Category Archives: Uncategorized
EXILE HURTS
Ο Πόνος της Εξορίας
Μακριά, πέρα μακριά
καλεί η ελευθερία
κι εδώ η εξορία αλλοιώνει
εγκλωβίζει, διαπερνά
μας φοβερίζει και μας καρφώνει
με μαχαίρι κοφτερό
Η εξορία βυθίζεται
στην ψυχή μας
και τόσο πονεί
σαν να `χεις μπροστά σου
τη γυναίκα π’ αγαπάς
και δεν μπορείς να τη φιλήσεις
Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis
Exile Hurts
Far away, freedom calls
and here exile corrodes,
threatens us, envelops us,
penetrates us, and stabs
as if it were a dagger.
The exile enters the depth of the soul
and hurts,
so much, as if one has before him
the woman he loves,
but is not allowed to kiss.
© Julio Pavanetti, Uruguay, 1954
Translation Germain Droogenbroodt – Stanley Barkan
From the book “Tiempo de cristales rotos”
***
El exilio duele // lejos, la libertad reclama/y aquí el exilio es el que muerde;/nos amenaza, nos envuelve,/nos atraviesa, y se nos clava/igual…
View original post 28 more words
Χριστόφορος Τριάντης, Ο επαρχιακός μεγαλοποιητής
Επιτέλους βρίσκουν κοινό
οι λέξεις του.
Κινούνται άνετα σε εικονογραφίες και βιβλία.
Υπάρχει αναγνώριση.
Μικροτελετές διοργανώνονται
προς τιμήν του (στην εσπερία)
και παράσημα
τού απονέμονται στα τεχνολογικά
ιδρύματα.
Τα γραπτά του, ως θέσφατα, λογίζονται.
Ενίοτε εισέρχονται και στα
εορταστικά ιπποφορβεία (λόγω χορηγιών),
και στις λαμπερές συνεστιάσεις (λόγω λιβανισμάτων).
Παντού εξέρχεται ο φθόγγος του:
ψηφίδες, σελίδες, ιστολόγια (διαθέτει αρκετά).
Ω, μπορεί να μένει χρόνια
ακίνητος επί του ξυρού.
Είναι η επιβράβευση των λογυδρίων του,
υπέρ της ποίησης και άλλων δαιμονίων.
Κι όταν εκτίθεται διδασκαλικά
(δίνει τα φώτα μου)
πολλά μαθαίνει τις κυρίες
(εκκολαπτόμενες λογοτέχνιδες)
και το αντίθετο.
Και τους συνοδοιπόρους ποιητές
ευφάνταστα προσφωνεί
(δείγμα ψυχογνωσίας κι ευφυΐας).
Ω, για τα πολιτικά δεν εκφράζεται
(γενικώς και ειδικώς).
Η σιωπή του, περιλάλητη εστία
απόψεων αυτοχαρακτηρίζεται.
Ναι, εδώ στις πολίχνες
πρώτος διανοούμενος
αναγορεύεται.
Αλλά και στο κλεινόν άστυ καθορίζει (κατά τι)
τις ποιητικές διαδρομές.
Και να πλήθος οι ακροώμενοι
(ακολουθούν τις μεγαλοφυΐες).
Ε, δόξα κι οβολοί
πάνε μαζί.
Είναι κι αυτή μια διαπίστωση
δική του, που θα τη γράφουν
οι μέλλοντες στοχαστές
(λόγω της πολυγνωσίας τους).
“Μάνα” || Του Prattler
Μάνα,
Απ’ το χώμα σου φύτρωσα,
Από σπόρος, βλαστάρι,
Έμαθα γράμματα, λέξεις,
Πλέον κοτζάμ παλικάρι,
Μ’ όπλο μια βαλίτσα σ’ απειλώ πως θα φύγω,
Απορώ ‘δω και χρόνια, πως με πείθεις, να μείνω.
Μάνα,
Ψεύτικα λόγια μου πούλησες,
Στα όνειρα που έκανα, πήγα να φτάσω τ’ αστέρια
Το δείκτη σαν “όχι” μου κούνησες.
