Για τη μελλοντική ανθρωπιά – Λογοτέχνης, αναρχικός και αντιφασίστας

furdenkommunismus's avatarShades online

Του Ντίτερ Σίλερ

Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Βραχοκηπος

Πριν από 80 χρόνια δολοφονήθηκε ο Έριχ Μύζαμ στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Οράνιενμπουργκ. Λογοτέχνης, αναρχικός και αντιφασίστας.

Το πρωινό της 28ης Φεβρουαρίου 1933 ήθελε να μεταβεί στην Πράγα. Με κόπο βρέθηκαν τα χρήματα για το εισιτήριο. Η βαλίτσα ήταν έτοιμη. Ο συγγραφέας και αναρχικός πίστευε ότι μπορούσε να εκτιμήσει τι τον περίμενε στο κράτος του Χίτλερ. Ο Έριχ Μύζαμ (Erich Mühsam) δεν ήθελε να καταδικάσει τον εαυτό του στην παθητικότητα-και αυτό σήμαινε πως θα συνέχιζε τον αντιφασιστικό αγώνα στο εξωτερικό.

Μια εβδομάδα νωρίτερα είχε μιλήσει σε συνέλευση μελών από την τοπική οργάνωση του συνδέσμου προστασίας Γερμανών συγγραφέων στο Βερολίνο. Στις 20 Φεβρουαρίου 1933, είχαν συγκεντρωθεί ακόμα μια φορά αριστεροί και σοσιαλιστές συγγραφείς στην πύλη Χάλλε του Βερολίνου, για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην κατάληψη της εξουσίας από τον φασισμό και να συζητήσουν τι έπρεπε πλέον να γίνει. Στο προεδρείο κάθονταν ο Λούντβιχ Ρεν, ο Καρλ…

View original post 574 more words

Δευτερόλεπτα του φόβου.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Το μισό του προσώπου έσκαβε το φως

το άλλο μισό ήτανε στο σκοτάδι.

Ηθοποιός και παίζει τον ίδιο ρόλο μια ζωή.

Κλασικός έγινε. Ο ίδιος νιώθει σαν να αναβοσβήνει

το φως και κλείνει τις πόρτες.

Έτσι μια μέρα κοκάλωσε.

Τα ξέχασε όλα. Τα μόνα που έλεγε όπως χαμένο παιδί

στην ακρογιαλιά: «θα, θα, όταν, θα»,

και προσπαθούσε να κλάψει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ

«ΔΕΥΤΕΡΌΛΕΠΤΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ»

View original post

Δημήτρης Τρωαδίτης, Δύο ποιήματα μεταφρασμένα στα γαλλικά

Exil

Les plaies sur le visage
sont la fin du contact

épouvantails répulsifs
d’ une innocence perdue

exilés
aux dispositions déshéritées

Εξορία

Οι ουλές στο πρόσωπο
είναι το τέλος της επαφής

αποκρουστικά σκιάχτρα
από μια χαμένη αθωότητα

εξορισμένα

σ’ απόκληρες διαθέσεις.

***

Assimilation

L’ accidental remplit
le vide des maisons

Le soleil s’ est rendu
comme un vieil émigré

avec des branches
d’ assimilation aux mains

et les causeries s’ assèchent
toujours sur les lèvres

Αφομοίωση

Το τυχαίο γεμίζει
τα κενά των σπιτιών

ο ήλιος έχει παραδοθεί
σαν παλιός μετανάστης

με κλαδιά αφομοίωσης
στα χέρια

κι οι κουβέντες ξεραίνονται
πάντα στα χείλη.

*Μετάφραση: Έρμα Βασιλείου.

**Από τη συλλογή “Λοξές Ματιές”, εκδόσεις Στοχαστής, 2019.

Νίκος Σφαμένος, Πέντε ποιήματα


Οι ηττημένοι της Κυριακής

 
δεν θέλουν πολλά
θα τους δεις τις
Κυριακές να
γυρνάνε στους
δρόμους
κάτω το
κεφάλι
δεν πίστεψαν
ποτέ σε
θαύματα
ούτε ότι θα
πέρναγε τόσο γρήγορα
ο χρόνος
χωρίς να
προλάβουν να κάνουν
τίποτα
 
τα βράδια όταν
γύριζαν στις
κάμαρές τους
δεν τους
περίμενε
κανείς
προσπαθούσαν να βρουν
τι
πήγε στραβά
με υγρά
μάτια
 
οι ηττημένοι της Κυριακής
δεν ήταν ποτέ
σαν
όλους τους
άλλους
γι’ αυτό υπήρξαν
πλούσιοι

***

Αυτές οι μέρες
 
στον Δ.
 
