φαράσι

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Λες
καλοκαίρι
στη σταγόνα που αφρίζει τη θάλασσα
κι η σπηλιά της
το γαλάζιο σαλάχι
στο μετάξι τον έρωτα έπινε,
εκστρατείες μυρμηγκιών
λιποτάκτες σε εξέλιξη που γεννούσαν στα πόδια της
τα ζώα του πάθους για όσες ώρες τη μέτραγα
πίσω μου
γλίστραγε η μάνα μου
– δόντια προσώπου που μού τρωγαν το κεφάλι –
ήλιε
που είσαι λέξη
μα εγώ ψάχνω μια σκιά από χώμα
αδερφέ μου
που με τον θάνατό τους μάκρυνες
στο υγρό ασήμι του Ωρίωνα
στα στερεότυπα για το Α του Κενταύρου
στην Ελευσίνα
σκιές
που σκαιωδώς κολυμπούσατε
στης Καλντέρας το κατάμαυρο χιόνι
αγάπη μου
που αλήτεψες στην μηχανιστική σου δροσιά και στα ανάλεκτα
λες
κι ήσουν αυτόματο
ή κώδικας
ή μια φέτα ναυτίλου αποσχισμένη
τα πανιά σου σαν άνοιξες
πώς τυλίχθηκα σε μια νύχτα που έχυνα φως
λες
καλοκαίρι και πάλι
λες
χρόνε που υποδύεσαι τα σάρωθρα
μην είσαι απλά ένα φαράσι;

ΚΛ – 17/08/2019

photo:

View original post 28 more words

Richard M. Berlin, Απολογία

Σ’ ένα ύψωμα μιας βόρειας ακτής
απαγγέλω τα ποιήματά μου

στον Πατέρα Πωλ και στον Γουίλιαμ1.
Ένα θαλασσοπούλι κόβει ταχύτητα
πετώντας πάνω από μια στεριά

γεμάτη με μαύρους γρανιτένιους βράχους
σαν τα δόντια του πεθαμένου.
Τα ’χω χαμένα σ’ αυτήν τη χειμωνιάτικη θάλασσα,
τα κόκαλά μου πονάνε στην παγωνιά

όλων των πεθαμένων και ετοιμοθάνατων.

Έχω αντέξει τον προηγούμενο πνιγηρό χρόνο:
τους πλαστικούς σωλήνες του Γουίλιαμ2
να κυματίζουν σαν φύκια, τον ηλεκτρισμό
να καίει τα πόδια του Πατέρα Πωλ3,

το λεπτό χαμόγελό του και το σαν αδράχτι
χέρι του να τρέμει στην προσφορά
μιας σοκολάτας με χρυσαφένιο περιτύλιγμα.

O μακρινός πατέρας μου ταξιδεύει κάπου εδώ,

κι αυτός, πεθαίνοντας πάντα

στο Piscataway του New Jersey.

Ο Γουίλιαμ ζωγραφίζει τώρα σε μια πιο ζεστή ακτή
πιστεύοντας ότι θεραπεύτηκε.

Ο Πατέρας Πωλ θα πεθάνει στον ύπνο του,

και εγώ θα κλάψω με την ενοχή του επιβιώσαντος,
απολογούμενος που έκλεψα τον πόνο τους

για να φτιάξω τα ποιήματά μου,

ντροπιασμένος που ακόμα συνεχίζω να επιζώ

σαν το ναύτη που χτυπιέται για να πιαστεί

από τα συντρίμμια ενός ναυαγίου

καθώς καταπίνει τον ωκεανό

μαζί με τα δάκρυά του,

η σειρήνα μιας σημαδούρας

που θρηνεί κάπου μακριά
είναι ο μόνος ήχος που ακούει.

*Από το βιβλίο “Ακούσιος εραστής του θανάτου”. Επιμέλεια-Μετάφραση- Επίμετρο: Μίλτος Αρβανιτάκης. Θεσσαλονίκη 2008.