Μάνα,
Νταβατζήδες συνέχεια μου φόρτωνες,
Τη ζωή μου από γέννας την όρισες,
Γυμνό με έστειλες, σε σκοτεινά μονοπάτια,
Σε δρόμους άθλιους, με βράχια κι αγκάθια…
Μάνα,
Αφού τα παιδιά σου ισάξια αγαπάς,
Πες μου, γιατί θεωρούμαι παρίας;
Πες μου, πότε τ’ αδέρφια μου γίναν τραμπούκοι
Και μέλη μιας -επιβολής θανάτου- διμοιρίας;
Μάνα,
Τ’ αδέρφια μου γιατί τα εξοντώνεις;
Γιατί, όταν μιλάω, με μαλώνεις;
Γιατί, όταν παλεύω, την ύπαρξη μου μετανιώνεις;
Γιατί να ζω μονάχα στη σιωπή
Ή την τιμωρία της αγχόνης;
Μάνα,
Γραμμές στον τοίχο τραβώ,
Λογαριασμό προδοσίας κρατώ,
90 και σήμερα, το νου σου μη φτάσω…
View original post 139 more words
Αρρωστημένα Σαγόνια
Ο κόσμος των παραισθήσεων, της οφθαλμαπάτης αποτέλεσε για εκείνον καταφύγιο ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε.
Ξύπνα
Φάε
Ντύσου
Τρέξε να προλάβεις,
Δούλεψε,
Κάτσε να σε βρίζουν
Ίδρωσε
Πόνεσε,
Πες ψέματα,
Υποτίμησε,
Κοίτα περίεργα,
την ώρα, τους γύρω
Μην κοιτάς πάνω
Μόλυνε,
Κάνε σκουπίδια
Κάτσε ακούνητος,
αμίλητος, φοβισμένος.
Περίμενε και Περίμενε
να σε δείρουν, να σε φάνε,
να σε σκοτώσουν, μα πρώτα εσύ (πρέπει ;).
Περπάτησε
Μάτωσε
Παίξε στο θέατρο
του παραλόγου
Αναστέναξε
Ξεφύσα
Υπόμεινε χωρίς νόημα
Δώσου, αφήσου, ζαλίσου,
Το ποτέ, το πουθενά
πάντα, πάντοτε, παντοτινά
Τοίχοι, τσιμέντα
Κοστούμια, Γραβάτες
Καθημερινές Φυσιολογικές Παράνοιες,
” Χαμήλωσε τη μουσική ! ”
Κραυγές, ουρλιαχτά
Μια μάνα σκότωσε το παιδί της.
” Μια φορά ένας φίλος μου για να με σώσει
είπε ότι ήμουνα τρελός. Και από τότε έμεινα
ο τρελός για πάντα. Είμαι κεφάτος γυρίζω απ’τον Βερόπουλο…”
Φύγε
Πράξε
Ζωγράφισε
Τραγούδα
Γράψε λέξεις
Όλα είναι μικρούλες
λέξεις σε ένα κόσμο που τρέχει
και γρέμιζεται…
View original post 133 more words
Ρογήρος Δέξτερ, Από τις “Σχεδίες”
Α, εκείνη η γριά μαγίστρα
Στη Λήμνου, πάνε δύο δεκαχρονίες
Όταν μου έλεγε με στόμφο
Κλεφτές ματιές ρίχνοντας
Στο κατακάθι τού καφέ
“Θα σ’ αγαπήσει η νύχτα, μαρεγιέ μου,
Οι πεταλούδες και οι πιωμένοι” •
Πέρασαν χρόνια και δε βρήκα την αλήθεια
Και έμαθα αργά
Αλλά τουλάχιστον έμαθα
Μέχρι που έφεγγε η κάθε μέρα
Για μένα τον ανήλιαγο σε μέρη σκοτεινά
Ν’ ακούω τον ξένο πόνο
Που ξεχειλίζει στα ποτήρια
Αγάπες που χάθηκαν
Χωρισμοί και προδομένοι έρωτες
Να πιάνω το σφυγμό των ανθρώπων
Ακόμη και τις δύσκολες στιγμές που νιώθω
Ότι έχει σταματήσει να χτυπά η καρδιά μου.
Έξω από το “Naked Turtle” Ή Όνειρο με την Ελβίρα
Άναψα αμέτρητα τσιγάρα
Μα δε φάνηκες. Και όμως
Είναι τόσα τ’ αστέρια
Που με ευχές κατρακυλούν στην άβυσσο.
Κόντευε η ώρα έντεκα.Λίγο ακόμη ήθελα
Και θα μετρούσα το δυτικό χρόνο σε στάδια
Σαν την απόσταση που μας χωρίζει
Σε ανθρώπους που θα είχαν κερδίσει την ευτυχία
Αν δε μιλούσαν τις γλώσσες τής Βαβέλ
Αν σφράγιζαν – όταν έπρεπε –
Τα χείλη τους με βουλοκέρι
Πριν ξεπεζέψουν απ’ τά σύννεφα.
Ύστερα έπεσε πάνω μου από ψηλά
Κι εκείνο το ψιλόβροχο
Που καταράστηκα
Υγρός μανδύας να με τυλίξει
Μαζί με άλλα ασήμαντα
Ώστε δεν ένιωθα πια μόνος.
