Είναι πολλοί

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Είναι πολλοί που ουρλιάζουνε τις νύχτες

κι άψογοι, την ημέρα, περιφέρονται ανάμεσά μας,

πολλοί μ’ ένα αναμμένο σίδερο μες το μυαλό

κόκκινο σίδερο κάτω απ’ το δέρμα.

Είναι πολλά τ’ αδέρφια μου. Δεν είμαι μόνος.

.

Υποθήκη πατρική

Να το ξεγράψεις πια το σπίτι, να το σβήσεις

από τη μνήμη σου εντελώς είναι καιρός

να τ’ αγαπήσεις πια αυτά τα έπιπλα

που άλλοι πριν από σένα τα μεταχειρίστηκαν,

με τα σπασμένα πόδια, το σωρό τη σκόνη,

τις ξεχαρβαλωμένες σούστες τους,

να τ’ αγαπήσεις

σα να ‘τανε δικά σου από τα παιδικά σου χρόνια

είναι καιρός να συνηθίσεις τα χοντρά ποντίκια

που τριγυρίζουν στις γωνιές, να γίνεις φίλος

με τους ρουφιάνους και τους χαρτοκλέφτες, ν’ αγαπήσεις

σα να ‘ταν σπίτι σου το πανδοχείο αυτό

.

Να το ξεγράψεις πια. Είν’ επικίνδυνη

και μόνη η σκέψη του σπιτιού, η ανάμνηση-

πρέπει να ζήσεις, βέβαια, είσαι νέος.

ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

Από τη συλλογή «…

View original post 2 more words

Τι καρπό;

Δέσποινα Αυγουστινάκη's avatarPoetry and short stories - Despina Avgoustinaki

Άκου

το τρίξιμο εκείνο

το τριζάτο της ωρίμανσης

σαν μεγαλώνει ο ανθός

καρπός να γίνει.

Άκου

Κάθε ανθός

το δικό του τραγούδι.

Κι εσύ που βάλθηκες

να μάθεις στον ανθό

τραγούδι άλλο

αλλιώτικο απ’ αυτό

και ξένο ίσως στο ρυθμό
του

Σκέψου

αλήθεια τι καρπό

τ’ ανθάκι αυτό

σαν έρθει η ώρα

θε’ θα δώσει.

© Δέσποινα Αυγουστινάκη

View original post

Ναι

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Θεός να μας φυλάει- και τα παιδιά μας και τ’ αγγόνια μας-

Θεός να δίνει γνώση και στους άλλους. Είμαστε καλά, καλούτσικα,

πολλά δε γυρεύουμε- το φαγί μας, το σπιτάκι μας, και κάτι στην άκρη, για την κακιά την ώρα.-

.

Σα μας χτυπούν την πόρτα, δε ρωτούμε «δίκαιος ή άνομος»

δίνουμε σ’ όλους αυτούς που μπορούμε.

Τα παιδιά μας στο έθνος, τα κορίτσια μας στους όμοιούς μας.

Πουλάμε στο συνηθισμένο κέρδος, πάμε πάντα με το νόμο.

.

-Έτσι η γαλήνη στέκεται στο σπιτικό μας.

.

Λέμε πάντα ναι- και στη φωτιά και στο νερό

στο μυλωνά και στον ξωμάχο.

Ναι στον άγιο, ναι στο διάβολο.

.

Ναι κι όταν ναι δεν υπάρχει,

είν’ η φωτιά που πέφτει πια

και μας εξολοθρεύει.

ΠΑΝΟΣ ΘΑΣΙΤΗΣ

Από τη συλλογή «Ελεεινόν θέατρον»

View original post

e.e.cummings, Ποιήματα

1.
όταν ο θεός αποφάσισε να επινοήσει
τα πάντα πήρε μια
ανάσα μεγαλύτερη από τέντα τσίρκου
και τα πάντα ξεκίνησαν

όταν ο άνθρωπος αποφάσισε να
καταστρέψει τον εαυτό του ξεχώρισε
το ήταν του θα και βρίσκοντας μόνο το γιατί
το συνέτριψε στο επειδή μέσα

2.
Γεια σου είναι αυτό που λέει ένας καθρέφτης
είναι η παρθένος που λέει Ποιος
και (δίχως να ακουστεί κάποιος) απαντάει
με βιασύνη εγώ πρέπει εσύ να είμαι

ποτέ καμιά ηλιαχτίδα δεν λέει ψέματα

μπαμ είναι το νόημα του όπλου
είναι ο άνθρωπος που εννοεί Όχι
και (κάτι ναι βλέποντας) θα χαμογελάσει
με πόνο Εσύ έτσι κι έτσι

οι πραγματικοί πόλεμοι δεν κερδίζονται ποτέ.

3.
πλέ
όντας σε κάποιο
θα το πω λυκόφως

θα δεις

μια ίν ^
-τσα
ενός αν

&

ποιος
είναι
)
όσο προχωράει το όνειρο
Τόσο

γίνομαι παραπάνω
απ’ όσο φαντάζεσαι.