γυρνάγαμε στους δρόμους
και
δεν μας ένοιαζε τίποτα
γελούσαμε μαζί τους
τους ένοιαζε
η
παράταξη τους
το καινούριο τους αμάξι
ο τελευταίος τους δεσμός
 
τραγουδούσαμε γελώντας
δεν είχαμε τίποτα
και όμως
τόσα πολλά
οι νύχτες κρύες
τα φώτα αναβόσβηναν
τα κορίτσια κοιταζόταν
στον καθρέφτη
τα σκυλιά ούρλιαζαν
και εμείς
δεν είχαμε τίποτα
και όμως τόσα πολλά

***

Οι φίλοι μου
 
φορέσανε στολή
γίνανε διευθυντές
τραπεζών
υπάλληλοι σε
υπουργεία
οι φίλοι μου
γίνανε άριστοι
εκπαιδευτικοί
εξαίρετου ήθους
 
θα τους δεις
να κορνάρουν τα
αμάξια τους
να ψωνίζουν τις
γιορτές
οι φίλοι μου
διακοπές με την
οικογένεια
τηλεόραση και κανένα
ποτό παραπάνω
τα
σαββατοκύριακα
οι φίλοι μου
 
ο Ντοστογιέφσκι
τι θα ‘λεγε
για όλα αυτά;

***
 
Ποίημα
 
Απόψε σβήσανε
τα φώτα
οι γυναίκες κρεμάστηκαν
στα παραθύρια τους
μυρωδιά τρόμου
 
Απόψε σβήσανε
τα φώτα
ώρα για περισυλλογή
ανέφικτες ελπίδες
η πόλη μύρισε
θάνατο
 
Απόψε σβήσανε
τα φώτα
και για κάποιους
αυτό το βράδυ
τα φώτα θα σβήσουν
παντοτινά

***

Πολυδούρη
 
Ματωμένοι κρίνοι
πουτάνες του μεσονυκτίου
εφιάλτης οι βόλτες
στο Παρίσι
τα μαύρα φορέματα
τα βραδινά γέλια
η ποίηση ένα
κουρελόχαρτο
κραυγές στη
Σωτηρία
οι νύχτες στο Θησείο
τα σκονισμένα
γραφεία
πένες βαμμένες
με αίμα
 
και συ εδώ να
σκύβεις το κεφάλι σου
και να μετράς
και αυτό το βράδυ
άλλη μια
αναβολή
 
*Aπό τη συλλογή “Οργή και λουλούδια σε μια χώρα νεκρών”, 2007.

Αλέξανδρος Δάρας, Δύο ποιήματα

Όνειρο η αλήθεια

Ο μεγάλος ρυθμός προχωρά μπροστά
στο βάθος μικρές κινήσεις ακατάλυτες.
Με μια ζωή σαν όνειρο
που ζεις σα να ’ταν ψέμα,
ζωή παραμυθιάστρα
ζωή παραμυθένια.
Αγκιστρωμένη σ’ ουρανούς,
σε σύννεφα, σε άστρα
σε νιώθω που βουτάς
σε νιώθω που ρουφάς
σε νιώθω που ανασαίνεις,
ψυχή μου παραμυθατζού
και παραμυθιασμένη.
Το ξέρεις, ποτέ η ζωή δε φτάνει.
Όμως εσύ της φτάνεις.
Κι ό,τι από σένα περισσεύει
είναι οι νεράιδες και τα ξωτικά.

