Francis Picabia, Ένα απόσπασμα

Έκανα ένα ταξίδι με το ωραιότερο καράβι που φτιάχτηκε ποτέ· παράξενη ιδιαιτερότητα, επιβάτες και πλήρωμα αυτού του υπερωκεάνιου ήταν έφιπποι!

Ο καπετάνιος, άξιος αναβάτης, ίππευε ένα καθαρόαιμο κούρσας, φορούσε ένα κυνηγετικό κοστούμι και σάλπιζε με ένα κυνηγετικό κόρνο τις μανούβρες του πλοίου· όσο για μένα που απεχθανόμουν την ιππασία είχα καταφέρει να περνάω της ημέρες μου στον ξύλινο ίππο της αίθουσας γυμναστικής. Αποβιβαστήκαμε σε μια Νέα Γη όπου τα άλογα ήταν άγνωστο είδος· οι ιθαγενείς νόμισαν πως οι έφιπποι επιβάτες που επέβαιναν στο πλοίο μας ήταν δικέφαλα ζώα, και, τρομοκρατημένοι, δεν τολμούσαν να πλησιάσουν· μονάχα εγώ, που φάνταζα όμοιος με αυτά τα πρωτόγονα πλάσματα, πιάστηκα αιχμάλωτός τους. Τις γραμμές που θα ακολουθήσουν τις έγραψα στη φυλακή όπου με έκλεισαν. Η φυλακή αυτή ήταν ένα νησί παντελώς έρημο στη διάρκεια της ημέρας, τη νύχτα όμως, οι κάτοικοι μιας μεγάλης ηπειρωτικής πόλης όπου ο γάμος και οι ελεύθερες σχέσεις απαγορεύονταν εξίσου, έδιναν ραντεβού για να κάνουν έρωτα, κι έτσι μπόρεσα να φέρω από την εξορία μου την πιο υπέροχη συλλογή από γυναικεία χτενάκια που υπάρχει στον κόσμο, φτιαγμένα από το πιο ευτελές σελιλόιντ μέχρι την πιο διάφανη ταρταρούγα, καλυμμένη από πολύτιμους λίθους. Δώρισα τη συλλογή αυτή σε κάποιο θείο μου, διακεκριμένο ειδήμονα των κοχυλιών, στο σπίτι του οποίου η συλλογή αυτή είναι παράρτημα μιας βιτρίνας με ινδικά κοχύλια.

*Από το βιβλίο Francis Picabia, “Ιησούς Χριστός Ραστακουέρος”, μτφρ. Ε. Γραμματικοπούλου, εκδ. “Οκτάνα”.

Αντρέι Βοζνεσένσκι (1932-2010), Χτυπούν μια γυναίκα

Χτυπούν μια γυναίκα, ασπρίζει τ’ ασπράδι
στο κλειστό και ζεστό αυτοκίνητο
και τα πόδια χτυπούν στο ταβάνι
σαν άσπροι προβολείς σ’ αυτοκίνητο.
Χτυπούν μια γυναίκα, μια σκλάβα χτυπούνε
που είναι στα δάκρυα λουσμένη.
Τα χέρια την κλειδαριά τραβούνε
και να,
στην άσφαλτο πεσμένη!
Και τρίξανε φρενάροντας τα φρένα.
Και τρέξαν και την τράβηξαν μ’ οργή.
Και τη σέρνανε στα χόρτα τα πεσμένα
και το πρόσωπο σερνότανε στη γη…
Ένα κάθαρμα χτυπούσε στα τυφλά
παίζοντας τον Τσάιλντ Κάρολ, επιδεικτικά.
Και το λεπτό παπούτσι του σκληρά
μπήχτηκε στα τρεμάμενα πλευρά.
Ω! του κατακτητή άγρια έκσταση,
χωριάτικη λεπτότητα, χυδαία,
στης οδού Κουπάβνα τη διασταύρωση
άγρια χτυπούνε μια γυναίκα.
Χτυπούν μια γυναίκα. Αιώνες χτυπούν,
χτυπούνε τη νιότη, καθώς την καμπάνα
της γαμήλιας χτυπούν τελετής,
χτυπουν μια γυναίκα.
Στον σβέρκο καίει μια σόμπα
κι είναι τα χτυπήματα ζεστά.
Ύπουλη ζωή -ώ! σώπα-
μια γυναίκα χτυπούν παντοτινά.
Μα είναι η λάμψη της πανώρια,
είναι ανδρεία και θεϊκιά.
Θρησκεία δεν υπάρχει,
οιωνός – κανένας,
Υπάρχει μόνο
Γυναίκα!…
…Σα μια λίμνη αυτή απλωνόταν
και στεκόντουσαν τα μάτια σα νερό
και σε κανένα δεν ανήκε όπως κειτόταν
σα δρόμος είτε άστρο μοναχό.
Και χτυπούσανε στον ουρανό τ’ αστέρια
σαν τη βροχή πάνω σε γυαλί ζοφό
και κυλώντας
της παγώναν
το μέτωπό της το ζεστό.
(1960)

*Μετάφραση: Γιώργος Μολέσκης. Περιλαμβάνεται στο ανθολόγιο του ίδιου “Ρώσικη Ποίηση του 20ού αιώνα”, εκδ. Βακχικόν, 2018, σσ. 250.

Benjamin Peret, Η Καταισχύνη των Ποιητών

Ο Benjamin Peret (1899-1959) από το 1922 μέχρι και τον θάνατό του παρέμεινε ένας αμετανόητος πρόμαχος της σουρρεαλιστικής περιπέτειας, αλλά και (ήδη από το 1927) του αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση, διατηρώντας πάντοτε δεσμούς με τον επαναστατικό σοσιαλισμό, για μια περίοδο (1936-1948) και ως μέλος της Αριστερής Αντιπολίτευσης και της 4ης Διεθνούς. Το κείμενο που αναδημοσιεύουμε παρακάτω αποτελεί μια εξαιρετικά διεισδυτική πολεμική για εκείνους που διαπραγματεύονται τις λογοτεχνικές τους «αρετές» στην αγορά των κυρίαρχων αξιών, αυτών των απατηλών ήλιων που κατασιγάζουν το αγριεμένο μάτι μέσα στον ορίζοντα της καταπίεσης. Για τον Peret, και γι’ αυτό παρέμεινε ως το τέλος ανυπότακτος, το αφετηριακό αίτημα δεν έπαψε ποτέ να είναι η επαναστατικοποίηση της υποκειμενικότητας, μέσα από την ποίηση που κατακτά την αυτοτέλειά της ακριβώς γιατί εναντιώνεται στην ανελεύθερη πραγματικότητα, ή, παρεμβάλλοντας κάποιες αποστροφές του Herbert Marcuse, ακριβώς γιατί «μιλά την γλώσσα μιας ριζικά διαφορετικής εμπειρίας» και «επικαλείται εικόνες και ανάγκες απελευθέρωσης, που φθάνουν ως τα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης», αρθρώνοντας «την εμπειρία όχι μόνο μιας επί μέρους τάξης, αλλά όλων των καταπιεσμένων».

