ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ | Bring the Noise: Δεκαπέντε κείμενα για το χιπ χοπ

Teflon's avatarΤεφλόν | Ποιητικό Σκεύος

Οι ντιτζέι. Οι εμσί. Οι γραφείς. Οι μπιγκέρλ και οι μπιμπόι. Τα μπρέικ και τα σαμπλ. Οι ρίμες και τα λογοπαίγνια. Οι ταγκιές και τα μιούραλ. Το φούτγορκ και τα πάουερμουβ. Τα πικάπ. Τα μικρόφωνα. Τα σπρέι. Το τσιμέντο. Το γκέτο. Το Μπρονξ και το Κόμπτον. Οι συμμορίες με τα τζάκετ. Τα ραφτά και τα ρόκερ. Τα φαρδιά παντελόνια και τα φουσκωτά μπουφάν. Οι τσαμπουκάδες με την αστυνομία. Οι κλίκες. Το στιλ ως ανυπακοή. Τα πάρτι στη γειτονιά. Τα μπουμ-μποξ και ο οργανωμένος θόρυβος. Το μπιτμπόξ. Η αδρεναλίνη των μπατλ. Η μυσταγωγία των σάιφερ. Το φουριόζικο φριστάιλ. Η τέχνη της ομοιοκατάληκτης προσβολής. Τα σκιλζ. Η λόξα για δόξα. Τα γκάνγκστα ραπ και τα φεμινιστικά ραπ. Η θεωρία των σπασμένων τζαμιών και ο πόλεμος ενάντια στο γκραφίτι. Η δαιμονοποίηση της ραπ. Το άγριο στιλ και ο πόλεμος των στιλ. Η μορφωσκέδαση και το τρομοκρατόραμα. Οι προφήτες της οργής.

Δεκαπέντε κείμενα για…

View original post 188 more words

Ρογήρος Δέξτερ, Το Σύνδρομο τού Σκαντζόχοιρου

1.

Όλα συμβαίνουν πρώτα στο μυαλό μας
Οι εκστρατείες οι πολιορκίες οι ανακωχές
Τα γκρεμισμένα τείχη
Οι διομολογήσεις με προαιώνιους εχθρούς
Οι ομηρικοί τσακωμοί με τους έμπιστους φίλους
Για τα μάτια [•εδώ σκέφτηκα να γράψω-
Αλλά διστάζω
Καθώς πολλοί από σας
Αποδοκιμάζετε τις λέξεις –
Για τα στητά βυζιά με τις μεγάλες ρώγες
Που θέλουν να τρυπήσουν
Το εφαρμοστό ημιδιάφανο ύφασμα
Σαν αιχμές μυτερές σε υψωμένα δοξάρια•]
Τής πιο ωραίας που αέρινη τρυπώνει ανάμεσά μας
Κάνοντας άνω κάτω τη συντροφιά των τεσσάρων
Την ώρα που παίζουμε ζάρια και μετά χαρτιά
Μήπως σκοτώσουμε
Την ανία ενός βαρετού απογεύματος
Από τα δεκάδες αμέτρητα τού ερμητικού χειμώνα•
Θα περάσουν αιώνες νομίζω
Έως να γίνει συνείδηση
Ίσως μέχρι κι αυτή
Η ματαιότητα τού γραψίματος
Μέσα στο χρόνο που κυλάει
Η αίσθηση ότι ώρες ώρες γράφω
Λες και δεν υπάρχει
Κάπου εκεί μπροστά
Τίποτα να περιμένει•μόνο
Αυτή η ξανθιά που καμαρώνει
Σαν αρχαία θεότητα
Ανάμεσα σε τέσσερις θνητούς και ηλίθιους
Που χάνουν στην τύχη όλα τα παιχνίδια
Και ζουρλαίνονται
Κοιτάζοντας με μάτια γουρλωμένα
Πότε τα φύλλα στο τραπέζι
Και πότε ακριβώς θα κάνει κιχ εκείνη
Σα να βάζει μπροστά την ερωτική μηχανή της•
Αυτό το στανιό δουλεύει καιρό
Μέσα στο ζαλισμένο κεφάλι μου
Να κυλιστώ μαζί της όπου βρω
Στα άχυρα ή στο βούρκο
Ακόμη και κοντά στη γούρνα
Στο χείλος τής στοιχειωμένης βρύσης
Όπου το νερό σταλάζει
Κρυστάλλινες στιγμές σε κόμπους
Απόψε πιο πολύ που έμεινα και πάλι
Πανί με πανί ο ψύχραιμος

2.