***

Το είναι

Η μέρα έσβησε τις επαναλήψεις
κι η αύρα του κύματος ξεπρόβαλε ολόγυμνη
απ’ το κατώφλι του βράχου
που έτρεξε να συμφωνήσει
για τις αρετές της εγρήγορσης.
Τα κορμιά και τα όντα των μορφών αναρρίγησαν
και ζήτησαν το τώρα.
Κι από τότε που αποσύρθηκαν οι αόριστοι,
κάθε στιγμή είναι η στιγμή
που μόλις έχουν σβηστεί οι αόριστοι.
Η ίδια στιγμή, είναι
και πώς να ξεκολλήσεις το ένα είναι
από το άλλο.
Θέλεις παιχνίδι. Θες το τυχαίο.
Το άγνωστο, το ατελές.
Συντονίζεσαι μαζί του στο κύμα.
Και εναλλάσσεις τους ρυθμούς
με ανάγκες και νοήματα.
Και ο ρυθμός ρωτάει το νόημα:
Υπάρχει άραγε καμιά ανάγκη
για όλο αυτό εδώ το είναι;

*Από τη συλλογή “ή”, Εκδόσεις Ίδμων, 2007.

ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ | Bring the Noise: Δεκαπέντε κείμενα για το χιπ χοπ

Teflon's avatarΤεφλόν | Ποιητικό Σκεύος

Οι ντιτζέι. Οι εμσί. Οι γραφείς. Οι μπιγκέρλ και οι μπιμπόι. Τα μπρέικ και τα σαμπλ. Οι ρίμες και τα λογοπαίγνια. Οι ταγκιές και τα μιούραλ. Το φούτγορκ και τα πάουερμουβ. Τα πικάπ. Τα μικρόφωνα. Τα σπρέι. Το τσιμέντο. Το γκέτο. Το Μπρονξ και το Κόμπτον. Οι συμμορίες με τα τζάκετ. Τα ραφτά και τα ρόκερ. Τα φαρδιά παντελόνια και τα φουσκωτά μπουφάν. Οι τσαμπουκάδες με την αστυνομία. Οι κλίκες. Το στιλ ως ανυπακοή. Τα πάρτι στη γειτονιά. Τα μπουμ-μποξ και ο οργανωμένος θόρυβος. Το μπιτμπόξ. Η αδρεναλίνη των μπατλ. Η μυσταγωγία των σάιφερ. Το φουριόζικο φριστάιλ. Η τέχνη της ομοιοκατάληκτης προσβολής. Τα σκιλζ. Η λόξα για δόξα. Τα γκάνγκστα ραπ και τα φεμινιστικά ραπ. Η θεωρία των σπασμένων τζαμιών και ο πόλεμος ενάντια στο γκραφίτι. Η δαιμονοποίηση της ραπ. Το άγριο στιλ και ο πόλεμος των στιλ. Η μορφωσκέδαση και το τρομοκρατόραμα. Οι προφήτες της οργής.

Δεκαπέντε κείμενα για…

View original post 188 more words

Ρογήρος Δέξτερ, Το Σύνδρομο τού Σκαντζόχοιρου

1.

Όλα συμβαίνουν πρώτα στο μυαλό μας
Οι εκστρατείες οι πολιορκίες οι ανακωχές
Τα γκρεμισμένα τείχη
Οι διομολογήσεις με προαιώνιους εχθρούς
Οι ομηρικοί τσακωμοί με τους έμπιστους φίλους
Για τα μάτια [•εδώ σκέφτηκα να γράψω-
Αλλά διστάζω
Καθώς πολλοί από σας
Αποδοκιμάζετε τις λέξεις –
Για τα στητά βυζιά με τις μεγάλες ρώγες
Που θέλουν να τρυπήσουν
Το εφαρμοστό ημιδιάφανο ύφασμα
Σαν αιχμές μυτερές σε υψωμένα δοξάρια•]
Τής πιο ωραίας που αέρινη τρυπώνει ανάμεσά μας
Κάνοντας άνω κάτω τη συντροφιά των τεσσάρων
Την ώρα που παίζουμε ζάρια και μετά χαρτιά
Μήπως σκοτώσουμε
Την ανία ενός βαρετού απογεύματος
Από τα δεκάδες αμέτρητα τού ερμητικού χειμώνα•
Θα περάσουν αιώνες νομίζω
Έως να γίνει συνείδηση
Ίσως μέχρι κι αυτή
Η ματαιότητα τού γραψίματος
Μέσα στο χρόνο που κυλάει
Η αίσθηση ότι ώρες ώρες γράφω
Λες και δεν υπάρχει
Κάπου εκεί μπροστά
Τίποτα να περιμένει•μόνο
Αυτή η ξανθιά που καμαρώνει
Σαν αρχαία θεότητα
Ανάμεσα σε τέσσερις θνητούς και ηλίθιους
Που χάνουν στην τύχη όλα τα παιχνίδια
Και ζουρλαίνονται
Κοιτάζοντας με μάτια γουρλωμένα
Πότε τα φύλλα στο τραπέζι
Και πότε ακριβώς θα κάνει κιχ εκείνη
Σα να βάζει μπροστά την ερωτική μηχανή της•
Αυτό το στανιό δουλεύει καιρό
Μέσα στο ζαλισμένο κεφάλι μου
Να κυλιστώ μαζί της όπου βρω
Στα άχυρα ή στο βούρκο
Ακόμη και κοντά στη γούρνα
Στο χείλος τής στοιχειωμένης βρύσης
Όπου το νερό σταλάζει
Κρυστάλλινες στιγμές σε κόμπους
Απόψε πιο πολύ που έμεινα και πάλι
Πανί με πανί ο ψύχραιμος