Ο Μανόλης Λαμπρίδης μετέφρασε αυτό το κείμενο και το δημοσίευσε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Κριτική» (7/8) το 1960, για να ανατυπωθεί αργότερα στο «Πεζοδρόμιο» (12) από την «Διεθνή Βιβλιοθήκη». Είναι ίσως περιττό να τονίσουμε την σημασία της πολεμικής του Peret σε μια κοινωνία, όπως η ελληνική, της οποίας η πολιτισμική παραγωγή έχει εμποτιστεί βαθιά από το έργο των «ποιητών του Αιγαίου» και των υμνωδών του σταλινισμού, τη στιγμή μάλιστα που ο σουρρεαλισμός δεν έπαψε ποτέ να εκλαμβάνεται ως ένα ακόμα «στυλ» ανάμεσα στα άλλα, ακίνδυνο, αποσπασμένο από οποιαδήποτε συλλογική δραστηριότητα, και κυρίως στερημένο από τον ίδιο τον «ένθετο διαλεκτικό πυρήνα» (W.Benjamin) της συνειδητά εξασκούμενης ονειρικής παραφοράς. Με αυτήν την έννοια, οφείλουμε κάτι παραπάνω από την δυνατότητα μιας απολαυστικής ανάγνωσης στον Μανόλη Λαμπρίδη που, κόντρα στο ρεύμα της τρέχουσας φιλολογίας, μετέφρασε την «Καταισχύνη των Ποιητών», στην γλώσσα που τόσο συχνά στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκε για να εξαρθεί ο ελληνικός θεός και η ελληνική πατρίδα, οι εγχώριες, δηλαδή, φαντασμαγορικές επισφραγίσεις της νίκης των εχθρών της ποίησης.

Β.Ι.

Αν αναζητήσει κανείς την πρωταρχική σημασία της ποίησης που σήμερα είναι κρυμμένη κάτω από χίλια δυο γυαλιστερά ψευτοστολίδια της κοινωνίας θα διαπιστώσει ότι είναι η αληθινή πνοή του ανθρώπου, η πηγή κάθε γνώσης, και αυτή η ίδια η γνώση με την πιο άσπιλη όψη της. Σ’ αυτήν συμπυκνώνεται όλη η πνευματική ζωή της ανθρωπότητας από τότε που άρχισε να παίρνει συνείδηση για τη φύση της.

Μέσα σ’ αυτήν σπαρταρούν τώρα οι υψηλότερες δημιουργίες της και, γη ανεξάντλητα γόνιμη, φυλάει μέσα της παντοτεινά τους ακατέργαστους κρυστάλλους και τη συγκομιδή του Αύριο. Θεότητα προστατευτική με χίλια πρόσωπα, την ονομάζουν εδώ αγάπη, εκεί ελευθερία, αλλού επιστήμη. Παραμένει παντοδύναμη, κοχλάζει μέσα στο παραμύθι του Εσκιμώου, ξεσπάει μέσα στο ερωτικό γράμμα, μυδροβολεί το εκτελεστικό απόσπασμα που τουφεκίζει τον εργάτη που αφήνει μια τελευταία πνοή για την κοινωνική επανάσταση, δηλαδή για ελευθερία, σπινθηρίζει μέσα στην ανακάλυψη του σοφού, λιποθυμάει, αναιμική ως και στα πιο ηλίθια κατασκευάσματα που παίρνουν τ’ όνομά της, και η ανάμνησή της εγκώμιο που θα μπορούσε να είναι επιτάφιο εισδύει ακόμα και μέσα στα μουμιοποιημένα λόγια του πάστορα, του δολοφόνου της, που τον ακούει ο πιστός γυρεύοντάς την, τυφλός και κουφός, στον τάφο του δόγματος, όπου δεν είναι πια παρά μονάχα απατηλή σκόνη.

Οι αναρίθμητοι δυσφημιστές της, αληθινοί και ψεύτικοι παπάδες, πιο υποκριτές απ’ τους λειτουργούς όλων των εκκλησιών, ψευδομάρτυρες όλων των εποχών, την κατηγορούν πως είναι μέσο απόδρασης, φυγής μπροστά στην πραγματικότητα, σάμπως να μην ήταν η ίδια η πραγματικότητα, η ουσία της και η έξαρσή της. Αλλά, ανίκανοι να συλλάβουν την πραγματικότητα στο σύνολό της και στις πολύπλοκες σχέσεις της, θέλουν να βλέπουν μονάχα την πιο πρόχειρη και την πιο ελεεινή της όψη.

Παρατηρούν μονάχα τη μοιχεία χωρίς ποτέ να νιώθουν τον έρωτα, το βομβαρδιστικό αεροπλάνο χωρίς να φέρνουν στον νου τους τον Ίκαρο, το περιπετειώδες μυθιστόρημα χωρίς να καταλαβαίνουν την διηνεκή ποιητική λαχτάρα, τη στοιχειώδη και βαθιά, την οποία, μάταια, φιλοδοξεί να ικανοποιήσει. Καταφρονούν το όνειρο για χάρη της πραγματικότητά τους, σάμπως το όνειρο να μην ήταν μια απ’ τις όψεις της και μάλιστα η πιο συνταραχτική, εξαίρουν τη δράση σε βάρος του στοχασμού, σα να μην ήταν η πρώτη χωρίς το δεύτερο ένα sport, τόσο ασήμαντο όσο και κάθε sport.

Άλλοτε αντιτάσσανε το πνεύμα στην ύλη, στον άνθρωπο το θεό τους. Σήμερα υπερασπίζονται την ύλη εναντίον του πνεύματος. Στην πραγματικότητα, δίνουν αξία στην λογική σε βάρος της ενόρασης, ξεχνώντας από πού αναβλύζει αυτή η λογική.

Οι εχθροί της ποίησης, σ’ όλες τις εποχές, είχανε την σκοτούρα πώς να την υποτάξουν στους άμεσους σκοπούς τους, να την συνθλίψουν κάτω από το θεό τους, ή τώρα, να την αλυσοδέσουν στην υπηρεσία της νέας θεότητας, μαύρης ή «κόκκινης» – κοκκινόμαυρης από ξεραμένο αίμα πολύ πιο αιματοβαμμένης από την παλιά. Γι’ αυτούς η ζωή και ο πολιτισμός συνοψίζονται σε χρήσιμο και σε άχρηστο, κι εξυπονοείται ότι αυτό το χρήσιμο παίρνει τη μορφή μιας τσάπας, που χρησιμοποιείται προς όφελός τους. Γι’ αυτούς, η ποίηση δεν είναι παρά η πολυτέλεια του πλούσιου, αριστοκράτη ή τραπεζίτη, κι αν θέλει να είναι «ωφέλιμη» στη μάζα, οφείλει να υποταχθεί στην μοίρα των «εφηρμοσμένων», των «διακοσμητικών», των «οικοκυρικών» κλπ. τεχνών. Από ένστικτο νιώθουν ωστόσο ότι η ποίηση είναι το «Β Φθ ΤΜ» του Αρχιμήδη, και φοβούνται μήπως, αν σαλέψει, ο κόσμος τους έρθει πίσω κατακέφαλα. Γι’ αυτό, και ο ζήλος τους να την βεβηλώνουν, να της αρνούνται κάθε αποτελεσματική ενέργεια, κάθε αξία έξαρσης, για να της δώσουν τον υπερβολικά παρηγορητικό ρόλο μιας αδελφής του Ελέους.