Πέρασα το κατώφλι
Σα να διασκέλιζα τις πτώσεις μου με παροιμίες
Ή λάκκους μετά τη γέφυρα τού Αχέροντα•
Ας ρωτηθούν λοιπόν τα μαντεία
Ας μιλήσουν οι χρησμωδοί
Και όσοι γνωρίζουν
Να ξεδιαλύνουν οιωνούς με την εγκοίμηση•
Περίμενα να ‘ρθείς, το ξέρεις
Να φτάσει εκεί η φωτεινή σκιά σου
Σ’ ένα στενόχωρο παράδρομο
Στον Κήπο τού Κόσμου με τα άπλωτα πελάγη
Όπου όλες οι θάλασσες κατασταλάζουν
Και οι άνθρωποι δεν έχουν ύπνο
Μήτε το χρόνο να ονειρευτούν•
(ανάμεσά τους κι εγώ
παλιός ακουστής των τζιτζικιών τυρβάζω
δήθεν ευρέτης τραγουδιών σα φτερουγίσματα
που όμως είναι
πιο αληθινά
κι από τα μικροπράγματα τής κάθε μέρας)•
Έτσι με την ελπίδα ότι θα ερχόσουν
Μήπως και λυτρωθώ να με γλυτώσεις
Από το αίσθημα
Πώς με πιέζει μια βαριά σκιά
Στο θώρακα ή στο λαιμό τις νύχτες
Για ν’ αναπνέω πιο πνιχτά τα όνειρα•
Το ξέρω πως θα ‘ρθείς
Κι αυτές οι θλίψεις αύριο
Θα βρουν τη γαλήνη τους
Καθώς δεν έχουν ράχη ούτε τερματισμό
Δεν έχουν τα ανέφικτα που κυνηγώ
Και δραπετεύουν
Καθώς δε σταματώ να αφουγκράζομαι
Μέσα μου ν’ αντηχεί ακόμη η φωνή σου.
***
Μία Σχεδία τού γυρισμού Ή Λίγα άνθη για τη Σιμόν
[που είχε έναν κοντόφθαλμο γάτο και τον έλεγε Φέλιξ]
Έμενε σ’ ένα σπίτι από κόκκινα τούβλα
Γεμάτο σκαλωσιές και περιστέρια
Που έδειχναν να οδηγούν στον ουρανό
Στ’ αστέρια που δεν μπορούσε να μετρήσει
Στους αγγέλους που δεν μπορούσε να δει
Δυο βήματα από τις όχθες
Και τα νερά τού μεγάλου ποταμού
Όπου ποτέ της δεν κολύμπησε
Ποτέ δεν ήπιε και δεν πέρασε
Τις αμέτρητες διακυμάνσεις του
Τέσσερα βήματα από τις φυλλωσιές
Τού άλσους που δεν την αγκάλιασε
Τριάντα χρόνια και σαράντα μέρες
“Ζώντας και ψευτοζώντας”
Πάνω ακριβώς από τις άγριες φωνές
τού πλήθους
Που μέρα νύχτα τρέχει αλαφιασμένο
Μέσα στην κοιλιά τού θηρίου
Που όλους μαζί μάς κατάπιε μια νυχτιά
Για να μη μας ξεράσει ποτέ
Στη στεριά όπου κανείς δε γνωρίζει
Ποιοι είναι οι ναυαγοί και ποιοι οι πνιγμένοι•
Δεν ξέρω τί απέγινε η Σιμόν
Αλλά η μνήμη θυμάται ακόμη το χαμόγελό της
Θυμάται μια τόση δα φράση
Σα μυτερό θραύσμα στο μάτι
“Όταν πεθάνω – ίσως με ρίξουν στο ποτάμι που μισώ”.
Όταν τελειώσω κι εγώ τις μάταιες μέρες μου
Ελπίζω ν’ ανταμώσουν οι σκιές μας
Περνώντας το άλλο ποτάμι
Ψιθυρίζοντας δύο λόγια συγνώμης
[για εκείνο το τζάμι που τής έσπασα
πιωμένος ένα βράδυ χωρίς να το μάθει].