Το σμίξιμο τής σάρκας με τη σάρκα
Που σώνει και καλά θα οδηγούσε
Στην ένωση δύο ψυχών
Είναι τόσο σημαντικό
Όσο και η μουσική που ακούγεται
Όταν κοπανάω δυνατά
Τα πλήκτρα τής Remington
Αν και εδώ που τα λέμε
Ο καθένας ζει τελικά και πεθαίνει
Με τους δικούς του καημούς
Σ’ αυτό το μάταιο κόσμο
Όπως ο Χ. που ακόμη ονειρεύεται
Δίχως γυρισμό ένα μακρόβιο ταξίδι στις Ινδίες
Ή η Ψ. χαριτωμένη
Ακόμη και χωρίς το μεγαλείο τού στήθους της
Χωρίς την ανελέητη σφαγή των ματιών της
Χωρίς την πυρκαγιά που σιγοκαίει
Ανάμεσα στα πόδια της
Και νύχτα μέρα συλλογίζεται
Πότε επιτέλους θα συναντήσει
Των ονείρων τον εραστή της
Να της χαρίσει οργασμούς σαν πλούσια δώρα
Στο ίδιο κρεβάτι όπου τώρα πλαγιάζουν
Και δέχονται οι χλιαροί στεναγμοί της
Το βάρος ενός απαίσιου γείτονα
Που κάθε πρωί τον ακούω
Να βλαστημά θεούς και δαίμονες
Πασχίζοντας να βάλει μπροστά
Το ρημάδι τού σκαραβαίου του•εκτός από
Τον Χ. την Ψ. και τον Ω-μέγα γείτονα
Υπάρχουν αμέτρητοι που γειτνιάζουν με την τρέλα
Επειδή ένα βράδυ είδαν τα όνειρά τους
Να χάνονται να φεύγουν να γκρεμίζονται
Ή τις ζωές τους να σπαρταρούν
Στα νύχια τής ματαιότητας•έτσι κάποια μέρα
Ίσως ακούσω κι εγώ
Το όνομά μου ν’ αντηχεί σαν ποτάμι που κυλά
Με το χωνί τού τηλεβόα στη φωνή σας
Αλλά θά ‘ναι αργά
Για να φτύσετε πάνω μου
Τη χολή που μαζεύατε τόσα άδικα χρόνια

3.

Αυτή η νύχτα θα είχε ενδιαφέρον
Μόνο αν κατάφερνε να μας σύρει
Στο θηλυκό κρεβάτι που περιμένει
Φωνές και στεναγμούς για να ζωντανέψει
Και να ξυπνήσει τους γείτονες
Να ραγίσει όλα τα σήμαντρα
Να ξεπεράσει τις σειρήνες των περιπολικών
Και τις σειρήνες των βουερών ασθενοφόρων
Ξεσηκώνοντας τους ενοίκους
Που καραδοκούν με τ’ αφτιά τεντωμένα
Κάτω από το πάτωμα ή πίσω
Από κρυστάλλινους τοίχους
Μασώντας σαν ξηρούς καρπούς
Την ανιαρή μοναξιά τους
Και βρίσκοντας την επόμενη μέρα
Τον κατάλληλο θυμό
Για να ξεθυμάνει το μένος τους
Και να κρεμάσουν
Στην είσοδο τής πολυκατοικίας σαν ομοίωμα
Μιαν ευγενική ανακοίνωση
Με τεράστια γράμματα
“ΜΗΝ ΚΑΝΕΤΕ ΘΟΡΥΒΟ ΣΤΟΝ ΤΡΙΤΟ
ΓΙΑΤΙ ΓΑΜΙΕΣΤΕ”
Αλλά γυρίζοντας πίσω
Εκεί όπου είχα απομείνει και
Όπου με άφησαν οι σκέψεις να βρεθώ
Σε μιαν όαση ή σε ένα δασωμένο ακρογιάλι
Στην πιο μακρινή άκρη τού ύπνου
Με ξωτικές που λικνίζουν τα στήθη τους
Γελώντας κάτω από φοινικόδεντρα
Σειρήνες σβήνοντας όλους τους καημούς στα φιλιά τους
Δίχως ποτέ να ξαναρωτηθώ
Πού βρίσκεται η βλογημένη έξοδος
Πώς μπήκα σε αυτό το σωληνωτό σκοτάδι
Σ’ αυτή τη νύχτα που δεν έχει πια ενδιαφέρον

4.