Όμως ο ποιητής δεν είναι για να υποθάλπει στον άλλον μια φαντασιώδη ελπίδα, επίγεια ή επουράνια, ούτε να αφοπλίζει τα πνεύματα, εμφυσώντας τους απεριόριστη εμπιστοσύνη σ’ έναν πατέρα ή έναν αρχηγό, που κάθε κριτική εναντίον του θα ήταν ιεροσυλία. Εντελώς το αντίθετο: ο ποιητής είναι εκείνος που προφέρει πάντα τα βέβηλα λόγια και τις αιώνιες βλασφημίες. Ο ποιητής πρέπει πριν απ’ όλα να συνειδητοποιήσει τη φύση του και τη θέση του μέσα στον κόσμο. Εφευρέτης, για τον οποίον η ανακάλυψή του είναι μόνο το μέσο για να πετύχει μια καινούργια ανακάλυψη, πρέπει να πολεμάει χωρίς σταματημό τους καταλυτές θεούς που πέφτουν με λύσσα πάνω στον άνθρωπο για να τον κρατούν υπόδουλο στους δυνατούς της κοινωνίας και στη θεότητα, που αλληλοσυμπληρώνονται. Θα είναι λοιπόν επαναστάτης, μα όχι απ’ αυτούς που πολεμούν το σημερινό τύραννο, τον αποτρόπαιο στα μάτια τους γιατί βλάφτει τα συμφέροντά τους, για να εγκωμιάσουν την εξοχότητα του αυριανού καταπιεστή, που από τώρα κιόλας του είναι υπηρέτες. Όχι! Ο ποιητής αγωνίζεται εναντίον κάθε καταπίεσης: του ανθρώπου από άνθρωπο πρώτα πρώτα και της καταπίεσης της σκέψης του από τα θρησκευτικά, φιλοσοφικά ή κοινωνικά δόγματα. Μάχεται για να αποκτήσει ο άνθρωπος συνείδηση για τον εαυτό του και για το σύμπαν, που ολοένα να γίνεται και πιο τέλεια. Απ’ αυτό δεν βγαίνει πως θέλει να βάλει την ποίηση στην υπηρεσία μιας πολιτικής δράσης, έστω κι επαναστατικής.

Αλλά η ιδιότητά του ως ποιητή τον κάνει επαναστάτη που πρέπει να μάχεται σ’ όλα τα πεδία. Στην περιοχή της ποίησης με τα μέσα που προσιδιάζουν σ’ αυτήν, και στην περιοχή της κοινωνικής δράσης, χωρίς ποτέ να συγχέει τα δυο πεδία δράσης, αλλιώς ξαναφέρνει τη σύγχυση που πάει να διαλύσει, και συνεπώς παύει να είναι ποιητής, δηλαδή επαναστάτης.

Οι πόλεμοι όπως αυτός που υφιστάμεθα, γίνονται μόνο και μόνο προς όφελος ενός συνασπισμού όλων των οπισθοδρομικών δυνάμεων, και σημαίνουν κοντά στ’ άλλα, σταμάτημα της εκπολιτιστικής ανάτασης που καταστρέφεται απ’ αυτές τις οπισθοδρομικές δυνάμεις, που τις απειλούσε ο πολιτισμός. Αυτό είναι τόσο φανερό, που δε χρειάζεται να επιμείνομε. Μοιραία συνέπεια αυτής της προσωρινής ήττας του πολιτισμού είναι ένας θρίαμβος του αντιδραστικού πνεύματος, και πρώτα πρώτα του θρησκευτικού σκοταδισμού, αναγκαίου επιστεγάσματος κάθε αντίδρασης. Θα χρειαζόταν να ανατρέξουμε πολύ μακριά στην ιστορία για να βρούμε μιαν άλλη εποχή, όπου η επίκληση του Θεού, του Παντοδυνάμου, της Θείας Πρόνοιας κλπ. να είναι τόσο συχνή από τους αρχηγούς κρατών ή για τα προνόμιά τους. Ο Τσόρτσιλ δεν εκφωνεί σχεδόν κανένα λόγο χωρίς να εξασφαλίσει την προστασία του θεού, το ίδιο κάνει κι ο Ρούσβελτ, ο Ντε Γκολ τάσσεται υπό την αιγίδα του Σταυρού της Λορραίνης, ο Χίτλερ επικαλείται κάθε μέρα τη θεία πρόνοια και οι κάθε λογής μητροπολίτες ευχαριστούν, από το πρωί ως το βράδυ, τον Κύριο για τη σταλινική αγαθοεργία. Χωρίς να είναι από μέρους τους μια ασυνήθιστη εκδήλωση, η στάση τους δίνει το χρίσμα σε μια γενική αντιδραστική κίνηση, ενώ ταυτόχρονα δείχνει τον πανικό τους. Κατά τον προηγούμενο πόλεμο, οι κληρικοί της Γαλλίας διακήρυσσαν επίσημα ότι ο θεός δεν ήταν Γερμανός, ενώ απ’ την άλλη όχθη του Ρήνου, οι όμοιοί τους διεκδικούσαν γι’ αυτόν την γερμανική ιθαγένεια, και ποτέ οι εκκλησίες της Γαλλίας π.χ. δεν είδανε τόσους πιστούς όσο από την αρχή των σημερινών εχθροπραξιών.

Από πού προέρχεται αυτή η αναγέννηση του φιντεϊσμού; Πρώτα πρώτα από την απελπισία που γεννάει ο πόλεμος και η γενική αθλιότητα · ο άνθρωπος δε βλέπει καμιά διέξοδο πάνω στη γη στη φοβερή του κατάσταση, ή δεν τη βλέπει ακόμα, και ζητάει σ’ έναν φανταστικόν ουρανό παρηγοριά για τα υλικά του δεινά, που ο πόλεμος τα έκαμε πιο βαριά σε ανήκουστες διαστάσεις. Ωστόσο, κατά την ασταθή εποχή την λεγόμενη Ειρήνη, οι υλικές συνθήκες της ανθρωπότητας, που προκάλεσαν την παρηγορητική θρησκευτική αυταπάτη, υπήρχαν, αν και με λιγότερη οξύτητα, και ζητούσαν επιτακτικά να ικανοποιηθούν. Η κοινωνία βρισκόταν μπροστά στην αργή διάλυση του θρησκευτικού μύθου χωρίς τίποτε να μπορεί να τον αντικαταστήσει παρά μόνο πολιτικές ζαχαρίνες: πατρίδα ή αρχηγός.

Μερικοί, μπροστά σε τούτα τα υποκατάστατα που εξυπηρετούν τον πόλεμο και τους όρους της ανάπτυξής του τά ‘χουν χαμένα, χωρίς ελπίδα σωτηρίας άλλη από την επιστροφή στην καθαρή και απλή θρησκευτική πίστη. Άλλοι, κρίνοντάς τα ανεπαρκή και άχρηστα, ζήτησαν ή να τ’ αντικαταστήσουν με νέα μυθικά παράγωγα ή να ξαναζωντανέψουν τους παλιούς μύθους. Εξού η γενική αποθέωση μέσα στον κόσμο, αφ’ ενός του χριστιανισμού της πατρίδας και του αρχηγού αφ’ ετέρου. Όμως η πατρίδα και ο αρχηγός, όπως και η θρησκεία της οποίας είναι μαζί κι αδέλφια κι ανταγωνιστές, δεν έχουν πια σήμερα άλλο μέσο να επιβάλλονται πάνω στα πνεύματα από τον καταναγκασμό. Ο σημερινός τους θρίαμβος, καρπός μιας στρουθοκαμηλικής αντίδρασης, μακριά απ’ το να σημαίνει τη φανταχτερή αναγέννησή τους προμηνύει το επικείμενο τέλος τους.

Αυτή η νεκρανάσταση του θεού, της πατρίδας και του αρχηγού υπήρξε το αποτέλεσμα της αφάνταστης σύγχυσης των πνευμάτων που τη γέννησε ο πόλεμος και τη συντήρησαν όσοι είχαν συμφέροντα απ’ αυτόν. Έτσι, η πνευματική ζύμωση που γεννιέται απ’ αυτήν την κατάσταση, στο βαθμό που εγκαταλείπεται κανείς στο ρεύμα, παραμένει ολοκληρωτικά οπισθοδρομική κάτω από την επίδραση ενός αρνητικού παράγοντα. Τα προϊόντα της παραμένουν αντιδραστικά, είτε είναι «ποίηση» προπαγάνδας φασιστικής ή αντιφασιστικής, είτε θρησκευτικής έξαρσης. Αφροδισιακά για γέρους, δίνουν ένα πρόσκαιρο σφρίγος στην κοινωνία, για να σωριαστεί μόνον ευκολότερα κεραυνωμένη. Αυτοί οι «ποιητές» δεν έχουν τίποτα το κοινό με τη δημιουργική σκέψη των Επαναστατών του Έτους ΙΙ (1) ή της Ρωσίας του 1917 π.χ. ή των μυστικών ή των αιρετικών του Μεσαίωνα, γιατί ο προορισμός τους είναι να προκαλούν μια πλασματική έξαρση στη μάζα, ενώ εκείνοι οι επαναστάτες και οι μυστικοί ήταν προϊόν μιας αληθινής και βαθιάς συλλογικής έξαρσης που τα λόγια τους τη διερμήνευαν. Εκφράζανε, λοιπόν τη σκέψη και την ελπίδα ενός ολόκληρου λαού, διαποτισμένου από τον ίδιο μύθο ή εμψυχωμένου από την ίδια ορμή, ενώ η «ποίηση» προπαγάνδας πάει να δώσει λίγη ζωή σ’ ένα μύθο, που ψυχορραγεί.

