Μιχάλης Ανθάς, Δεν κράτησε πολύ τούτη η αναμονή

ΔΕΝ κράτησε πολύ τούτη η αναμονή με τους αραδιασμένους
ουρανούς να φουμέρνουν το απολλώνιο φως
και το ξερό κλαδί μιας ανϊσκιωτης πέτρας.
Η θύελλα έχει το δικό της βάλσαμο,
η βίγλα το δικό της άχτι
και γίνηκε
ταξίδι αγκαλιαστά της άπνοιας,
και γίνηκαν
τα χαμόγελα απάγγιο στις περδικότσιχλες,
νάμα αζήτητον στη κάψα.
Εκεί,
με τα μαραγκιασμένα ανθόστηλα
φτάναμε στου μεσούρανου το ξεροστάλιασμα
ολάκερο τον όλβο.
Σχισμένα κασκέτα απόσερναν σιωπηλά
το φεγγοβόλο διάδημα,
εγκάτινο λαμποκόπημα του μετώπου.
Ας αποθέσω το λάφυρο της δόξας
στο πρωτόστεμμα της νίκης,
στη φυλαγμένη της αγάπης αμάτωτη θωριά.
Ερυθρό πλάνεμα νιόφαντων ονείρών,
πολεμίστρα διάφανη, μισιτή σφήκα
του αυγινού κλωναριού
σού ‘στειλαν μεθίβγαλτους κόπους,
ασίτευτους καρπούς χρόνων.
Έστειλες γιορτές σε μεγαλωμένους τοίχους,
θράκα στην παγωνιά των βωμών,
σού ‘στειλαν δυο ανέμους, δυο πανιά,
κράτησες τον ένα να τον κάνεις θύελλα
στα ξερά κλαδιά.
Τον άλλο τον γύρισες στην αναμονή μιας Άνοιξης,
που θά ρθει πάλι από σένα.

*Από τη συλλογή “Επί Γης Ειρήνη”, εκδόσεις “Δίπτυχο”, Αθήνα 1983.

τα ναύλα

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Σαφάρι πήγαμε
ένας βουβός σαμάνος
μας κυνηγούσε όλη τη νύχτα

πήρε τα μάτια μας

μια κοκκινοσκουφίτσα
πηγαινοερχόταν
και καθάριζε

έβγαινε στη βεράντα
έκλαιγε λίγο
μετά επέστρεφε

από εδώ όλο φεύγουν τα αποδημητικά
με τις βαλίτσες τους,
λέει

τα ναύλα σας
να τα φοράτε μες στις κόγχες
αντί για μάτια

έπειτα μάς ξεσκόνισε
και μάς φίλησε στο μέτωπο

πάνω απ’ το τζάκι
κοιτούσε αμήχανη
ταριχευμένη
η κεφαλή του ποιητή

ΚΛ – 23/02/2019

photo:Graciela Iturbide (Mexican, b. 1942)
Los Pollos, Juchitán, México (Chickens, Juchitán, Mexico)
1979
Gelatin silver print
Courtesy of the Museum of Fine Arts, Boston
© Graciela Iturbide

View original post

ένα έτσι's avatarένα έτσι

δεν είναι περίεργο για την σκόνη
να ταξιδεύει στο διάστημα
ή να καταπίνει πλανήτες
μα ποιος το περίμενε
πως θα έπειθε
τον χρόνο
να
πεθάνει,
απλά
και
μόνο
αγαπώντας
τον εαυτό
της

View original post

Αυλός

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Της παγωνιάς

Λουλούδι

Μοναδικό

.

Πρωί -Πρωί

Θ’ ανέβει

Στον ουρανό

.

Να φιλήσει

.

Τα παιδικά σου

Μάτια

.

Τις κλεμμένες

Πλεξούδες

.

Των μαλλιών σου

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

Από τη συλλογή «Φύλλα ύπνου»

View original post

Γρηγόρης Σακαλής, Ριζική μεταβολή

Σχέδιο: MALK

Κάποια ρομποτάκια
στην TV
καλλιεργούν αυταπάτες
σπέρνουν δεξιά κι αριστερά
ψεύτικα λόγια
για να ανθίσει η ηττοπάθεια
στην ψυχή του κόσμου
πως τίποτα δεν είναι δυνατόν
ν΄αλλάξει
κι έτσι να περνάει ο καιρός
να ζουν τ΄αφεντικά τους
και να βασιλεύουν
οι άνθρωποι του μόχθου
να ιδροκοπούν
και να μη χορταίνουν το ψωμί
ο πλούτος
να είναι προνόμιο των λίγων.
Όλα μπορούν ν΄αλλάξουν
φτάνει να το θελήσουν
οι πολλοί.