Αν τώρα ξεκούμπωνες πάλι
Τη γλυκιά φωνή σου
Θα έριχνα βάρος
Στην πιο μακρινή κληρωτίδα τ’ ουρανού
Μπροστά βάζοντας
Εκείνη την έναστρη μηχανή που θα μας βγάλει
Στα γεγονότα που θέλαμε κάποτε ν’ αλλάξουμε
Καμια δυο μέρες πριν όλα τελειώσουν
Και η τελευταία μπίρα και η τελευταία
Σταγόνα ουίσκι και το τελευταίο τσιγάρο
Στο τσαλακωμένο πακέτο κάτω από το μαξιλάρι
Τα τελευταία σου λόγια και το πιο
Στερνό βλέμμα που με αντάμωσε ποτέ
Πριν τελειώσουν όλα όσα έβλεπα
Να έρχονται από το λίκνο μου
Καταπάνω μου θυμωμένα
Σαν παλιά ιστορία
Που δεν μπορέσαμε να ελέγξουμε
Να περάσουμε χαλινάρι στις προθέσεις
Στα περιστατικά που έστησαν οι φίλοι
Για να ξεφαντώσουν
Πριν πολύ πριν απ’ όλα αυτά
Που δεν ήταν γραφτό να συμβούν
Και όμως τα ζήσαμε με το στόμα ανοιχτό
Σα μαχαιριές στη γυρισμένη ράχη
Έγραψα αυτούς τους λίγους στίχους
Νομίζοντας πως τάχα θα ήταν
Το τελευταίο μου τραγούδι

5.

Μέχρι τα μαύρα μεσάνυχτα
Που αλλάζουν χρώματα όταν τα ζωγραφίσουν
Τα λόγια ενός μεθυσμένου
Ή μιας γυναίκας που γελά
Τσουγκρίζοντας ποτήρια με τον εαυτό μου
Τον ουτιδανό σαν τιποτένιο
Τον χαμένο μέσα στην κολασμένη νύχτα
(Όχι βέβαια όπως όλοι αυτοί που γράφουν
Σαν καθισμένοι στη λεκάνη
Δαφνοστεφανωμένοι και δυσκοίλιοι
Ζορίζοντας τις λέξεις για να βγουν
Αλλά σκουλήκι που δε λέει να βγάλει φτερά)
Ούτε μια ευκαιρία πια
Να ξανακούσω το γάργαρο γέλιο σου
Που κυλούσε σαν το νερό στο ποταμάκι
Όπου λέγαμε να βουτήξουμε κάποτε
Καθώς βουτάει κανείς στα πιο βαθιά του όνειρα
Και δε σκέφτεται ν’ ανεβεί στον αφρό τού ύπνου
Μήπως συναντήσει εκεί μαζεμένα
Όσα τον φόβιζαν μια ζωή
Όπως μια μέρα και δύο ώρες τώρα
Που παλεύω να πιάσω γραμμή
Και έχεις κλειστό το τηλέφωνο
Που αν κάνω να κλείσω επιτέλους τα μάτια
Αντί ν’ αδειάσουν τη γωνιά
Αντί να ξεκουμπιστούν και να πάνε στην Κούλουρη
Οι πιο φρικτές σκέψεις
Τρυπώνουν όλο και πιο μέσα
Στο άδειο μου καύκαλο.

Costis, u n I t op I a

a part of the verse in my mouth
in my ear
a part of the universe in my eye
in my soul
united verses uniques
the universe
as a collective creative imagination the unitopia
stop the black projects control of the panopticon
out of our body of our planet out in the universe i met Icarus
co(s)mique destination
poétiques sources never quit earth
your body
your humanity
in the utopique yet horizon a new man
for
a new world

Athens 2018

Στον Δημήτρη Τρωαδίτη

Στρατής Φάβρος's avatarΣτρατής Φάβρος - Strates Fabbros

Στον Δημήτρη Τρωαδίτη

Υποθέτω πως είσαι πια στην Ξενιτιά
Για δες που γίνηκε η γη σκληρή
μιαν αγκαλιά που σε κρατά

Μαντήλι κρατώ γι αποχαιρετισμό
Χάρηκα π’ ανταλλάξαμε
τις λίγες κουβέντες

ειν’ ακριβές οι κουβέντες
σ’έναν καιρό
που όλοι φωνάζουν

όλοι ν΄ακουστούν
πάνω απ’ το κύμα
που το ίχνος σβει

όλοι μιλούν
μα κανείς δεν γρικά
χάσκει η λήθη
που καρτερά

ν’ απαντέχεις
και να κρατάς
μέσα στο κύμα
της ξενιτιάς

View original post

16 Ποιήματα του Σωτήρη Λυκουργιώτη για την απουσία

ΕΝ ΑΝΑΜΟΝΗ

Γράφω πάνω σε αποκόμματα εισιτηρίων
στις ατέλειωτες ουρές των δημοσίων υπηρεσιών
και των ταχυδρομείων

