Σπύρος Μεϊμάρης, Δύο ποιήματα

Η Ευχαρίστηση (Η Ποίηση)

Η ευχαρίστηση, την ανακάλυψα!
Μέσα από τη Μουσική.
Ήταν το πιο άμεσο όχημα.

Την αγάπησα.
Την ξέχασα.
Εκείνη όμως πάλι με έφτασε.

Η Μουσική,
Η ευχαρίστηση της Μουσικής
Είναι μεγάλο πράγμα.

Είχα ανάγκη φαίνεται από έκσταση.
Από εκστάσεις, ατελείωτες εκστάσεις.
Κι από χρώματα, σίγουρα από χρώματα!

Βυθίστηκα λοιπόν, αφέθηκα και πήγα.
Ήταν η γυναικεία φωνή που μιλούσε
Μέσα μου από παιδί.

Το βάθος της και οι συνειρμοί που
Εκείνη ασταμάτητα προκαλεί,
Καθώς εγώ τανύζω τη λύρα μου.

Ο χορός συνεχίζεται.
Είναι η ίδια η ψυχή μου που χορεύει.
Ο θρίαμβος της Χαράς.

***

Προσπαθώντας να Θυμηθώ

Προσπαθώ να θυμηθώ
Κάτι μες στον ήλιο,
Κάτι εδώ και πολύ καιρό.

Έρχεται στο νου μια εικόνα ασαφής,
Όμως λαμπερή, με προϋποθέσεις χαράς,
Σχεδόν θριαμβική.

Ανήκει σε άλλη εποχή,
Άλλη μουσική, άλλα χρώματα,
Άλλα συναισθήματα.

Ήμουν μήπως εγώ,
Η μορφή εκείνη που σεργιανούσε
Στους ηλιόλουστους δρόμους;

Τα φευγαλέα εκείνα συναισθήματα
Περνούσαν άραγε μόνο μέσα
Από τη δική μου καρδιά;

Οι φόβοι εκείνοι,
Ανήκαν άραγε μόνο
Σε μένα;

Ποιος είμαι εγώ;
Τότε και τώρα;

*Από τη συλλογή «Δηλώσεις της σιγαλιάς» Εκδόσεις Πολιτιστική Δράση – ΕΜΣΕ, Αθήνα 2011.

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Κάθε λέξη είναι η υπόσχεση πως δεν θα ξαναγράψω.
Κάθε χρώμα είναι η βεβαιότητα πως δεν έχω γεννηθεί.
Κάθε ήχος είναι η προτροπή να εγκαταλείψω τον κόσμο.
Κάθε γεύση είναι η αποστολή λουλουδιών σε μια άγνωστη διεύθυνση.
Κάθε σώμα είναι η επιστροφή σε μια οποιαδήποτε ιδέα.
Κάθε στιγμή είναι η επανάληψη των παραπάνω.
Κάθε στιγμή που πέρασε είναι η άρνηση όλων αυτών.
Κάθε στιγμή που έρχεται είναι η πιθανότητα όλα αυτά να συμβαίνουν σε κάποιον άλλο.

View original post

Peter Handke, Τραγούδι της παιδικής ηλικίας

Όταν το παιδί ήταν παιδί
περπατούσε κουνώντας τα χέρια του,
ήθελε το ρυάκι να είναι ποτάμι, το ποτάμι
να είναι χείμαρρος,
και η λακκούβα με νερό να είναι η θάλασσα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν ήξερε ότι ήταν παιδί,
όλα ήταν ένα μέρος της ψυχής,
και όλες οι ψυχές ήταν μία.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν είχε άποψη για τίποτα,
δεν είχε συνήθειες,
καθόταν συχνά σταυροπόδι,
το έσκαγε τρέχοντας,
είχε «κορυφή» στα μαλλιά,
και δεν έκανε γκριμάτσες όταν
φωτογραφιζόταν.

Σαν ήταν το παιδί παιδί,
Ήταν η ώρα των ερωτήσεων:
Γιατί είμαι εγώ και όχι εσύ;
Γιατί είμαι εγώ εδώ και όχι εκεί;

O χρόνος πότε άρχισε κι ο χώρος πού
τελειώνει;
Μήπως είναι όνειρο η ζωή κάτω απ’ τον ήλιο;
Μήπως αυτά που βλέπω, ακούω κι μυρίζω
δεν είναι παρά το είδωλο ενός κόσμου πριν
τον κόσμο;

Στ’ αλήθεια υπάρχει το κακό,
και άνθρωποι που είναι πραγματικά κακοί;
Πώς γίνεται εγώ, αυτό που είμαι εγώ,
να μην υπάρχω πριν να υπάρξω,
και κάποτε εγώ, αυτό που είμαι εγώ,
αυτό που ήμουν να μην είμαι πια;

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν του άρεσε το σπανάκι, τα μπιζέλια, το
ρυζόγαλο,
ούτε το κουνουπίδι στον ατμό,
αλλά τα τρώει όλα αυτά τώρα, και όχι μόνο
επειδή «πρέπει».