Πολιτικά τροπάρια, έχουν την ίδια δύναμη ν’ αφιονίζουν, όπως και τα πρότυπά τους τα θρησκευτικά, που τη συντηρητική τους λειτουργία έχουν κατ’ ευθείαν κληρονομήσει, γιατί αν η μυθική, η μετέπειτα μυστική, ποίηση δημιουργεί τη θεότητα, τα τροπάρια εκμεταλλεύονται αυτήν την ίδια τη θεότητα. Παρόμοια και ο επαναστάτης του Έτους ΙΙ και του 1917 δημιουργούσε τη νέα κοινωνία, ενώ ο σημερινός πατριώτης και ο σταλινικός επωφελούνται απ’ αυτήν. Παραβάλλοντας τους επαναστάτες του Έτους ΙΙ και του 1917 με τους μυστικούς του Μεσαίωνα δε σημαίνει καθόλου πως τους βάζομε στο ίδιο επίπεδο, όμως προσπαθώντας να κατεβάσουν στη γη τον φανταστικό παράδεισο της θρησκείας οι πρώτοι, μας αποκαλύπτουν ψυχολογικές εξελίξεις ανάλογες με κείνες που ανακαλύπτομε στους δεύτερους. Ακόμα πρέπει να κάνομε διάκριση ανάμεσα στους μυστικούς που τείνουν παρά τη θέλησή τους στην εδραίωση του μύθου και προπαρασκευάζουν άθελά τους τους όρους που οδηγούν στο να καταλήξει θρησκευτικό δόγμα και στους αιρετικούς που ο πνευματικός και κοινωνικός τους ρόλος είναι πάντα επαναστατικός, γιατί γυρίζουν και ξανασυζητούν τις αρχές, πάνω στις οποίες στηρίζεται ο μύθος για να μουμιοποιηθεί μέσα στο δόγμα. Πράγματι, αν οι ορθόδοξος μυστικιστής (μα μπορούμε να μιλάμε για ορθόδοξο μυστικιστή;) διερμηνεύει κάποια σχετική υποταγή στα παραδεδομένα, ο αιρετικός, αντί γι’ αυτό εκφράζει πάντα μιαν αντίθεση προς την κοινωνία όπου ζει.

Μόνο οι κληρικοί βλέπουν τα πράγματα με το ίδιο μάτι με τους σημερινούς αμύντορες της πατρίδας και του αρχηγού, γιατί έχουν τον ίδιο παρασιτικό ρόλο ως προς το μύθο. Μου φτάνει για παράδειγμα για τα παραπάνω ένας μικρός τόμος που εκδόθηκε τελευταία στο Rio-de-Janeiro: Η τιμή των Ποιητών (Honneur des poθtes), που περιέχει μια επιλογή από ποιήματα δημοσιευμένα παράνομα στο Παρίσι κατά τη ναζιστική κατοχή. Ούτ’ ένα απ’ αυτά τα ποιήματα δεν ξεπερνάει τη λυρική στάθμη της διαφήμισης φαρμάκων και δεν είναι τυχαίο το ότι αυτοί που τα έγραψαν νόμισαν χρέος τους, στη μεγάλη τους πλειονότητα, να ξαναγυρίσουν στην κλασσική ρίμα και στον κλασσικόν αλεξανδρινό στίχο. Η μορφή και το περιεχόμενο βρίσκονται αναγκαστικά σε στενότατη σχέση μεταξύ τους, επιδρώντας μέσα σ’ αυτούς τους «στίχους» το ένα πάνω στο άλλο, σ’ ένα φρενιασμένο αγώνα δρόμου προς τη χειρότερη αντίδραση. Έχει πράγματι σημασία το ότι τα πιο πολλά απ’ αυτά τα κείμενα συνενώνουν σφιχτά το χριστιανισμό και τον εθνικισμό, λες και ήθελαν ν’ αποδείξουν ότι δόγμα θρησκευτικό και δόγμα εθνικιστικό έχουν κοινή προέλευση και ταυτόσημη κοινωνική λειτουργία. Και ο τίτλος ακόμα της συλλογής, Honneur des poθtes, από την άποψη του περιεχομένου του, παίρνει ένα νόημα ξένο προς κάθε ποίηση. Τελικά η τιμή αυτών των «ποιητών» συνίσταται στο ότι έπαψαν να είναι ποιητές για να γίνουν διαφημιστές.

Στον Loys Masson το μείγμα θρησκεία-εθνικισμός περιέχει σε μεγαλύτερη αναλογία φιντεϊσμό και σε μικρότερη πατριωτισμό. Στην πραγματικότητα περιορίζεται να κεντάει πάνω στον κατηχισμό:

Χριστέ μου, κάμε να αντλήσει η προσευχή μου

δύναμη από τις βαθιές τις ρίζες.

Κάμε με άξιο του φωτός αυτού της γυναικός μου στο

πλευρό μου

Να πάω χωρίς να τρέμω προς το λαό τούτον των

αλυσίδων

που ως η Μαρία με την κόμη του τον λούζει.

Ξέρω πως πίσω από τους λόφους προχωρεί το πλατύ

σου βήμα.

Ακούω τον Ιωσήφ τον από Αριμαθείας να συνθλίβει τα

λιπόθυμα στάχια πάνω στον Τάφο.

Και το κλήμα να ψάλλει ανάμεσα στους τσακισμένους

βραχίονες του ληστή του εσταυρωμένου.

Σε βλέπω: ως άγγιξε την ιτιά και την κληματαριά

κάθησε η άνοιξη στ’ αγκάθια του στεφάνου.

Φεγγοβολούν:

Ας σκιρτήσομε από λύτρωση, ας σκιρτήσομε

ταξιδιώτες.

Ω! Ας περάσουν από μέσα μας κι ας μας κάνουνε

στάχτη

αν είν’ αυτός ο δρόμος τους προς τα δεσμά

Η δόση είναι σχεδόν ίσα και ίσα στον Pierre Emmanuel:

Ω Γαλλία, άραφε χιτώνα της Πίστεως,

που την ερύπαναν πόδια λιποταχτών και οι εμπτυσμοί.

Ω χιτώνα γλυκιάς ανάσας που την ξεσκίζει

η τρυφερή φωνή σκληρά των υβριστών

Ω χιτώνα από το αγνότερο λινάρι της Ελπίδας

Εσύ ‘σαι πάντα το μοναδικό ρούχο εκείνων

που ξέρουν τι αξίζει νά ‘σαι γυμνός ενώπιον του Θεού…

Συνηθισμένος στα «αμήν» και στα λιβανίσματα του Στάλιν, ο Aragon, δεν τα κατάφερε μολαταύτα τόσο καλά όσο οι προηγούμενοι να συνταιριάσει το Θεό και την πατρίδα. Ξαναβρίσκει τον πρώτο, αν μπορώ να το πω έτσι, «ξυστά» και κείνο που πετυχαίνει είναι ένα κείμενο που κάνει να κιτρινίζει από τη ζήλεια το συγγραφέα της γαλλικής ραδιοφωνικής κοινοτοπίας: «Έπιπλα με τη μάρκα Λεβιτάν μ’ εγγύηση ποτέ δεν σπαν».