1.To ποίημα: ‘‘Απολογία’’ βρίσκεται στην πρώτη συλλογή του ποιητή: ‘’Πώς ο J.F.K. σκότωσε τον πατέρα μου’’ και ακολουθεί στα περιεχόμενα της συλλογής το ποίημα: ‘‘Δύο πορτραίτα του AIDS, 1. Πατέρας Paul, 2. William’’. Σο ποίημα έχει δημοσιευτεί μεταφρασμένο στην αγγλόφωνη βραβευθείσα συλλογή το 2016, ‘‘Εργαστήριο ανατομικής’’, πρώτη έκδοση ΕΝΕΚΕΝ, 2015, επανέκδοση, 2016.
2.Στο ποίημα ‘‘Δύο πορτραίτα του AIDS, 1. Πατέρας Paul, 2.William’’, δύο νοσούντες από AIDS ασθενείς αντιμετωπίζουν την ανίατη νόσο με την ψυχολογική βοήθεια του θεράποντος ψυχιάτρου τους που είναι και ο ποιητής των ποιημάτων. Αμέσως μετά ακολουθεί το ποίημα με τίτλο: ‘‘Απολογία’’ περιγράφονται τα ενοχικά συναισθήματα τού γιατρού τους σχετικά με τους ασθενείς του που βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο της ανίατης νόσου επειδή θεωρεί ότι εκμεταλλεύτηκε τον πόνο τους συναισθηματικά για να δημιουργήσει τα ποιήματά του.
2.Ιατρικοί σωλήνες που συνδέουν ορούς ή ιατρικά μηχανήματα με το σώμα του ασθενούς.
3.Η αίσθηση του καψίματος σαν ‘‘χτύπημα’’ από ηλεκτρισμό που νιώθει ο Πατέρας Πωλ, οφείλεται στην περιφερική νευροπάθεια λόγω της προσβολής των αισθητικών περιφερικών νεύρων του από τον ιό του AIDS.

Άκανθος, Σχέδιο για ένα τρομαγμένο πρόσωπο

Οι δικοί μου θάνατοι
δεν σκέπτονται την απώλεια
και δεν κάνουν πίσω.
Μια δοκιμή στον Άδη των ανθρώπων
τα τοπία που είδαμε στη μακριά πορεία
κοιτώντας μας – μέσα στους άλλους –
μας έδειξε
να φτιάχνουμε τα αίτια,
το ίδιο το υλικό,
τόπους τόπους βαλμένο.
Το άγνωστο μετά με τα αναπάντητα
τα αν αγνώριστα,
ένα σημειο στον αέρα μόνο,
ούτε γραμμές ούτε επίπεδα
στη μέση της νύχτας.

*Από τη συλλογή “Η πάλη των πράξεων”, εκδ. Provocateur 2017.

**Το σχέδιο της ανάρτησης είναι επίσης του Άκανθου και περιλαμβάνεται στο βιβλίο.

ΕΑΝ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Εσείς που ήσυχοι ζείτε

στο ζεστό σας σπίτι

και το βράδυ γυρνώντας θα βρείτε

φαγητό και πρόσωπα φίλων.

Σκεφτείτε εάν αυτό είναι ο άντρας

Αυτός

Που δουλεύει στη λάσπη

που δεν ησυχάζει ποτέ

που παλεύει για λίγο ψωμί

που πεθαίνει για ένα ναι ή ένα όχι.

Σκεφτείτε εάν αυτό είναι η γυναίκα

Αυτή

Που έχασε

Τ’ όνομά της, τα μαλλιά της

τη δύναμη να θυμάται

κρύο το στήθος άδεια τα μάτια

Σαν βάτραχος το χειμώνα.

Σκεφτείτε ότι έχει συμβεί

τις λέξεις αυτές σας ορίζω

γράψτε τις στην καρδιά σας

στο σπίτι, στο δρόμο

πριν κοιμηθείτε όταν ξυπνάτε

επαναλάβετέ τις στα παιδιά σας.

– Ή

– Το σπίτι σας να ερημώσει

– η αρρώστια να σας καταβάλει

– οι γιοί σας να σας απαρνηθούν.

Primo Levi

«εάν αυτό είναι ο άνθρωπος.»

