Στην Ελλάδα
πλειοψηφούν συντριπτικώς τα ερείπια
δεξιά κι αριστερά και μεταξύ αυτών πάλι ερείπια
όπως λογουχάρη οι Δελφοί
Ντέλφι για τους ξένους μας…
Ψυχές σωφέρ ταλαιπωρούνται
πηγαίνοντας αμάξια μέσα από τοπία ονειρεμένα.
Θυμάμαι τώρα το σκληρό χρώμα της πλαγιάς
που το πατούσαν άσπρα αρνιά σαν μεθυσμένα.
Παντού πωλούνται οικόπεδα παντού
πωλούνται φάρμακα ακριβά για τις αρρώστιες που δεν ήρθανε ακόμα.
Ήδη οι «τυχεροί» και οι «έξυπνοι» ψάχνουν πυρετωδώς
μες στις αυριανές μας σκέψεις…
Ήδη αποθηκεύονται νέες πουστιές νέες ρουφιανιές και Δυστυχώς
ακόμα…
Δελφοί πού είναι λοιπόν οι γκάνγκστερς
που θα διανυκτερεύσουνε στα μπιχλιμπιδωτά οτέλς σου
πού είναι των μεγαλομπακάληδων οι κόρες
που τις κατατρυπάνε εσατζήδες και ποδοσφαιριστές
πού είναι οι σαφρακιασμένοι κινηματογραφικοί αστέρες
που πίνουνε χασίσι για όλους τους μπουζουκτσήδες της Ελλάδας
πού είναι οι «κορυφαίοι» μας ζωγράφοι καί ποιητές
που τους κατατρυπάνε εσατζήδες και ποδοσφαιριστές
πού είναι οι ήρωες των γαργαλάτων
πού είναι τα τέκνα των αθανάτων
παρέα με τεκνά συμμάχους και τα λαχταριστά σκυλιά τους
πού είναι ο ηλίθιος βασιλομήτωρ που μας κυβερνά
πού είναι η δανεική βασίλισσα που δεν την κυβερνά
πού είναι λοιπόν οι σκιές εκείνων που φωτίζουν
τον άνοστο μαντράχαλο και λάμπει;
Βλέπω κάποια ανθρωπάκια… σβήνουν μέσα στ’ αρώματα και στα απεριτίφ
κι όσο κι αν έψαξα την Κασταλία δεν τη βρήκα
όπου κι αν ρώτησα κανείς δεν τους θυμόνταν
τον τσαρλατάνο το Σικελιανό και την Αμερικάνα του…
Έφυγα πήγα στο Δίστομο κ’ έκανα γκάλοπ
ιδού τ’ αποτελέσματα: Πλειοψηφούν συντριπτικώς
οι δεξιοί
οι κεντρώοι μαζεύουν κάτι λίγα
οι περισσότεροι αριστεροί έγιναν κεντρώοι
και δεξιοί
και οι εναπομείναντες βάλαν το κόμμα να τους βρει
δουλειά στη Λειβαδιά ή στην Αθήνα…
*Από τη συλλογή “Τα θεάματα” (1966-1982), που περιέχεται στο βιβλίο “Θωμάς Γκόρπας Τα Ποιήματα (1957-1983)”, Κέδρος 2006.
Πριν από 80 χρόνια δολοφονήθηκε ο Έριχ Μύζαμ στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Οράνιενμπουργκ. Λογοτέχνης, αναρχικός και αντιφασίστας.
Το πρωινό της 28ης Φεβρουαρίου 1933 ήθελε να μεταβεί στην Πράγα. Με κόπο βρέθηκαν τα χρήματα για το εισιτήριο. Η βαλίτσα ήταν έτοιμη. Ο συγγραφέας και αναρχικός πίστευε ότι μπορούσε να εκτιμήσει τι τον περίμενε στο κράτος του Χίτλερ. Ο Έριχ Μύζαμ (Erich Mühsam) δεν ήθελε να καταδικάσει τον εαυτό του στην παθητικότητα-και αυτό σήμαινε πως θα συνέχιζε τον αντιφασιστικό αγώνα στο εξωτερικό.
Μια εβδομάδα νωρίτερα είχε μιλήσει σε συνέλευση μελών από την τοπική οργάνωση του συνδέσμου προστασίας Γερμανών συγγραφέων στο Βερολίνο. Στις 20 Φεβρουαρίου 1933, είχαν συγκεντρωθεί ακόμα μια φορά αριστεροί και σοσιαλιστές συγγραφείς στην πύλη Χάλλε του Βερολίνου, για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην κατάληψη της εξουσίας από τον φασισμό και να συζητήσουν τι έπρεπε πλέον να γίνει. Στο προεδρείο κάθονταν ο Λούντβιχ Ρεν, ο Καρλ…
δεν θέλουν πολλά
θα τους δεις τις
Κυριακές να
γυρνάνε στους
δρόμους
κάτω το
κεφάλι
δεν πίστεψαν
ποτέ σε
θαύματα
ούτε ότι θα
πέρναγε τόσο γρήγορα
ο χρόνος
χωρίς να
προλάβουν να κάνουν
τίποτα
τα βράδια όταν
γύριζαν στις
κάμαρές τους
δεν τους
περίμενε
κανείς
προσπαθούσαν να βρουν
τι
πήγε στραβά
με υγρά
μάτια
οι ηττημένοι της Κυριακής
δεν ήταν ποτέ
σαν
όλους τους
άλλους
γι’ αυτό υπήρξαν
πλούσιοι
***
Αυτές οι μέρες
στον Δ.