Είν’ ο καιρός για τη μεγάλη αγωνία

Όταν ευαγγελίζεται στο Vaucouleurs η Ιωάννα

Ω! Κόψτε κομματάκια τη Γαλλία

Η μέρα μ’ ένα τέτοιο φως ωχρό χυμένο

Ο βασιλιάς των θλίψεών μου παραμένω.

Όμως, ο Paul Eluard, ο μόνος που υπήρξε ποιητής απ’ όλους αυτούς που έχει μέσα η ανθολογία, είναι εκείνος στον οποίο οφείλομε το πιο ολοκληρωμένο πολιτικό τροπάριο:

Στο λιχούδικο το τρυφερό σκυλί μου

Στα σηκωτά του αυτιά

Στ’ αδέξιο πόδι του

Γράφω τ’ όνομά σου.

Στον τσίγκο της πόρτας μου

Στου σπιτιού μου τ’ αντικείμενα

Στο κύμα της ευλογημένης φωτιάς

Γράφω τ’ όνομά σου…

Εδώ, παρεμπιπτόντως, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η μορφή τροπαρίου ταιριάζει στα πιο πολλά απ’ αυτά τα ποιήματα, χωρίς άλλο εξαιτίας της ιδέας της ποίησης και της θρηνωδίας, με την οποία συνάπτεται, και της διάστροφης ροπής προς την ηδονή του πόνου, που η χριστιανική υμνολογία προσπαθεί να εμβάλλει στον άνθρωπο, για να γίνει άξιος της βασιλείας των ουρανών. Ακόμα και ο Aragon και ο Eluard άλλοτε άθεοι, θεωρούν υποχρεωμένον τον εαυτό τους, ο ένας να επικαλείται στα έργα του τους «αγίους και τους προφήτες», τον «τάφο του Λαζάρου», κι ο άλλος να προσφεύγει στην υμνογραφία, χωρίς άλλο για να συμμορφωθεί προς το περιβόητο σύνθημα: «οι κληρικοί μαζί μας».

Στην πραγματικότητα όλοι οι ποιητές αυτού του βιβλίου ξεκινούν χωρίς να τ’ ομολογούν ούτε και στον εαυτό τους, από μιαν εσφαλμένη ιδέα του Guillaume Apollinaire, που την κάνουν ακόμα χειρότερη. Ο Apollinaire ήθελε να θεωρεί τον πόλεμο σαν ένα θέμα ποιητικό. Όμως, αν ο πόλεμος, ως μάχη και απαλλαγμένος από κάθε πνεύμα εθνικισμού, μπορεί, έστω, να παραμένει θέμα ποιητικό, δεν είναι το ίδιο και για ένα εθνικιστικό σύνθημα, ακόμα και αν το έθνος, όπως η Γαλλία, είναι κάτω από την άγρια καταπίεση των ναζί. Το διώξιμο του καταπιεστή και η προπαγάνδα μ’ αυτό το νόημα ανήκουν στη δικαιοδοσία της πολιτικής, κοινωνικής και στρατιωτικής δράσης, σύμφωνα με το αν αντιμετωπίζει κανείς αυτό το διώξιμο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Εν πάση περιπτώσει, η ποίηση δεν έχει άλλο τρόπο να παρέμβει στη διαμάχη παρά μονάχα με τη δράση που προσιδιάζει σ’ αυτήν, με την ίδια τη δική της πολιτισμική σημασία. Αφήνει τους ποιητές να λάβουν μέρος ως επαναστάτες στην εκμηδένιση του ναζί εχθρού, με επαναστατικές μεθόδους, χωρίς ποτέ να ξεχνούν ότι αυτή η τυραννία ανταποκρινόταν στην ευχή, φανερή ή κρυφή, όλων των εχθρών πρώτα πρώτα των δικών μας, έπειτα των ξένων της ποίησης, θεωρούμενης ως καθολικής απελευθέρωσης του ανθρώπινου πνεύματος, γιατί, για να παραφράσομε τον Marx, η ποίηση δεν έχει πατρίδα, αφού είναι όλων των καιρών και όλων των τόπων.

Θα είχαμε πολλά να πούμε ακόμα για την ελευθερία, που τόσο την επικαλούνται σ’ αυτές τις σελίδες. Πρώτα πρώτα, για ποια ελευθερία πρόκειται; Για την ελευθερία για λίγους να καταπιέζουν το σύνολο των ανθρώπων, ή για την ελευθερία αυτών των ανθρώπων να συνετίσουν τους λίγους προνομιούχους; Την ελευθερία για τους πιστούς να επιβάλλουν το θεό τους και την ηθική τους πάνω σ’ ολάκερη την κοινωνία, ή για την ελευθερία γι’ αυτήν την κοινωνία να απορρίψει το θεό, τη φιλοσοφία του και την ηθική του; η ελευθερία είναι σα μια «αέρινη επίκληση» έλεγε ο Andrι Breton, και για να εκπληρώσει το ρόλο της αυτή η «αέρινη επίκληση» πρέπει πρώτα πρώτα να πετάξει όλα τα μιάσματα του παρελθόντος, που μολύνουν αυτό το βιβλίο. Όσο τα κακά πνεύματα της θρησκείας και της πατρίδας θα αλωνίζουν μέσα στο χώρο της κοινωνίας και του πνεύματος, οποιαδήποτε μεταμφίεση κι αν έχουν δανειστεί, καμιά ελευθερία δε θα είναι νοητή. Πρέπει πρώτα πρώτα να διωχτούν, για να ‘ρθει η ελευθερία. Αυτό είναι όρος θεμελιώδης. Κάθε «ποίημα» που εξαίρει μια «ελευθερία» θεληματικά απροσδιόριστη, και αν ακόμα δεν είναι στολισμένη με θρησκευτικά ή εθνικιστικά γνωρίσματα, πρώτα, παύει να είναι ποίημα, και ύστερα, γίνεται εμπόδιο στην καθολική απελευθέρωση του ανθρώπου, γιατί τον παραπλανά, δείχνοντάς του μια «ελευθερία» που καλύπτει καινούργιες αλυσίδες. Αντίθετα, από κάθε αυθεντικό ποίημα βγαίνει μια πνοή ακέραιας και δρώσας ελευθερίας, κι αν ακόμα δε γίνεται επίκληση αυτής της ελευθερίας με την πολιτική ή κοινωνική μορφή της, και, γι’ αυτό, συμβάλλει στην πραγματική απελευθέρωση του ανθρώπου.

Μεξικό, Φεβρουάριος 1945

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα γαλλικά στο περιοδικό “Socialisme ou Barbarie” No 29, Δεκέμβριος 1959-Φεβρουάριος 1960. Αποδόθηκε από τον Μανόλη Λαμπρίδη και δημοσιεύτηκε στα ελληνικά αρχικά στο περιοδικό “Κριτική¨ της Θεσσαλονίκης, τόμ. 2, τχ. 7-8 (Ιανουάριος-Απρίλιος 1960), σ. 33-39. Ανατυπώθηκε μετέπειτα στο περιοδικό “Πεζοδρόμιο” τχ 12, Απρίλιος 1983, από όπου και το πήραμε.