View original post

Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Σπίτι στην παραλία της Ελένης

Στραμμένο στο φως
Και όμως. Με κλειστές πόρτες – παράθυρα.

Κάποτε μισανοίγουν τα παντζούρια
Και δυό χέρια γυναίκας τινάζουν μιά πετσέτα γκριζόλευκη
Σημαία των μυστικών που είχε πάντοτε τούτο το σπίτι
Βαρύ, πατώντας γενναία στη θάλασσα
Χρόνους πολλούς με πέτρινες σιωπές χτισμένο
Με ίσκιους στη μάντρα ολόγυρα
Με σβησμένα φανάρια στην πρόσοψη
Γεμάτο ώς πάνω -τα κάδρα, οι λύπες, τα έπιπλα-
Κι έντελώς άδειο
Ελαφρά υδροχρώματα νά τό κατοικούν
Πιο πολύ κι απ’ των νέων ενοίκων τώρα τα ξένα τα βήματα
Που από κάμαρη σε κάμαρη άργά, ηχούν
Προδοσία.

*Από τη συλλογή “Το ψηφιδωτό της νύχτας”, εκδ. ύψιλον/βιβλία, Οκτώβρης 2018.

Richard M. Berlin, Τι θυμάται ένας ψυχίατρος

Θυμάμαι τo σφυροκόπημα της βροχής
στην πράσινη αλουμινένια στέγη 1,
το φως που ’μπαινε απ’ έξω
ν’ αλλάζει χρώμα ανάλογα με τις ώρες των ραντεβού.

Θυμάμαι τ’ αρώματα και τον αγχωμένο ιδρώτα,
εκείνων που προτιμούσαν
τη μεγάλη δερμάτινη πολυθρόνα
κι εκείνων που κρύβονταν στην άκρη του καναπέ.

Θυμάμαι μαλλιά που αραίωναν,
πρόσωπα που πάχαιναν και άλλα που αδυνάτιζαν
σαν το σωρό του χιονιού που λιώνει στον ήλιο.

Θυμάμαι άδειους άνδρες
που καταβρόχθιζαν τις λέξεις μου
και άλλους που ήταν
πολύ σίγουροι για τον εαυτό τους.

Θυμάμαι χαμένες στη λήθη οικογένειες
που θα μπορούσα να τις περιγράψω
σαν να κοίταζα μια παλιά φωτογραφία,

πώς οι άνθρωποι εξασκούνταν
στις νέες φράσεις
όπως οι ηθοποιοί σε μια ξένη πόλη 2.

Ακόμα θυμάμαι, γυναίκες και άνδρες που καίγονταν
και άλλους που πάγωναν,
όλοι τους χρειάζονταν την παρηγοριά μου.

Θυμάμαι τα λόγια ενός άνδρα που με μαστίγωσαν
σαν τη ζώνη του πατέρα μου,
όταν ξέχασα μια συνεδρία μαζί του.

Τη μικρή μου αμνησία για τους εορτάζοντες,
που τους πλήγωνε πάρα πολύ
όταν αυτό συνέβαινε.

Θυμάμαι να κάθομαι σαν τους ασθενείς μου
όταν έληγε ο χρόνος, ολόκληρες ζωές
να χωράνε σε μια συνεδρία 50 λεπτών,

πως στις αμήχανες στιγμές μου έγερνα
πολύ πίσω στην κουνιστή μου πολυθρόνα
με το φόβο της πτώσης μου.

Σημειώσεις
1. Η στέγη του ιατρείου του ψυχιάτρου είναι κατασκευασμένη από πράσινο αλουμίνιο και η ακουστική της είναι σαν την ακουστική ενός τυμπάνου κατασκευασμένου από δέρμα ή συνθετικό υλικό. Άρα η βροχή όταν σφυροκοπάει τη στέγη πολλαπλασιάζεται ηχητικά εξαιτίας του υλικού της στέγης και επηρεάζει τα γεγονότα που εξελίσσονται στο γραφείο του ψυχιάτρου. Έτσι και δημιουργείται και η ανάλογη διάθεση στον ψυχίατρο-ποιητή να γράψει το ανάλογο ποίημα σε σχέση με το περιστατικό που αντιμετωπίζει. (προσωπική επικοινωνία).