γυρνάγαμε στους δρόμους
και
δεν μας ένοιαζε τίποτα
γελούσαμε μαζί τους
τους ένοιαζε
η
παράταξη τους
το καινούριο τους αμάξι
ο τελευταίος τους δεσμός
τραγουδούσαμε γελώντας
δεν είχαμε τίποτα
και όμως
τόσα πολλά
οι νύχτες κρύες
τα φώτα αναβόσβηναν
τα κορίτσια κοιταζόταν
στον καθρέφτη
τα σκυλιά ούρλιαζαν
και εμείς
δεν είχαμε τίποτα
και όμως τόσα πολλά
***
Οι φίλοι μου
φορέσανε στολή
γίνανε διευθυντές
τραπεζών
υπάλληλοι σε
υπουργεία
οι φίλοι μου
γίνανε άριστοι
εκπαιδευτικοί
εξαίρετου ήθους
θα τους δεις
να κορνάρουν τα
αμάξια τους
να ψωνίζουν τις
γιορτές
οι φίλοι μου
διακοπές με την
οικογένεια
τηλεόραση και κανένα
ποτό παραπάνω
τα
σαββατοκύριακα
οι φίλοι μου
ο Ντοστογιέφσκι
τι θα ‘λεγε
για όλα αυτά;
***
Ποίημα
Απόψε σβήσανε
τα φώτα
οι γυναίκες κρεμάστηκαν
στα παραθύρια τους
μυρωδιά τρόμου
Απόψε σβήσανε
τα φώτα
ώρα για περισυλλογή
ανέφικτες ελπίδες
η πόλη μύρισε
θάνατο
Απόψε σβήσανε
τα φώτα
και για κάποιους
αυτό το βράδυ
τα φώτα θα σβήσουν
παντοτινά
***
Πολυδούρη
Ματωμένοι κρίνοι
πουτάνες του μεσονυκτίου
εφιάλτης οι βόλτες
στο Παρίσι
τα μαύρα φορέματα
τα βραδινά γέλια
η ποίηση ένα
κουρελόχαρτο
κραυγές στη
Σωτηρία
οι νύχτες στο Θησείο
τα σκονισμένα
γραφεία
πένες βαμμένες
με αίμα
και συ εδώ να
σκύβεις το κεφάλι σου
και να μετράς
και αυτό το βράδυ
άλλη μια
αναβολή
*Aπό τη συλλογή “Οργή και λουλούδια σε μια χώρα νεκρών”, 2007.
Ο μεγάλος ρυθμός προχωρά μπροστά
στο βάθος μικρές κινήσεις ακατάλυτες.
Με μια ζωή σαν όνειρο
που ζεις σα να ’ταν ψέμα,
ζωή παραμυθιάστρα
ζωή παραμυθένια.
Αγκιστρωμένη σ’ ουρανούς,
σε σύννεφα, σε άστρα
σε νιώθω που βουτάς
σε νιώθω που ρουφάς
σε νιώθω που ανασαίνεις,
ψυχή μου παραμυθατζού
και παραμυθιασμένη.
Το ξέρεις, ποτέ η ζωή δε φτάνει.
Όμως εσύ της φτάνεις.
Κι ό,τι από σένα περισσεύει
είναι οι νεράιδες και τα ξωτικά.
***
Το είναι
Η μέρα έσβησε τις επαναλήψεις
κι η αύρα του κύματος ξεπρόβαλε ολόγυμνη
απ’ το κατώφλι του βράχου
που έτρεξε να συμφωνήσει
για τις αρετές της εγρήγορσης.
Τα κορμιά και τα όντα των μορφών αναρρίγησαν
και ζήτησαν το τώρα.
Κι από τότε που αποσύρθηκαν οι αόριστοι,
κάθε στιγμή είναι η στιγμή
που μόλις έχουν σβηστεί οι αόριστοι.
Η ίδια στιγμή, είναι
και πώς να ξεκολλήσεις το ένα είναι
από το άλλο.
Θέλεις παιχνίδι. Θες το τυχαίο.
Το άγνωστο, το ατελές.
Συντονίζεσαι μαζί του στο κύμα.
Και εναλλάσσεις τους ρυθμούς
με ανάγκες και νοήματα.
Και ο ρυθμός ρωτάει το νόημα:
Υπάρχει άραγε καμιά ανάγκη
για όλο αυτό εδώ το είναι;