μάταιο
ίχνη έστω ν’ ανασύρω απ’ τη λήθη
το νήμα υπομονετικά να υφάνω.

Πώς αψηφάς τον κίνδυνο
και μέσα σ’ ανάερη βαρυχειμωνιά
στην αγωνία σου κλεισμένος
το μοτέτο αναπολείς
και υπομένεις καρτερικά
τη σιγή γύρω σου χυμένη·
πώς με κόπο ό,τι αφήνει
η ζωή σμιλεύεις –
αυτό που παραδίδει η μοναξιά –
και όταν αναπάντεχα βραδιάζει
όταν μάτια τρυφερά
γλαρώνουν
ήρεμος υποδέχεσαι
και με αγάπη τη σκιά.

* “Η στάχτη στον ουρανίσκο”, εκδόσεις Σμίλη, Ιούλιος 2017.

απ’ το να στόμα

ένα έτσι's avatarένα έτσι

γη.jpg

Απ’ το να στόμα στ’ άλλο η γλώσσα συρράπτεται με το χαμόγελο της ντροπής. Κανείς δεν διανοείται να υπερασπιστεί το δέος της αιματοβαμμένης του σάρκας, όπως λαμπυρίζει κι οδύρεται πάνω στις δοξασμένες νουθεσίες του τρόμου.

Άρα υπάρχω σαν η αποκρυσταλλωμένη ευχή του θανάτου μου. Εκτιμώ πως σύντομα κι αβίαστα όλα θα πανηγυρίσουν την θέρμη του ολονύκτιου πυρετού της πλάσης. Ευθυτενής και άμορφος ο Κύριος ημών ο εκδορέας μας, ο τερματικός σταθμός της ονειρεμένης μας θλίψης.

Περιμένω όπως ο χρόνος την στιγμή, κι ο βέβηλος την ελπίδα, η ρίζα που καλλιεργείς μες στο δειλό στομάχι σου να συστραφεί κι όλη την πορεία μέχρι την αγάπη σου να διανύσει και δίχως λέξη ή σιωπή να σε εκτοξεύσει μακριά πέρα απ’ τη λήθη του παραμικρού αστεριού.

Διανύει η τρέλα τον ίδιο κύκλο με την σοφία, αναιρώντας σιγά σιγά το αίμα που χάραξε τον δρόμο της. Όταν η αλήθεια σε γυρέψει μην φοβηθείς τον…

View original post 4 more words

Κατερίνα Γώγου: [Ώρε φιλάρα!]

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

11

Ώρε φιλάρα!
Στο τηλέφωνο δε λέγονται…
Άμα κατέβεις από δω
θα σου δείξω κάτι μεγάλα φτερά που μου φυτρώσανε
Θα σου δείξει
πόσο ανάλαφρα πέταγα
πηγαίνοντας στην απαγορευμένη συγκέντρωση
γιατί σφύριζε στο χέρι μου
μια βαριά αλυσίδα.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

View original post

Οι καμπάνες | Ντέμης Κωνσταντινίδης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

sar

Στα χωριά
όταν χτυπάνε πένθιμα οι καμπάνες
κάνει μια στάση η ζωή
για να συλλογιστεί.

Την ώρα εκείνη
δε μιλά κανείς.
Την ώρα εκείνη
πιο πολύ παρών ο απών
από ποτέ.

Σκαφτιάδες γης
οργώνουν τον
αποχαιρετισμό στα χείλη.

View original post

e.e.cummings, Μου αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το σώμα σου

μου αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το σώμα
σου. Τόσο που είναι φρέσκο αυτό το πράγμα.
Μύες καλύτεροι, νευρώνες περισσότεροι.
μου αρέσει το σώμα σου. μου αρέσει αυτό που κάνει,
μου αρέσουν τα πώς του. μου αρέσει απ’ το σώμα σου να νιώθω τη σπονδυλική στήλη και κόκαλα, και την τρεμουλιαστή
κρουστο-απαλό τητά του και που εγώ θα το
ξανά και ξανά και ξανά
φιλήσω, μου αρέσει να φιλώ αυτό κι εκείνο σου,
μου αρέσει, αργά να χαϊδεύω το, χνούδι φουντωτό το
γουνάκι ηλεκτρισμένο σου, και τι-ν’-αυτό που βγαίνει
από τη χωρισμένη σάρκα … Και μάτια μεγάλα ερωτο-ψίχουλα,

και ίσως μου αρέσει το ρίγος

του από κάτω μου εσύ τόσο, που, αλήθεια, φρέσκο πόσο

*Aπό το [μόνο με την άνοιξη] 44 ποιήματα, μτφρ. Βασίλης Αμανατίδης, εκδ. Νεφέλη. Αναημοσίευση από εδώ: https://poiimata.com/2018/09/15/soma-mou-cummings/