Όταν ήταν το παιδί παιδί,
ξύπνησε μιά φορά σ’ ένα ξένο κρεβάτι
και τώρα όλο έτσι γίνεται.
Πολλοί του φαίνονταν τότε όμορφοι
μα τώρα μόνο λίγοι, κατά τύχη.

Έβλεπε καθαρά έναν παράδεισο
και τώρα το πολύ να τον φαντάζεται.
Το Tίποτα τίποτα δεν του έλεγε
μα τώρα αναρριγάει μπροστά του.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
έπαιζε με ενθουσιασμό,
και, τώρα, έχει τον ίδιο ενθουσιασμό όπως
και τότε,
μόνο όταν πρόκειται για δουλειά.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
Ήταν αρκετό να φάει ένα μήλο, ψωμί,
Και έτσι είναι ακόμα και τώρα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
τα χέρια του ήταν γεμάτα μούρα,
όπως μόνο τα μούρα τα γέμιζαν
κι ακόμη και τώρα, έτσι κάνουν.
Φρέσκα καρύδια του «έγδερναν» τη γλώσσα
και ακόμη έτσι είναι.

Για κάθε βουνοκορφή,
είχε λαχτάρα για ένα ακόμη ψηλότερο βουνό,
και για κάθε πόλη,
είχε λαχτάρα για μια ακόμα μεγαλύτερη
πόλη, και εξακολουθεί να είναι έτσι.

Έφθανε για κεράσια στα ψηλότερα κλαδιά
των δέντρων
με ένα ενθουσιασμό που έχει ακόμη και
σήμερα,
ντρεπότανε τον κάθε ξένο κι ακόμα έτσι
νοιώθει,
περίμενε το πρώτο χιόνι, κι ακόμα έτσι περιμένει.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
έριξε ένα ραβδί σαν βέλος πάνω σ’ ένα
δέντρο σαν ακόντιο,
και πάλλεται εκεί ακόμη μέχρι σήμερα.

Για τούτο

Δέσποινα Αυγουστινάκη's avatarPoetry and short stories - Despina Avgoustinaki

Είναι
που κόλλησε η ματιά

στο
δάκτυλο

που
στρέψαμε στον άλλο

Τα
τρία δάκτυλα δεν είδαμε

Κείνα
που την ευθύνη

επι-στρέφουν σ’ εαυτόν

Είναι
για τούτο

που
είπαμε

«Για
όλα φταίει ο άλλος»

Για τούτο και

 απόμεινε μονάχος του

να κλαίει ο ουρανός

©
Δέσποινα Αυγουστινάκη

View original post

Ένα κομμάτι ύφασμα μόνο | Σταυρούλα Α. Γάτσου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

All-focus

Σχεδίασμα επάνω σε ένα φιλί

(ήταν ωραίο εκείνο το φιλί)

Ήταν ωραίο εκείνο το φιλί
Βραχώδεις αποστάσεις περιπετειώδεις, γυμνές
Φιλί. Βαθύ.
Θαρρείς η γλώσσα άγγιξε τον ομφαλό της γής.
Ωραίο φιλί.

Χωρίς υπόσχεση, αγωνία
Χωρίς προσμονή
Κι ας ήθελε να διαρκέσει πιο πολύ.

Να ’τανε κι άλλα
Να ’τανε χρόνος
Να ’τανε νύχτα
θάλασσα, ερημιά…

Ήταν ωραίο εκείνο το φιλί.
Που αδιάκοπα ρωτάει:
«Να σε φιλήσω πάλι;»

View original post 104 more words

φαράσι

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Λες
καλοκαίρι
στη σταγόνα που αφρίζει τη θάλασσα
κι η σπηλιά της
το γαλάζιο σαλάχι
στο μετάξι τον έρωτα έπινε,
εκστρατείες μυρμηγκιών
λιποτάκτες σε εξέλιξη που γεννούσαν στα πόδια της
τα ζώα του πάθους για όσες ώρες τη μέτραγα
πίσω μου
γλίστραγε η μάνα μου
– δόντια προσώπου που μού τρωγαν το κεφάλι –
ήλιε
που είσαι λέξη
μα εγώ ψάχνω μια σκιά από χώμα
αδερφέ μου
που με τον θάνατό τους μάκρυνες
στο υγρό ασήμι του Ωρίωνα
στα στερεότυπα για το Α του Κενταύρου
στην Ελευσίνα
σκιές
που σκαιωδώς κολυμπούσατε
στης Καλντέρας το κατάμαυρο χιόνι
αγάπη μου
που αλήτεψες στην μηχανιστική σου δροσιά και στα ανάλεκτα
λες
κι ήσουν αυτόματο
ή κώδικας
ή μια φέτα ναυτίλου αποσχισμένη
τα πανιά σου σαν άνοιξες
πώς τυλίχθηκα σε μια νύχτα που έχυνα φως
λες
καλοκαίρι και πάλι
λες
χρόνε που υποδύεσαι τα σάρωθρα
μην είσαι απλά ένα φαράσι;

ΚΛ – 17/08/2019

photo:

View original post 28 more words

Richard M. Berlin, Απολογία

Σ’ ένα ύψωμα μιας βόρειας ακτής
απαγγέλω τα ποιήματά μου

στον Πατέρα Πωλ και στον Γουίλιαμ1.
Ένα θαλασσοπούλι κόβει ταχύτητα
πετώντας πάνω από μια στεριά

γεμάτη με μαύρους γρανιτένιους βράχους
σαν τα δόντια του πεθαμένου.
Τα ’χω χαμένα σ’ αυτήν τη χειμωνιάτικη θάλασσα,
τα κόκαλά μου πονάνε στην παγωνιά

όλων των πεθαμένων και ετοιμοθάνατων.