ΕΛΠΙΔΑ

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Τα όνειρα κρατιούνται από μια κλωστή

Τα γυμνά τοπία από τους ατμούς των

.

Οι πιο ευαίσθητες γραμμές συντρίβονται

.

Φρουρούν τα σώματα εχθροί

Κλείνουν σταυροί τις πεδιάδες

.

Και μόνο εσύ ελπίδα

Έχεις τις πόρτες διάπλατες

.

Με μια ματιά σου γεννιούνται καβαλλάρηδες

.

Φορείς τη λάμψη μιας γιορτής

.

Και μες στη χλόη της φωνής σου

Κατοικούν πουλιά

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΏΤΗΣ

Από τη συλλογή «Χειμερινό ηλιοστάσιο.»

View original post

Μιχάλης Ανθάς, Αρχίνισαν οι φωτοφόρες κόρες της Ανατολής

Alberto Magnelli, Ronde oceanique

ΑΡΧΙΝΙΣΑΝ οι φωτοφόρες κόρες της Ανατολής
να κουρελιάζονται γύρω μας.
Σαν στρείδια μένουν ακίνητες και περιμένουν
κάποιο αργό ξύπνημα.
Πέντε μολυβένια δάχτυλα ξεκουράζονται στο κράνος μου.
Νά ‘ναι του Θεού η συμφιλίωση, ή του στρατηγού η έγνοια;
Δεν ξέρω,
άν είμαι έτοιμος ν’ ακούσω μια θρηνωδία,
να προφτάσω ένα βρεχτό λάλημα,
πριν σωπάσει στο βρυχηθμό του λιονταριού.
Δεν ξέρω
άλλο απ’ την έχθρα της νίκης τ’ είναι δικό μου.
Κοιτάζω με τό ‘να μάτι τα σουφρωμένα φρύδια της μέρας.
Κείνα τα πέντε γίναν μύρια τόσα!…
Κι όταν όλα μαζί σπιρούνισαν τη φοράδα στην κοιλιά,
ούρλιαξε για τον ύμνο που ψάλλαμε γιαυτή.
Δεν ξέρω πότε χάθηκε:
Με το πουλάρι που γέννησε στα πόδια μας,
ή γιατί ξεπέζεψε το καύκαλό της η νύχτα, να συμμαχήσει με ποιόν;
Δεν ξέρω
άν έτσι θρέφεται η θέα των μαστόρων,
όταν εισελαύνουν τα λάσπινα παραπέτα
στο λάτρεμα του αγγυλωτού βράχου,
με τα ΕΛΟΒΙΑ της λευτεριάς ΤΟΥ τ’ αγριοπερίστερα.
Δεν ξέρω
αν το διάταγμα της ηθικής
συγγενεύει με το άνομο πέταγμα μιας ελπίδας
στο ΙΔΙΟ φωτοφόρο κατώφλι του νόμιμου θανάτου.
Δεν ξέρω, δεν ξέρω, δεν ξέρω!…

*Από τη συλλογή “Επί Γης Ειρήνη”, εκδόσεις “Δίπτυχο”, Αθήνα 1983.

ΕΡΕΙΠΙΑ

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Το κλειστό βιβλίο

Το λυπημένο βιολί

Ο ραγισμένος άγγελος που αγρυπνεί

.

Που είστε παιδικά μου χέρια

Με λησμονήσατε

Μα δεν μπορώ

Δεν έχω πια τα μάτια μου να κλάψω

.

Η βροχή αποκλείστηκε στον κήπο

Απ’ τα κλαδιά των δέντρων κρέμονται

Καρδιές

Μικρά φώτα

Ο ήχος μιας καμπάνας

Η προσευχή

.

Ακόμα καπνίζουν των ημερών τα ερείπια

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

Από την συλλογή « Φύλλα ύπνου»

View original post