NOTES OF A WET AUGUST

ΚΡΥΣΤΑΛΛΟ
Στεκόμουν στη βεράντα
τον απέραντο ορίζοντα
και το γαλάζιο τ’ ουρανού κοιτούσα
κι έπαιρνα μέσα μου
την ευωδία του γιασεμιού
παρατηρούσα το χορό
του σύνεφου στ’ αγέρα το τραγούδι
κι αφού η αιωνειότη δεν φαινόταν
ήρθες εσύ
και το φως γίνηκε πιο λαμπρό
κι ο ήλιος φάνηκε
πίσω απ’ του σύνεφου το κάλος
κι ήσουν εσύ η αιωνειότη
που εμφανίστηκε
κι έσεσες στην παλάμη μου
κρυστάλινο εκμαγείο
CRYSTAL
I stood on the terrace
gazing the immense horizon
and the light-blue of the sky
I took inside
the jasmine’s fragrance
noticing the dance
of the cloud in the wind
and when eternity couldn’t be
you came
and the light got brighter
the sun appeared
among the cloud dance
and you were my eternity
that presented itself
falling in my palm
a newly cut diamond
NOTES OF A WET AUGUST, Libros Libertad, winter, 2018
Ορίστηκα και ζούσα | Ηλίας Κουρκούτας

ανάμεσα στον ουρανό και το ηφαίστειο
τον δαίμονα αέρα, το κόκκινο βαθύ
ανθρώπινο ποτάμι
διχασμένος σε δυο καιρούς
και καταιγίδες
ανάμεσα σε παγωμένα μέλη,
μόρια αγάπης
και κύτταρα της θλίψης,
την Κόρινθο και την Κολχίδα
τη Μήδεια και τη Γλαύκη
δυο ηπείρους
και ορίζοντες
δυο μοίρες και πολέμους
ανάμεσα σε μια πατρίδα
και ολέθριες ζωές
Ιάσονας, Ηρακλής,
και δον Κιχώτης
ίσως όλα μαζί και χωριστά
όπως τα βράδια στη θερινή Μεσόγειο
όταν η κοιμισμένη νύχτα
απλώνει ένα σεντόνι στη γη
εισχωρεί στο σώμα και στον ύπνο
σαν υπερφυσική μητέρα
[εικόνα: Γιώργης Σαράτσης]
Δεν πρέπει να φοβηθούμε την ώρα που κανείς δεν θα μας αγαπά

Από όταν κάποτε το γάβγισμα ήταν η μοναδική προσημείωση
μιας νύχτας που ποτέ δεν θα επιστρέψει τώρα
επιφέρει τον ίδιο πόνο με εκείνο το ανενδοίαστα δολοφονικό συνονθύλευμα
που παρά την όποια εύνοια σου τύχει συνεχίζεις να αποκαλείς επιβίωση.
Η κατάλληλη ευκαιρία για να κλείσει το μεσημέρι τις μπαλκονόπορτες
και να θυσιαστεί για μια ακόμη φορά στο απαράμιλλο μιας χιλιοειπωμένης έκφρασης.
Όσο αδυνατείς να εξιχνιάσεις κάποιον
από τους χιλιάδες τρόπους που και μόλις σήμερα έχεις πεθάνει
θα συνεχίζεις να συμπεριφέρεσαι σαν τον τελευταίο
ζωντανό άνθρωπο που ξέρεις.
Η δυστυχία του να αναπνέεις με πληρωμένα διόδια.
Η κατάρα του να αγαπιέσαι από όσους ποτέ δεν θα γνωρίσεις.
Η προσευχή που αρχίζει και τελειώνει με την λέξη θεός.
Η ανατριχίλα μιας αποστραγγισμένης ελπίδας που
τολμά ακόμη να γυρίζει στο άκουσμα ενός ηλεκτρικού ακόρντου
κι εκείνης της φωνής που ποτέ σου δεν επέτρεψες
να αποπληρώσει μια στιγμή
από ότι συσσωρεύτηκε στην κόλαση που εξευγενίζουμε…
View original post 158 more words
Tasos Livaditis/Translated by Manolis Aligizakis
ΚΙ ΙΣΩΣ αυτό, που ποτέ δεν καταλάβαμε, ήταν ότι έμεινε για
πάντοτε δικό μας,
γιατί ποιος κέρδισα ποτέ τη νύχτα ή τ’ όνειρο, και μες στο σπίτι ο
ένας με τον άλλον
ένα απλό κειμήλιο είμαστε, και μόνος του καθένας θα πεθάνει,
έτσι μέσα στο ανήσυχο βράδυ, αλλόκοτα φωτισμένο απ’ τους
πυρσούς,
είμαστε πάντοτε απροετοίμαστοι. Κι ήταν αυτή η συγκομιδή μας.
AND PERHAPS what we never understood was the only
thing left to us
because who could ever win the night or the dream and inside
the house one for the other
we were simply a heirloom and each of us will die
plainly in the disturbed evening, in a strange way lit by
the torches
we were always unprepared. And this was our harvest.
~Tasos Livaditis-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014