4.
σ’ αρέσει νομίζω «

μια φράουλα
χτυπάει κλείνοντας
αυτόν τον γαλανομάτη κόσμο (πάνω
στον οποίο υπάρχουν χειμερινά

χερούλια πόρτας

κολλημένα) βουτάει προς τα πάνω
κυνηγημένη από το κουνάμενο
ψιθυριστό της σώμα και
Σχεδόν

έτσι δεν είναι (αρπαγμένα στους

ουρανούς του μορφασμού) τα
λουλούδια μου» (ο ταπεινός
άνθρωπος πιο γέρος από το
φως του ήλιου με καράβια πιότερα

από όνειρα χέρια που

προσφέρουν νάρκισσους) είναι ξανά κάτω
μα ποιος ανυψώνεται
μέσα από
ένα απολύτως όμορφο τόξο

«το σπίτι μου στα ιόνια νησιά.

5.
σσσστ)
τα μεσημέρια
βγαίνουν έξω
όλα μαζί το σούρουπο
παρέα στέκονται κάτω από
ένα συγκεκριμένο δέντρο και όλα
μαζί ανασαίνουν φωτεινό σκοτάδι
όλα μαζί αργά

πολύ μαγικά χαμογελούν και αν

δεν είμαστε υπέροχα προσεκτικοί πισ
τέψτε με ανάμεσά τους θα κατηφορίσουμε εγώ
κι εσύ σ’ αυτούς τους ατομικά απεριόριστους
που μιλούν πολύ ήσυχα όλοι μαζί
θαυμάσιους πολίτες
της σιωπής.

*Από το βιβλίο “ε.ε. κάμμινγκς ποιήματα”, Εκδόσεις Ηριδανός, 2007. Εισαγωγή – επιλογή – μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Σπύρος Μεϊμάρης, Δύο ποιήματα

Η Ευχαρίστηση (Η Ποίηση)

Η ευχαρίστηση, την ανακάλυψα!
Μέσα από τη Μουσική.
Ήταν το πιο άμεσο όχημα.

Την αγάπησα.
Την ξέχασα.
Εκείνη όμως πάλι με έφτασε.

Η Μουσική,
Η ευχαρίστηση της Μουσικής
Είναι μεγάλο πράγμα.

Είχα ανάγκη φαίνεται από έκσταση.
Από εκστάσεις, ατελείωτες εκστάσεις.
Κι από χρώματα, σίγουρα από χρώματα!

Βυθίστηκα λοιπόν, αφέθηκα και πήγα.
Ήταν η γυναικεία φωνή που μιλούσε
Μέσα μου από παιδί.

Το βάθος της και οι συνειρμοί που
Εκείνη ασταμάτητα προκαλεί,
Καθώς εγώ τανύζω τη λύρα μου.

Ο χορός συνεχίζεται.
Είναι η ίδια η ψυχή μου που χορεύει.
Ο θρίαμβος της Χαράς.

***

Προσπαθώντας να Θυμηθώ

Προσπαθώ να θυμηθώ
Κάτι μες στον ήλιο,
Κάτι εδώ και πολύ καιρό.

Έρχεται στο νου μια εικόνα ασαφής,
Όμως λαμπερή, με προϋποθέσεις χαράς,
Σχεδόν θριαμβική.

Ανήκει σε άλλη εποχή,
Άλλη μουσική, άλλα χρώματα,
Άλλα συναισθήματα.

Ήμουν μήπως εγώ,
Η μορφή εκείνη που σεργιανούσε
Στους ηλιόλουστους δρόμους;

Τα φευγαλέα εκείνα συναισθήματα
Περνούσαν άραγε μόνο μέσα
Από τη δική μου καρδιά;

Οι φόβοι εκείνοι,
Ανήκαν άραγε μόνο
Σε μένα;

Ποιος είμαι εγώ;
Τότε και τώρα;

*Από τη συλλογή «Δηλώσεις της σιγαλιάς» Εκδόσεις Πολιτιστική Δράση – ΕΜΣΕ, Αθήνα 2011.

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Κάθε λέξη είναι η υπόσχεση πως δεν θα ξαναγράψω.
Κάθε χρώμα είναι η βεβαιότητα πως δεν έχω γεννηθεί.
Κάθε ήχος είναι η προτροπή να εγκαταλείψω τον κόσμο.
Κάθε γεύση είναι η αποστολή λουλουδιών σε μια άγνωστη διεύθυνση.
Κάθε σώμα είναι η επιστροφή σε μια οποιαδήποτε ιδέα.
Κάθε στιγμή είναι η επανάληψη των παραπάνω.
Κάθε στιγμή που πέρασε είναι η άρνηση όλων αυτών.
Κάθε στιγμή που έρχεται είναι η πιθανότητα όλα αυτά να συμβαίνουν σε κάποιον άλλο.