Γράφω στην αναμονή
και εν αναμονή

Για αυτό και μοιάζει
σαν να περιμένω κάτι

ΜΝΗΜΗ

Στο τέλος ακόμα και ο Λωτ
θα κοιτάξει προς τα πίσω
στην πόλη με τις ολόφωτες οθόνες
τα βήματά του σταθερά προς το γκρεμό
θα συνεχίσουν —γιατί να σταματήσει;

Αφού της πορείας αυτής
δεν υπάρχει άλλος δρόμος
καταδικασμένοι εμείς
θυσία γραμμής παραγωγής

χωρίς ανάσταση
ή ένα πέρασμα πάνω στο χώρισμα των υδάτων
ή μια κραυγή «θάλαττα θάλαττα»
χωρίς έστω έναν ορίζοντα
να δέσουμε το βλέμμα μας.

Αύτανδρος χάνεται ο κόσμος
κι οι επιβάτες απαθείς
φωτογραφίζουν το τοπίο.

Μόνο ως μνήμη αξίζει
μόνο ως μνήμη μπορεί να σωθεί.

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ

Εκείνο το βράδυ σκέφτηκε
όλη τη ζωή του
και δε μπορούσε ν΄ αποκοιμηθεί

Εκείνο το βράδυ στέγνωσε
απ΄ το φόβο η ψυχή του
και ο ύπνος τον βρήκε το πρωί

Ξύπνησε κι είχαν ασπρίσει
τα μαλλιά του
εκείνο το βράδυ πέρασε μια εποχή

ΑΥΤΟΣ

Αυτός που χρόνια δούλευε
στο διπλανό γραφείο
σήμερα δεν ήρθε ξαφνικά

αρρώστησε; απελύθη; πέθανε;
μας είναι αδιάφορο
η δουλειά θα συνεχιστεί κανονικά

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΔΕΝ ΘΑ ‘ΡΧΕΤΑΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Το καλοκαίρι δεν θα ‘ρχεται για πάντα
υπάρχουν όρια στις επιστροφές του
όπως κι ο ποταμός που χύνεται μέσα απ’ τα μάτια σου
καταπίνοντας ωκεανούς, υπονομεύοντας θύελλες
κάποτε θα σωπάσει

Το καλοκαίρι δεν θα ‘ρχεται για πάντα
ούτε ο πόνος με το κλάμα της ζωής
ούτε το άζωτο στις ρίζες των δένδρων…

Όσο υπάρχουν ακόμα σταγόνες στα πρωινά φύλλα
καλό είναι να συλλέγονται

ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΤΙ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙ

Και τώρα πείτε μου:
δεν πρέπει κάτι να γραφτεί
για τους αποκλεισμένους του έρωτα
που τα βράδια ξάγρυπνουν
σφιχταγκαλιάζοντας το μαξιλάρι
σφίγγοντας τα δόντια
κλαίγοντας χωρίς δάκρυ

(αφού κανείς δεν είναι εκεί
να τρέξει για αυτόν)

αρκετά δε βρέξαμε την πένα μας
στον ιδρώτα των εραστών;

Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

μη με λυπάσαι
δεν είμαι ναυάγιο

η συνείδηση είμαι του ύφαλου

ΑΝ ΞΕΡΑΜΕ

Αν ξέραμε πως δεν θα σ’ άρεσαν τα ποιήματά μας
δε θα γράφαμε ποίημα
Αν ξέραμε πως θα ‘φευγες μακριά
δε θα σ’ αγαπούσαμε τόσο
Αν ξέραμε το μήκος του ωκεανού
δε θα μπαίναμε ποτέ στη θάλασσα

Αν ξέραμε…
η ζωή θα ήταν λάθος

ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗ ΧΟΥΡΜΑΔΙΑ

θα πεθάνουμε ξαφνικά
ανάμεσα σε αυτήν
και την επόμενη φράση

θα φύγουμε αναίτια
αφήνοντας το ποίημα μας
στη μέση

ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

Δοκίμασα πολλές φορές
το φόβο
φόβος της πτώσης
του κενού
φόβος της μοναξιάς

Τίποτα όμως σαν
τον πανικό
σε βραδινό δωμάτιο
έρημος και μόνος
αμήχανος
μπροστά σε μια λευκή σελίδα

AΡΝΙΟΤΑΝ ΠΑΝΤΑ

Για δώδεκα χρόνια
την πρώτη μέρα της άνοιξης
τη ρωτούσα ευγενικά αν ήθελε
να κάνουμε έρωτα.