Μάνια Μεζίτη, Τρία ποιήματα

Συνάντησα τον ποιητή
ω του θαύματος
ήταν καλός πατέρας
άλλαζε ο κόσμος
ερήμην μου

*

Μη μας πιστεύετε
αντιστρόφως ανάλογη
η έπαρση της έμπνευσης
δεν θέλει και πολύ να ξεφύγεις
Σήμερα κάποιος βγήκε
στον δρόμο γυμνός
χωρίς να είναι βασιλιάς

*

Ξέρω τι είναι ποίηση
η ποίηση είναι στόμα
μιλάει εναντίον ή σχετικά
εκ μέρους των ανθρώπων
ή του εαυτού της
Στην ερώτηση
‘ασχολείστε με την Τέχνη’
περνάει μια γροθιά
ένα πράμα οριστικό
αλλά δεν τα καταφέρνω
απλώς ενημερώνω για το πένθος”

*Από τη συλλογή “Στόμα”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2021.

Οι γυναίκες, οι λέξεις, η θάλασσα

Λουκάς Αξελός: “Το σθένος των λέξεων” Εκδόσεις Στοχαστής, 2021, σελ. 82

Γράφει ο Φίλιππος Φιλίππου*

Πολυγραφότατος, ο Λουκάς Αξελός, με σπουδές στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ, έχει ασχοληθεί με την ποίηση (πρώτη συλλογή Περιπέτεια ή επιστροφή, 1981), το δοκίμιο (πρώτο βιβλίο το Γ. Σκληρός, Σταθμοί και όρια στη διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης στην Ελλάδα (1981) την ανθολόγηση και επιμέλεια βιβλίων του Δημήτρη Γληνού, του Σεραφείμ Μάξιμου, του Γ. Σκληρού, του Αντόνιο Γκράμσι, των Σ. Μπωντλέρ-Π. Βερλαίν, εκδότης του οίκου Στοχαστής (1969) και του περιοδικού Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου Έρευνας και Κριτικής (1980), έχει επίσης ασχοληθεί με την κριτική και έχει δημοσιεύσει μελέτες και άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες.

Στην πέμπτη ποιητική του συλλογή Το σθένος των λέξεων, όπου περιέχονται ποιήματα γραμμένα την περίοδο 2010-2020, επιχειρεί να μιλήσει για θέματα διαχρονικά που τον έχουν απασχολήσει και συνεχίζουν να απασχολούν το μυαλό του. Είναι, κατά σειράν των δημοσιευμένων ποιημάτων, οι γυναίκες και η αγάπη, οι λέξεις, οι στίχοι και η ανάγνωση, η φύση, τα πουλιά και η θάλασσα. Περιέργως, λείπουν από τη συλλογή στίχοι για τις ιδέες, την κοινωνία, την ιστορία του ανθρώπου και τους αγώνες του. Επίσης, και με δεδομένη την δημοσίευση ως μότο του βιβλίου του στίχου του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα «Μ’ όλο που ξέρω τους δρόμους/ ποτέ δεν θα φθάσω στην Κόρδοβα», είναι φανερή η αγάπη του για τα ταξίδια.

Το πρώτο ποίημα «Περί των πράξεων ή παραλείψεων των ωραίων γυναικών», οι απόψεις του δημιουργού για τις γυναίκες είναι αρκούντως αινιγματικές:

Στο χλομό φως του απογεύματος/ αυτές οι γυναίκες που διασχίζουν την πλατεία/ μοιάζουν με άλμπατρος/ που πλανάρουν στην μέση του ουρανού [..] Για τις πράξεις ή παραλείψεις των ωραίων Γυναικών, /για το κόστος της προδοσίας,/ οι γνώσεις μας είναι εμφανώς/ περιορισμένες έως ελάχιστες.

Το επόμενο ποίημα όμως, το «Nunc et semper», ο δημιουργός δεν επιχειρεί να κρύψει τίποτα, είναι απολύτως σαφής και κατανοητός, οι στίχοι του αποτελούν ύμνο για τη γυναίκα:

Ασημένια πεδιάδα η θάλασσα./ Από την πολυκύμαντη κόμη/ ανατέλλει ένα φεγγάρι/ φωτίζοντας τα στητά σου στήθη/ που αντιστέκονται στην έλξη / γης.

Η ίδια αγαπητική διάθεση προς τη γυναίκα και κυρίως προς το σώμα της, που παραπέμπει στην ερωτική πράξη, διαφαίνεται και στο «Φωτιά στο μαύρο δάσος»:

Αναμαλλιασμένα σύννεφα/ μπερδεύονται/ γύρω από τα βουνά./ Το άγγιγμά τους, /έντονη ανατριχίλα, /σαν μαύρα μαλλιά/ που απλώνονται σε ανδρικό στήθος/ οδηγούν σε οξείς σπασμούς.

Αλλά και στο «Λιγοστά εσώρουχα» διακρίνεται η διάθεση λατρείας προς το γυναικείο σώμα, καθώς ο δημιουργός μας το παρουσιάζει στη ζέστη του καλοκαιριού:

Αύρα καλοκαιριού/ δροσίζει το ευκάλυπτο σώμα σου/ αφαιρώντας μαγικά/ τα λιγοστά εσώρουχα/ που θα αντικαταστήσει /σε λίγο/ ο θαλάσσιος αφρός.

Κι αφού εξαντλήσει τις εικόνες θαυμασμού για τη γυναίκα, ο δημιουργός στο «Όλα κάποτε» καταπιάνεται με ένα εξαίσιο αίσθημα, εκείνο πού πλημμυρίζει έναν άνθρωπο για κάποιον άλλο, την αγάπη:

Όλα κάποτε,/ ακόμα και τα καύσιμα της αγάπης,/ όλα, τέλος πάντων,/ τελειώνουν./Σαν τα καράβια που βυθίζονται/ χωρίς να αισθάνονται/ την ανάγκη/ να δικαιολογηθούν/ που άφησαν ημιτελή/ την ρότα προορισμού τους.

Όλα αυτά τα περιπαθή στεγάζονται στην ενότητα με τον παράξενο τίτλο «Ψημένο καλαμπόκι», ενώ στην επόμενη ενότητα «Το σθένος των λέξεων» καταγίνεται με τις λέξεις και την ανάγνωση, αλλά και τις ιδέες, φιλοσοφικές και πολιτικές:

Πάντα η δεύτερη ανάγνωση/ περικλείει εκπλήξεις./ Πάντα το δίλημμα περί της ερμηνείας/ προβάλλει αντιφατικό./ Είναι καλό να δραπετεύει κάποιος;/ Προφανώς εξαρτάται / ιδίως όταν δραπετεύει / από τις απόψεις του.

Στο ποίημα «Το αμφιλεγόμενο ήθος των λέξεων» ο δημιουργός αναφέρεται στη γλώσσα και τη δύναμη που εμπεριέχει:

Η γλώσσα/ πάντα στέκεται / στην άκρη του γκρεμού. /Αντίσταση προβάλλει /μόνο στο αμφιλεγόμενο ήθος των λέξεων.

Στο ποίημα «Τα πάθη των συμφώνων ωδή στο εξορισμένοι Ν» που έχει ως μότο μια φράση του Κύπριου ποιητή Κώστα Μόντη, ο Λουκάς Αξελός μιλάει για τα πάθη της ελληνικής γλώσσας και των συμφώνων της που έχουν εξοστρακιστεί από αυτήν, αλλά αποκαλύπτει και την αγάπη του για την «γλυκόλαλη Κύπρο»:

Εκεί που τα σύμφωνα/ κυκλοφορούν ελεύθερα, /ενίοτε και ως ζεύγος,/ εκεί που οι άνθρωποι/ αντισταθμίζουν τα βάσανά τους/ γράφοντας ελληνικά.