View original post

Peter Handke, Τραγούδι της παιδικής ηλικίας

Όταν το παιδί ήταν παιδί
περπατούσε κουνώντας τα χέρια του,
ήθελε το ρυάκι να είναι ποτάμι, το ποτάμι
να είναι χείμαρρος,
και η λακκούβα με νερό να είναι η θάλασσα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν ήξερε ότι ήταν παιδί,
όλα ήταν ένα μέρος της ψυχής,
και όλες οι ψυχές ήταν μία.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν είχε άποψη για τίποτα,
δεν είχε συνήθειες,
καθόταν συχνά σταυροπόδι,
το έσκαγε τρέχοντας,
είχε «κορυφή» στα μαλλιά,
και δεν έκανε γκριμάτσες όταν
φωτογραφιζόταν.

Σαν ήταν το παιδί παιδί,
Ήταν η ώρα των ερωτήσεων:
Γιατί είμαι εγώ και όχι εσύ;
Γιατί είμαι εγώ εδώ και όχι εκεί;

O χρόνος πότε άρχισε κι ο χώρος πού
τελειώνει;
Μήπως είναι όνειρο η ζωή κάτω απ’ τον ήλιο;
Μήπως αυτά που βλέπω, ακούω κι μυρίζω
δεν είναι παρά το είδωλο ενός κόσμου πριν
τον κόσμο;

Στ’ αλήθεια υπάρχει το κακό,
και άνθρωποι που είναι πραγματικά κακοί;
Πώς γίνεται εγώ, αυτό που είμαι εγώ,
να μην υπάρχω πριν να υπάρξω,
και κάποτε εγώ, αυτό που είμαι εγώ,
αυτό που ήμουν να μην είμαι πια;

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν του άρεσε το σπανάκι, τα μπιζέλια, το
ρυζόγαλο,
ούτε το κουνουπίδι στον ατμό,
αλλά τα τρώει όλα αυτά τώρα, και όχι μόνο
επειδή «πρέπει».

Όταν ήταν το παιδί παιδί,
ξύπνησε μιά φορά σ’ ένα ξένο κρεβάτι
και τώρα όλο έτσι γίνεται.
Πολλοί του φαίνονταν τότε όμορφοι
μα τώρα μόνο λίγοι, κατά τύχη.

Έβλεπε καθαρά έναν παράδεισο
και τώρα το πολύ να τον φαντάζεται.
Το Tίποτα τίποτα δεν του έλεγε
μα τώρα αναρριγάει μπροστά του.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
έπαιζε με ενθουσιασμό,
και, τώρα, έχει τον ίδιο ενθουσιασμό όπως
και τότε,
μόνο όταν πρόκειται για δουλειά.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
Ήταν αρκετό να φάει ένα μήλο, ψωμί,
Και έτσι είναι ακόμα και τώρα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
τα χέρια του ήταν γεμάτα μούρα,
όπως μόνο τα μούρα τα γέμιζαν
κι ακόμη και τώρα, έτσι κάνουν.
Φρέσκα καρύδια του «έγδερναν» τη γλώσσα
και ακόμη έτσι είναι.

Για κάθε βουνοκορφή,
είχε λαχτάρα για ένα ακόμη ψηλότερο βουνό,
και για κάθε πόλη,
είχε λαχτάρα για μια ακόμα μεγαλύτερη
πόλη, και εξακολουθεί να είναι έτσι.

Έφθανε για κεράσια στα ψηλότερα κλαδιά
των δέντρων
με ένα ενθουσιασμό που έχει ακόμη και
σήμερα,
ντρεπότανε τον κάθε ξένο κι ακόμα έτσι
νοιώθει,
περίμενε το πρώτο χιόνι, κι ακόμα έτσι περιμένει.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
έριξε ένα ραβδί σαν βέλος πάνω σ’ ένα
δέντρο σαν ακόντιο,
και πάλλεται εκεί ακόμη μέχρι σήμερα.

Για τούτο

Δέσποινα Αυγουστινάκη's avatarPoetry and short stories - Despina Avgoustinaki

Είναι
που κόλλησε η ματιά

στο
δάκτυλο

που
στρέψαμε στον άλλο

Τα
τρία δάκτυλα δεν είδαμε

Κείνα
που την ευθύνη

επι-στρέφουν σ’ εαυτόν

Είναι
για τούτο

που
είπαμε

«Για
όλα φταίει ο άλλος»

Για τούτο και

 απόμεινε μονάχος του

να κλαίει ο ουρανός

©
Δέσποινα Αυγουστινάκη

View original post

Ένα κομμάτι ύφασμα μόνο | Σταυρούλα Α. Γάτσου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

All-focus

Σχεδίασμα επάνω σε ένα φιλί

(ήταν ωραίο εκείνο το φιλί)

Ήταν ωραίο εκείνο το φιλί
Βραχώδεις αποστάσεις περιπετειώδεις, γυμνές
Φιλί. Βαθύ.
Θαρρείς η γλώσσα άγγιξε τον ομφαλό της γής.
Ωραίο φιλί.

Χωρίς υπόσχεση, αγωνία
Χωρίς προσμονή
Κι ας ήθελε να διαρκέσει πιο πολύ.

Να ’τανε κι άλλα
Να ’τανε χρόνος
Να ’τανε νύχτα
θάλασσα, ερημιά…

Ήταν ωραίο εκείνο το φιλί.
Που αδιάκοπα ρωτάει:
«Να σε φιλήσω πάλι;»

View original post 104 more words