2.Η παρομοίωση των ασθενών με τους ηθοποιούς ενός θιάσου που παίζουν για πρώτη φορά ένα νέο έργο, σ’ ένα άγνωστο τους θέατρο, σ’ ένα άγνωστό τους κοινό, σε μια άγνωστή τους πόλη, πού ακόμα και τις πρόβες του νέου έργου τις κάνουν στο άγνωστό τους θέατρο, αποκτά ιδιαίτερη συμβολική σημασία επειδή το ίδιο αμήχανο συναίσθημα με τους ηθοποιούς το νιώθουν και οι νέοι ασθενείς του ψυχιάτρου όταν αρχίζουν να του διηγούνται τις ιστορίες τους.

*Από το βιβλίο “Ακούσιος εραστής του θανάτου”, επιμέλεια – μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης, Θεσσαλονίκη 2018.

Neo_Hellene Poets an Anthology of Modern Greek Poetry 1750-2018

vequinox's avatarManolis

Poem by Vasilis Faitas//Ποίημα Βασίλη Φαϊτά

ΣΤΟ ΚΑΦΕ «ΕΝΤΡΟΠΙΑ»

Έξω απ’ το παράθυρό μου εκεί

στη φευγαλέα ζωή των προαστίων

κάποτε ένα παιδί έσωσε τον κόσμο

γύρισε την πλάτη του στο κενό

δείχνοντας το αστραπιαίο πέρασμα του μυστικού.

Στο καφέ «Εντροπία» συγκομιδή ψυχών

οι θαμώνες αφουγκράζονται ανήσυχοι κάτι αμετάκλητο

ένας μεταλλαγμένος άνεμος εισβάλλει στις αισθήσεις

διασπά το χρόνο σε μοναχικά συμβάντα

τις λέξεις σε τρομαγμένα πουλιά.

Ρέω σε θάλασσες σωσίες υδάτινους λαβύρινθους

κάθε άνοιξη είναι ένα αβέβαιο κρυπτόγραμμα

πού πάει όλη αυτή η θύελλα που με γέννησε

πού μεταναστεύει.

Αυτό που πέρασε αστράφτει απρόσιτο

ό,τι έρχεται ζει εδώ

ανάμεσα σε μας και τους παγετώνες.

CAFÉ ENTROPY

Just outside my window

in the fleeting life of the burbs

a boy saved the world once

turned his back to the void showing

the momentary passing of the secret

gathering of souls at the Café Entropy

listening to something unchangeable

mutated wind attacks…

View original post 72 more words

θα ήμουν τυφλός αν όλοι το ξέραν

ένα έτσι's avatarένα έτσι

mat

Τα μάτια προσπαθούν να χωρέσουν τα σφραγισμένα σώματά μας. Μεγαλώνουν και πρήζονται κι αλληθωρίζουνε και συντρίβονται στο πρώτο, τυχαίο, νεκρό τοπίο και προσεύχονται να τον χωρέσουν ολάκερο τον κόσμο, να μην μείνει κάτι, οτιδήποτε, που τα χείλη θα αναγκαστούν να ψελλίσουν και τα χέρια ν’ αγγίξουν κι η φωτιά ανάμεσα στα σκέλια να κατασπαράξει. Έτσι κοιταζόμαστε και κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε τι είναι αυτό που ο καθένας μας αντικρίζει στα μάτια του άλλου ή στα μάτια τα δικά του, στο φως ή στο σκοτάδι, στο πόνο ή στην χαρά. Στην ζωή ή στον θάνατο.

View original post

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Αυτό που με πληγώνει
είναι πως όλη αυτή η αγάπη
δεν έχει καμία σημασία
αν θα αγαπηθεί
και πως πια
δεν με ενδιαφέρει.

Το μίσος δεν θα σώσει την παρτίδα.
Παίζει για τη φάση.
Και γαμώ, δηλαδή.

View original post