Ένα από τα πιο ουσιώδη ποιήματα που εκφράζει την άποψη, αλλά και την απαισιοδοξία, του ποιητή για την Ιστορία, τη δικαιοσύνη και τις περιπέτειες του ανθρώπου είναι το «Η κρίση της ιστορίας»:

Θα μας κρίνει η ιστορία, είπες/.Έστω. / Όμως οι φόβοι μου είναι σαφείς, / διότι οι φαρμακόγλωσσες λένε/ ότι βλέπει/ όσο και η αδελφή της/ η δικαιοσύνη.

Μολονότι τα ποιήματα έχουν γραφτεί σε όλη τη διάρκεια του χρόνου και σε όλες τις εποχές του, τα περισσότερα έχουν καλοκαιρινά χρώματα, κι ίσως γι’ αυτό υπάρχουν στίχοι με πολλή θάλασσα, πολλά κύματα και βράχους.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.fractalart.gr/to-sthenos-ton-lexeon/

Joyce Mansour, Δύο ποιήματα

PERICOLOSO SPORGERI

Γυμνή
πλέω ανάμεσα στα ναυάγια με μουστάκια ατσαλένια
σκουριασμένα από όνειρα
που σακάτεψε η γλυκερή οιμωγή της θάλασσας
Γυμνή
κυνηγώ τα φωτερά κύματα
που τρέχουνε στην άμμο τη σπαρμένη με κρανία άσπρα
Άφωνη στον αγέρα πάνω απ’ την άβυσσο
Ο πηχτός ζελές, που είναι η θάλασσα,
βαραίνει στο κορμί μου επάνω
Τέρατα θρυλικά με ρύγχη πιάνων
κορδώνονται μέσα σε βάραθρα από σκοτεινιά
Γυμνή κοιμάμαι

*

Η ΜΥΩΠΙΑ ΤΩΝ ΔΙΧΩΣ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Δεν είχε πάρεξ ένα μάτι
ένα μάτι από άσπρο σίδερο
ήταν μια φιλάνθρωπος κυρία
Δεν είχε πάρεξ ένα πουκάμισο πάνω στη ράχη της όλο λεία κόκκαλα
δυό γρόμπους λίπος ανάμεσα στην καρδιά και το πουκάμισο
Ένα χνούδι πάνω στα χείλια
Έναν άχαρο μποά
ένα εισιτήριο του μετρό ανάμεσα πουκάμισο και χείλια
Ήταν ντυμένη
για τίποτα

*Από τη συλλογή “Όρνια”, έκδοση Τυπογραφείο Κείμενα, Αθήνα 1987. Απόδοση Έκτωρ Κακναβάτος.

Βασίλης Νικολόπουλος, Δύο ποιήματα

ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΑΠΡΟΧΩΡΗΤΟ

Αυτοί οι άνθρωποι
παραδομένοι σε μια ζωή
σαν άφθαρτη καλοσυντηρημένη μηχανή,
σαν υγρό διαβρωτικό,
δοσμένο σταγόνα τη σταγόνα

Αυτοί οι άνθρωποι,
παιδιά μιας μάνας
που τα τσιμπολογά απ’ το πρωί,
μέχρις ότου η ραστώνη του μεσημεριού
έναν προς έναν τους καταστείλει,
κι ο ήλιος ο ίδιος γκρεμιστεί
αντί να δύσει’
χαμένες οι νύχτες, εκκωφαντικές σιωπές

Αυτοί οι άνθρωποι
παιδιά ενός πατέρα
που έχασε το φως του,
υπό την πίεση μιας δυσθεώρητης αρχής,
σκυφτοί, ξερακιανοί,
με πλάτες ξεθωριασμένες,
πού πηγαίνουν;

*

ΘΕΛΩ ΝΑ ΕΙΣΑΙ

Θέλω να είσαι τόσα
και περισσότερα ακόμη
Θέλω να είσαι θάλασσα
και ουρανός και γη και σκιά
Θέλω να είσαι εγώ, εσύ,
το παιδί και ο χάρτης
Θέλω να είσαι
Θέλω να είσαι
Το ροκ που γεύτηκα
καθώς καβάτζωνα τα είκοσι
και ο επαναπατρισμός μου
Θέλω να είσαι το δράμα
και το ποίημα σκέτο
Να ‘σαι όλα τα ποτά και να ‘σαι ο δρόμος
Μπορώ να ζητήσω μια συγγνώμη
για όλα
Κι απ’ την αρχή το ίδιο να σε θέλω

*Από τη συλλογή “Βράδυ με ήρωες”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2021.

Ειρήνη Παραδεισανού, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ

όταν ο πόνος με μουδιάζει
τον σκέφτομαι
σαλεύει τα χέρια του στο τοίχωμα του πηγαδιού
με βία που χορεύει
του ζητώ να με πάρει μαζί του
κι αυτός με κοιτά με μάτια ορθάνοιχτα στο βουητό
μονάχα κοιτά
έτσι που θαρρώ πως γεννήθηκε μέσα μου αιώνες προτού γεννηθώ

(διορθώνω)

τα μάτια του

αυτά
γεννήθηκαν
μέσα μου

*

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΒΡΙΣΚΟΥΝ ΜΟΝΑΧΑ ΤΟΥΣ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΕΣ

Τα ποιήματα γράφονται στη ρωγμή του μετώπου
ανθρώπων που γεννήθηκαν λειψοί, μα δεν το ξέραν
γιατί τους βρήκε η συμφορά στη μήτρα
και βάζαν τα χέρια ασπίδα
στον κύκλο που τους βάραινε το στέρνο.

Τα ποιήματα βρίσκουν μοναχά τους φαροφύλακες.
Στέκουν στα ραγισμένα δωμάτια
με τα δάχτυλα σκάφτουν τους τοίχους
τα πόδια καρφώνουν στη σχισμή του δαπέδου
και γίνονται ρίζες.

*

ΦΡΑΓΗ

Να σωπάσω την τέφρα σας

δορκάδες

σας καλώ μέσα από δόντια φραγμένα
να σφίξετε το δέρμα μου
με τη λάμψη του πάγου

αμνιακό υγρό
μιας μήτρας που καθρέπτισε στη χούφτα μου τη λάσπη

σε χέρι σφιγμένο στα μάτια μπροστά της παιδούλας
που κάποτε υπήρξα.

*Από τη συλλογή “Παιδικές παλάμες”, Εκδόσεις Βακχικόν, Νοέμβριος 2021.

Η ποίηση στην εποχή της παγκοσμιοποίησης

Του Γιώργου Μπλάνα*

ΒΙΩΝΟΥΜΕ, ΓΙΑ ΠΟΛΛΟΣΤΗ ΦΟΡΑ στην ανθρώπινη Ιστορία, μια ταραγμένη εποχή. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, θα πρέπει να παραδεχθούμε πως δεν υπήρξαν μη ταραγμένες εποχές. Οι άνθρωποι είμαστε ζώα σε κρίση, συμπτώματα μιας πτώσης από το οικείο σκοτάδι της μήτρας, στην αφιλόξενη λάμψη του κόσμου και από το σκότος του χάους στο αιχμηρό φως του πολιτισμού. Την δική μας ταραγμένη εποχή την χαρακτηρίζουμε μεταμοντέρνα, μεταπολιτική, μεταβιομηχανική και κάμποσα άλλα «μετά»: προσαγορεύσεις οι οποίες καλύπτονται εν πολλοίς από τον εννοιολογικό πέπλο της Παγκοσμιοποίησης, μιας ακόμα φαντασιακής “στρατηγικής” επιβίωσης του ανθρώπου. Και επιπλέον μιας ακόμα υπερφίαλης προσπάθειας επιβολής του μοντέλου πνευματικής και υλικής ισχύος του επονομαζόμενου Δυτικού Πολιτισμού, εκείθεν του γεωγραφικού ορίζοντά του.