2.

Το σμίξιμο τής σάρκας με τη σάρκα
Που σώνει και καλά θα οδηγούσε
Στην ένωση δύο ψυχών
Είναι τόσο σημαντικό
Όσο και η μουσική που ακούγεται
Όταν κοπανάω δυνατά
Τα πλήκτρα τής Remington
Αν και εδώ που τα λέμε
Ο καθένας ζει τελικά και πεθαίνει
Με τους δικούς του καημούς
Σ’ αυτό το μάταιο κόσμο
Όπως ο Χ. που ακόμη ονειρεύεται
Δίχως γυρισμό ένα μακρόβιο ταξίδι στις Ινδίες
Ή η Ψ. χαριτωμένη
Ακόμη και χωρίς το μεγαλείο τού στήθους της
Χωρίς την ανελέητη σφαγή των ματιών της
Χωρίς την πυρκαγιά που σιγοκαίει
Ανάμεσα στα πόδια της
Και νύχτα μέρα συλλογίζεται
Πότε επιτέλους θα συναντήσει
Των ονείρων τον εραστή της
Να της χαρίσει οργασμούς σαν πλούσια δώρα
Στο ίδιο κρεβάτι όπου τώρα πλαγιάζουν
Και δέχονται οι χλιαροί στεναγμοί της
Το βάρος ενός απαίσιου γείτονα
Που κάθε πρωί τον ακούω
Να βλαστημά θεούς και δαίμονες
Πασχίζοντας να βάλει μπροστά
Το ρημάδι τού σκαραβαίου του•εκτός από
Τον Χ. την Ψ. και τον Ω-μέγα γείτονα
Υπάρχουν αμέτρητοι που γειτνιάζουν με την τρέλα
Επειδή ένα βράδυ είδαν τα όνειρά τους
Να χάνονται να φεύγουν να γκρεμίζονται
Ή τις ζωές τους να σπαρταρούν
Στα νύχια τής ματαιότητας•έτσι κάποια μέρα
Ίσως ακούσω κι εγώ
Το όνομά μου ν’ αντηχεί σαν ποτάμι που κυλά
Με το χωνί τού τηλεβόα στη φωνή σας
Αλλά θά ‘ναι αργά
Για να φτύσετε πάνω μου
Τη χολή που μαζεύατε τόσα άδικα χρόνια

3.

Αυτή η νύχτα θα είχε ενδιαφέρον
Μόνο αν κατάφερνε να μας σύρει
Στο θηλυκό κρεβάτι που περιμένει
Φωνές και στεναγμούς για να ζωντανέψει
Και να ξυπνήσει τους γείτονες
Να ραγίσει όλα τα σήμαντρα
Να ξεπεράσει τις σειρήνες των περιπολικών
Και τις σειρήνες των βουερών ασθενοφόρων
Ξεσηκώνοντας τους ενοίκους
Που καραδοκούν με τ’ αφτιά τεντωμένα
Κάτω από το πάτωμα ή πίσω
Από κρυστάλλινους τοίχους
Μασώντας σαν ξηρούς καρπούς
Την ανιαρή μοναξιά τους
Και βρίσκοντας την επόμενη μέρα
Τον κατάλληλο θυμό
Για να ξεθυμάνει το μένος τους
Και να κρεμάσουν
Στην είσοδο τής πολυκατοικίας σαν ομοίωμα
Μιαν ευγενική ανακοίνωση
Με τεράστια γράμματα
“ΜΗΝ ΚΑΝΕΤΕ ΘΟΡΥΒΟ ΣΤΟΝ ΤΡΙΤΟ
ΓΙΑΤΙ ΓΑΜΙΕΣΤΕ”
Αλλά γυρίζοντας πίσω
Εκεί όπου είχα απομείνει και
Όπου με άφησαν οι σκέψεις να βρεθώ
Σε μιαν όαση ή σε ένα δασωμένο ακρογιάλι
Στην πιο μακρινή άκρη τού ύπνου
Με ξωτικές που λικνίζουν τα στήθη τους
Γελώντας κάτω από φοινικόδεντρα
Σειρήνες σβήνοντας όλους τους καημούς στα φιλιά τους
Δίχως ποτέ να ξαναρωτηθώ
Πού βρίσκεται η βλογημένη έξοδος
Πώς μπήκα σε αυτό το σωληνωτό σκοτάδι
Σ’ αυτή τη νύχτα που δεν έχει πια ενδιαφέρον