Έχω αντέξει τον προηγούμενο πνιγηρό χρόνο:
τους πλαστικούς σωλήνες του Γουίλιαμ2
να κυματίζουν σαν φύκια, τον ηλεκτρισμό
να καίει τα πόδια του Πατέρα Πωλ3,

το λεπτό χαμόγελό του και το σαν αδράχτι
χέρι του να τρέμει στην προσφορά
μιας σοκολάτας με χρυσαφένιο περιτύλιγμα.

O μακρινός πατέρας μου ταξιδεύει κάπου εδώ,

κι αυτός, πεθαίνοντας πάντα

στο Piscataway του New Jersey.

Ο Γουίλιαμ ζωγραφίζει τώρα σε μια πιο ζεστή ακτή
πιστεύοντας ότι θεραπεύτηκε.

Ο Πατέρας Πωλ θα πεθάνει στον ύπνο του,

και εγώ θα κλάψω με την ενοχή του επιβιώσαντος,
απολογούμενος που έκλεψα τον πόνο τους

για να φτιάξω τα ποιήματά μου,

ντροπιασμένος που ακόμα συνεχίζω να επιζώ

σαν το ναύτη που χτυπιέται για να πιαστεί

από τα συντρίμμια ενός ναυαγίου

καθώς καταπίνει τον ωκεανό

μαζί με τα δάκρυά του,

η σειρήνα μιας σημαδούρας

που θρηνεί κάπου μακριά
είναι ο μόνος ήχος που ακούει.

*Από το βιβλίο “Ακούσιος εραστής του θανάτου”. Επιμέλεια-Μετάφραση- Επίμετρο: Μίλτος Αρβανιτάκης. Θεσσαλονίκη 2008.

1.To ποίημα: ‘‘Απολογία’’ βρίσκεται στην πρώτη συλλογή του ποιητή: ‘’Πώς ο J.F.K. σκότωσε τον πατέρα μου’’ και ακολουθεί στα περιεχόμενα της συλλογής το ποίημα: ‘‘Δύο πορτραίτα του AIDS, 1. Πατέρας Paul, 2. William’’. Σο ποίημα έχει δημοσιευτεί μεταφρασμένο στην αγγλόφωνη βραβευθείσα συλλογή το 2016, ‘‘Εργαστήριο ανατομικής’’, πρώτη έκδοση ΕΝΕΚΕΝ, 2015, επανέκδοση, 2016.
2.Στο ποίημα ‘‘Δύο πορτραίτα του AIDS, 1. Πατέρας Paul, 2.William’’, δύο νοσούντες από AIDS ασθενείς αντιμετωπίζουν την ανίατη νόσο με την ψυχολογική βοήθεια του θεράποντος ψυχιάτρου τους που είναι και ο ποιητής των ποιημάτων. Αμέσως μετά ακολουθεί το ποίημα με τίτλο: ‘‘Απολογία’’ περιγράφονται τα ενοχικά συναισθήματα τού γιατρού τους σχετικά με τους ασθενείς του που βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο της ανίατης νόσου επειδή θεωρεί ότι εκμεταλλεύτηκε τον πόνο τους συναισθηματικά για να δημιουργήσει τα ποιήματά του.
2.Ιατρικοί σωλήνες που συνδέουν ορούς ή ιατρικά μηχανήματα με το σώμα του ασθενούς.
3.Η αίσθηση του καψίματος σαν ‘‘χτύπημα’’ από ηλεκτρισμό που νιώθει ο Πατέρας Πωλ, οφείλεται στην περιφερική νευροπάθεια λόγω της προσβολής των αισθητικών περιφερικών νεύρων του από τον ιό του AIDS.

Άκανθος, Σχέδιο για ένα τρομαγμένο πρόσωπο

Οι δικοί μου θάνατοι
δεν σκέπτονται την απώλεια
και δεν κάνουν πίσω.
Μια δοκιμή στον Άδη των ανθρώπων
τα τοπία που είδαμε στη μακριά πορεία
κοιτώντας μας – μέσα στους άλλους –
μας έδειξε
να φτιάχνουμε τα αίτια,
το ίδιο το υλικό,
τόπους τόπους βαλμένο.
Το άγνωστο μετά με τα αναπάντητα
τα αν αγνώριστα,
ένα σημειο στον αέρα μόνο,
ούτε γραμμές ούτε επίπεδα
στη μέση της νύχτας.

*Από τη συλλογή “Η πάλη των πράξεων”, εκδ. Provocateur 2017.

**Το σχέδιο της ανάρτησης είναι επίσης του Άκανθου και περιλαμβάνεται στο βιβλίο.