Αρνιόταν πάντα…

Τη δεκάτη τρίτη χρονιά
την τρίτη μέρα του Μάρτη
ήρθε μόνη της να με βρει
για να μου πει
με παράπονο πως
την είχα πια ξεχάσει.

ΘΕΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Εδώ ψηλά
νιώθω τη μοναξιά
του φαροφύλακα
που τη νύχτα
περιμένει
δυο φώτα αχνά
από την άκρη
να φανούν
του ακρωτηρίου
σημάδια πως
σε τούτη
τη θάλασσα
υπάρχουν κάποιοι
που ακόμα
ταξιδεύουν

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ

ο κόσμος θα τελειώσει ξαφνικά
ανάσα σε δυο μέτρα ενός πενταγράμμου
μέσα σε μια φράση που δεν ολοκληρώθηκε
στη μέση μιας λέξης που ξεγέλασε
το τέλος της

ο κόσμος θα τελειώσει έτσι απλά
σαν μια σκοπιμότητα χωρίς σκοπό

ΑΤΙΤΛΟ

Άμοιρε κόσμε
όσες παγίδες κι αν στήσεις στα πουλιά
ποτέ δε θα πετάξεις

ΤΑ ΝΥΦΙΚΑ

τα νυφικά
που στέκουν στη βιτρίνα του απέναντι μαγαζιού
μάταια περιμένουν τα ζεστά δέρματα των κοριτσιών να φορεθούν
σήμερα πια οι γάμοι έπαψαν να γίνονται κατά τους τύπους

ΑΠΟΥΣΙΑ

Γεννιέσαι με μια αποκοπή
κάθε σου σμίλευμα
και μια φυγή

Ας μη γελιόμαστε:
δεν είμαστε από στάχτη, χώμα και νερό

Πλασμένοι είμαστε
απ’ το εκμαγείο της απουσίας

*Τα ποιήματα αυτά πρωτοδημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Τεφλόν#19 και Μανδραγόρας#58. Αναδημοσίευση από εδώ: https://stratigos-anemos.blogspot.com/2018/12/16.html?fbclid=IwAR1n8232L3UCupTqmOz94EG8F41uXSnRhkg6S_ADf-UkXdhjV0XM2U6pUiY

μια θέση

ένα έτσι's avatarένα έτσι

στο Περνώντας με πορτοκαλί

Σταματήσαμε στο κόκκινο φανάρι.
Εξαρχής γνωρίζαμε πως θα καθυστερήσει να αλλάξει χρώμα.
Τα πρώτα λεπτά ακινητοποιηθήκαμε στην πορφυρή σιγή του σηματοδότη.
Στις ώρες που έφτασαν διασχίσαμε την τρέλα σε όλες της τις αποστάσεις.
Γελάσαμε σαν μελλοθάνατοι , βρίσαμε πρωτόπλαστους Θεούς
ικετεύσαμε οτιδήποτε πληροί ικεσίας
ώσπου ο χρόνος αφανίστηκε
στην πιο λιτή απουσία
ασπάζοντας μας στο άπειρο μιας θέσης στο πουθενά.
Τα χρόνια που ακολούθησαν φέραν πολλές γενιές
στο ίδιο πάντα σημείο
να ατενίζουν, άλλοτε με λατρεία κι άλλοτε με απέχθεια
το αέναο κόκκινο φως
μα σε κάθε περίπτωση ελπίζοντας
σε έστω και ένα στιγμιαίο αναβόσβημα του λαμπτήρα.

View original post

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Σήμερα φάνηκε όλοι να ξέρουν
ο ένας τον άλλο
και να διασκεδάζουν με αυτό.
Εγώ πάλι κοιτούσα δεξιά κι αριστερά
γυρεύοντας σε
ξέροντας καλά πως ευτυχώς
δεν υπάρχεις.
Έπειτα φιληθήκαμε
και γύρισα σπίτι
για να σε αγαπήσω.
Ή κάτι τέτοιο.
Ελπίζω αύριο να σε ξαναδώ.

View original post

Αηδία

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Η πολιτική, το χρήμα, σε αρκετές περιπτώσεις
και το σεξ
δεν είναι παρά απλές προσόψεις
της βαθιάς αηδίας που τρέφουμε
ο ένας για τον άλλον.
Η λίστα οφείλει να συμπληρωθεί
με πολλές ακόμα λέξεις
που χαριτωμένα ξεστομίζεις ολοένα
με την ελπίδα
να μην αγοράσεις όπλο.
Ή τουλάχιστον να μην αγοράσει ο γείτονας.

View original post