4.

Αν τώρα ξεκούμπωνες πάλι
Τη γλυκιά φωνή σου
Θα έριχνα βάρος
Στην πιο μακρινή κληρωτίδα τ’ ουρανού
Μπροστά βάζοντας
Εκείνη την έναστρη μηχανή που θα μας βγάλει
Στα γεγονότα που θέλαμε κάποτε ν’ αλλάξουμε
Καμια δυο μέρες πριν όλα τελειώσουν
Και η τελευταία μπίρα και η τελευταία
Σταγόνα ουίσκι και το τελευταίο τσιγάρο
Στο τσαλακωμένο πακέτο κάτω από το μαξιλάρι
Τα τελευταία σου λόγια και το πιο
Στερνό βλέμμα που με αντάμωσε ποτέ
Πριν τελειώσουν όλα όσα έβλεπα
Να έρχονται από το λίκνο μου
Καταπάνω μου θυμωμένα
Σαν παλιά ιστορία
Που δεν μπορέσαμε να ελέγξουμε
Να περάσουμε χαλινάρι στις προθέσεις
Στα περιστατικά που έστησαν οι φίλοι
Για να ξεφαντώσουν
Πριν πολύ πριν απ’ όλα αυτά
Που δεν ήταν γραφτό να συμβούν
Και όμως τα ζήσαμε με το στόμα ανοιχτό
Σα μαχαιριές στη γυρισμένη ράχη
Έγραψα αυτούς τους λίγους στίχους
Νομίζοντας πως τάχα θα ήταν
Το τελευταίο μου τραγούδι

5.

Μέχρι τα μαύρα μεσάνυχτα
Που αλλάζουν χρώματα όταν τα ζωγραφίσουν
Τα λόγια ενός μεθυσμένου
Ή μιας γυναίκας που γελά
Τσουγκρίζοντας ποτήρια με τον εαυτό μου
Τον ουτιδανό σαν τιποτένιο
Τον χαμένο μέσα στην κολασμένη νύχτα
(Όχι βέβαια όπως όλοι αυτοί που γράφουν
Σαν καθισμένοι στη λεκάνη
Δαφνοστεφανωμένοι και δυσκοίλιοι
Ζορίζοντας τις λέξεις για να βγουν
Αλλά σκουλήκι που δε λέει να βγάλει φτερά)
Ούτε μια ευκαιρία πια
Να ξανακούσω το γάργαρο γέλιο σου
Που κυλούσε σαν το νερό στο ποταμάκι
Όπου λέγαμε να βουτήξουμε κάποτε
Καθώς βουτάει κανείς στα πιο βαθιά του όνειρα
Και δε σκέφτεται ν’ ανεβεί στον αφρό τού ύπνου
Μήπως συναντήσει εκεί μαζεμένα
Όσα τον φόβιζαν μια ζωή
Όπως μια μέρα και δύο ώρες τώρα
Που παλεύω να πιάσω γραμμή
Και έχεις κλειστό το τηλέφωνο
Που αν κάνω να κλείσω επιτέλους τα μάτια
Αντί ν’ αδειάσουν τη γωνιά
Αντί να ξεκουμπιστούν και να πάνε στην Κούλουρη
Οι πιο φρικτές σκέψεις
Τρυπώνουν όλο και πιο μέσα
Στο άδειο μου καύκαλο.