Αυτό που ονομάζουμε Παγκοσμιοποίηση είναι αρχικά ένα σύνολο λίγο ως πολύ συντονισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων, που ωστόσο δεν έχει την σχετικά συμπαγή οργάνωση των εθνικών οικονομικών μηχανισμών. Όπως είναι ευρύτατα γνωστό, η καπιταλιστική οικονομία αποτελεί δυναμικό σύστημα δραστηριοτήτων, οι οποίες στηρίζονται σε και στηρίζουν μια κοινωνική λογική με διαρκή τάση διεύρυνσης και ομογενοποίησης των κοινωνικών παραγόντων και λειτουργιών. Η σταθερή ανάπτυξη της παραγωγής απαιτεί αφενός όλο και ευρύτερες αγορές και αφετέρου όλο και εντατικότερο εξορθολογισμό των συνθηκών εμπορικής επικοινωνίας. Δεδομένου δε ότι η εμπορική επικοινωνία υφίσταται εντός της εν γένει κοινωνικής επικοινωνίας, η παραγωγή, διάθεση και κατανάλωση αγαθών απαιτεί την οργάνωση της δεύτερης κατά το πρότυπο της πρώτης – απαίτηση η οποία ναι μεν δεν μπορεί να ικανοποιηθεί απόλυτα, κατορθώνει ωστόσο να αποσπά σημαντικές “νίκες” επί της απροσδιοριστίας της κοινωνικής δημιουργικότητας.

Η εντυπωσιακή ανάπτυξη των μέσων επικοινωνίας, πρόσφερε στον δεσπόζοντα τρόπο παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών μια καλή ευκαιρία να αντιμετωπίσει την εγγενή τάση αύξησης της κοινωνικής εντροπίας, που τον αδρανοποιεί κάθε τόσο· και φυσικά μιαν ευκαιρία τόνωσης της κερδοσκοπικής φύσης του – ανήθικης, παράλογης, αντιαισθητικής, αλλά ανθεκτικής, λόγω της δυνατότητάς της να βελτιστοποιεί κατά περιόδους τις υλικές παραμέτρους της ζωής των ανθρώπων, τους οποίους κατά περιόδους οδηγεί στην απόλυτη ένδεια.

Η Παγκοσμιοποίηση, ως πρόταγμα της καπιταλιστικής λογικής, συνοδεύεται, στηρίζει —και στηρίζεται σε αυτό— ένα πλέγμα πολιτικών, κοινωνικών, νομικών και πολιτισμικών τόπων οι οποίοι προκύπτουν από την προγραμματική αρχή της απόλυτης ελευθερίας της αγοράς εμπορευμάτων και υπηρεσιών, η οποία υποτίθεται πως αυτορυθμίζεται, δημιουργώντας πάντα ένα πλαίσιο υλικής και πνευματικής ευημερίας. Το εν λόγω πλέγμα πολιτικών, κοινωνικών, νομικών και πολιτισμικών τόπων, ελλείψει ενός προσίδιου παγκόσμιου θεσμικού πλαισίου, επικαλείται παράδοξες καταστάσεις εξαίρεσης, που μετασχηματίζουν επί το χείρον τα ήδη σαθρά θεμέλια της Νεωτερικότητας. Αυτοί οι μετασχηματισμοί θέτουν σε κίνηση ένα πρόχειρο ιδεολογικό ρεύμα, το οποίο αντλεί τις ασαφείς αρχές του[1] από τον κλασικό φιλελευθερισμό. Πρόκειται για την κοινωνική λογική μιας υπερεθνικής ομάδας υπαλλήλων Διεθνών Οργανισμών, των οποίων τα επαγγελματικά συμφέροντα διευρύνονται από την κατάργηση των εθνικών συνόρων. Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας, για να δούμε ποια είναι αυτή η λογική: μια σειρά λοβοτομών των εννοιών οι οποίες συγκροτούσαν τον παραδοσιακό “εγκέφαλο” της Δύσης. Οι υπάλληλοι των θεσμών επιλέγουν από το παραδοσιακό “μενού” εννοιών, δημιουργώντας το κατάλληλο μείγμα κυβερνητικού ελέγχου.[2] Οι διανοούμενοι μετατρέπονται ραγδαία σε “υπερασπιστές” μιας πολιτιστικής παγκοσμιοποίησης, όπως την εννοούν οι ετερόνομες κοινωνίες της Δύσης. Διακηρύττουν την ανάγκη της παλινόρθωσης των παλιών καλών αξιών και εξαπολύουν μύδρους κατά των “εκτελεστών” του αξιακού οικοδομήματος της Δύσης, συχνά με την ίδια απανθρωπιά, που κάποτε σφυροκοπούσαν τον “συντηρητισμό”, τον “αστισμό”, την “μπουρζουαζία”. Την ίδια στιγμή εξαγγέλλουν την προώθηση της “ατομικότητας”, της “διαφορετικότητας” και της “ελεύθερης” ανάπτυξης της προσωπικότητας, σαν να ήταν αυτονόητο πως μπορούν να συνδυαστούν με τον πιο φυσικό τρόπο οι “παλιές καλές αξίες” με την ελεύθερη ανάπτυξη του δημιουργικού, διαφορετικού ατόμου, χωρίς να φέρουν στην επιφάνεια πλήθος παραδόξων.[3]

Οι δημιουργικότεροι των στοχαστών, προσπαθώντας να διαχειριστούν αυτά τα παράδοξα στο μισοσκόταδο του προτάγματος της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας, έχουν χάσει την αίσθηση των συνάψεων που δημιουργούν οι προτάσεις τους με τις πολύπλευρες δραστηριότητες της θεσμοθετημένης εργαλειακής σκέψης.[4] Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο στρουκτουραλισμός —μια σύγχρονη εκδοχή της μεσαιωνικής σχολαστικής λογικής— που εξερευνώντας αρχικά τους ιδεολογικούς μηχανισμούς, με στόχο την αποδιάρθρωση του υπερβατικού λογοκεντρισμού και την θεμελίωση της αυτονομίας του υποκειμένου, μεταβλήθηκε πολύ γρήγορα σε μια θεωρία, που απέπεμψε το υποκείμενο από τις ίδιες τις πράξεις και τις σκέψεις του, παρέχοντας στους δεσπόζοντες ιδεολογικούς μηχανισμούς πολύ λεπτά εργαλεία ελέγχου του υποκειμένου.

Αφορούν όλα αυτά στην ποίηση; Και πολύ μάλιστα – εκτός αν η ποίηση είναι ο ασπασμός των άστρων από τον θεϊκό νου του ποιητή ή κάποιου άλλο είδος ανυπόφορου συναισθηματικού αναλφαβητισμού. Αλλά δεν είναι. Κι αν σταματούσα εδώ, δεν θα ήταν λίγοι εκείνοι που θα σκέφτονταν: «Μα τι ποίηση να κάνεις μέσα σε αυτήν την αθλιότητα;» Άρα θα είχα κατά κάποιον τρόπο ήδη μιλήσει για την ποίηση και την Παγκοσμιοποίηση.

*Η συνέχεια του κειμένου μπορεί να βρεθεί εδώ: https://neoplanodion.gr/2021/05/14/%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE-%CF%84%CE%B7/

Ζωή Καραπατάκη, Η βάρδια

η ελεγεία, η κύρια χορδή της ζωής

Είναι ζωντανή ακόμη
αλλά το φως δεν το προσέχει
περνά απαρατήρητο
Μέσα της είναι βιδωμένα πολλά
ο πατέρας
η μητέρα
ο άνδρας της
τα παιδιά
το σπίτι
η δουλειά
η γειτονιά
το καθένα απ‘ αυτά προβάλλει
τη σκιά του
έτσι ώστε να ζει
μέσα στο πεδίο αυτής της σκιάς
σαν σε μια μόνιμη νυχτερινή βάρδια