Μάνια Μεζίτη, Τρία ποιήματα

Συνάντησα τον ποιητή
ω του θαύματος
ήταν καλός πατέρας
άλλαζε ο κόσμος
ερήμην μου

*

Μη μας πιστεύετε
αντιστρόφως ανάλογη
η έπαρση της έμπνευσης
δεν θέλει και πολύ να ξεφύγεις
Σήμερα κάποιος βγήκε
στον δρόμο γυμνός
χωρίς να είναι βασιλιάς

*

Ξέρω τι είναι ποίηση
η ποίηση είναι στόμα
μιλάει εναντίον ή σχετικά
εκ μέρους των ανθρώπων
ή του εαυτού της
Στην ερώτηση
‘ασχολείστε με την Τέχνη’
περνάει μια γροθιά
ένα πράμα οριστικό
αλλά δεν τα καταφέρνω
απλώς ενημερώνω για το πένθος”

*Από τη συλλογή “Στόμα”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2021.

Οι γυναίκες, οι λέξεις, η θάλασσα

Λουκάς Αξελός: “Το σθένος των λέξεων” Εκδόσεις Στοχαστής, 2021, σελ. 82

Γράφει ο Φίλιππος Φιλίππου*

Πολυγραφότατος, ο Λουκάς Αξελός, με σπουδές στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ, έχει ασχοληθεί με την ποίηση (πρώτη συλλογή Περιπέτεια ή επιστροφή, 1981), το δοκίμιο (πρώτο βιβλίο το Γ. Σκληρός, Σταθμοί και όρια στη διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης στην Ελλάδα (1981) την ανθολόγηση και επιμέλεια βιβλίων του Δημήτρη Γληνού, του Σεραφείμ Μάξιμου, του Γ. Σκληρού, του Αντόνιο Γκράμσι, των Σ. Μπωντλέρ-Π. Βερλαίν, εκδότης του οίκου Στοχαστής (1969) και του περιοδικού Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου Έρευνας και Κριτικής (1980), έχει επίσης ασχοληθεί με την κριτική και έχει δημοσιεύσει μελέτες και άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες.

Στην πέμπτη ποιητική του συλλογή Το σθένος των λέξεων, όπου περιέχονται ποιήματα γραμμένα την περίοδο 2010-2020, επιχειρεί να μιλήσει για θέματα διαχρονικά που τον έχουν απασχολήσει και συνεχίζουν να απασχολούν το μυαλό του. Είναι, κατά σειράν των δημοσιευμένων ποιημάτων, οι γυναίκες και η αγάπη, οι λέξεις, οι στίχοι και η ανάγνωση, η φύση, τα πουλιά και η θάλασσα. Περιέργως, λείπουν από τη συλλογή στίχοι για τις ιδέες, την κοινωνία, την ιστορία του ανθρώπου και τους αγώνες του. Επίσης, και με δεδομένη την δημοσίευση ως μότο του βιβλίου του στίχου του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα «Μ’ όλο που ξέρω τους δρόμους/ ποτέ δεν θα φθάσω στην Κόρδοβα», είναι φανερή η αγάπη του για τα ταξίδια.

Το πρώτο ποίημα «Περί των πράξεων ή παραλείψεων των ωραίων γυναικών», οι απόψεις του δημιουργού για τις γυναίκες είναι αρκούντως αινιγματικές:

Στο χλομό φως του απογεύματος/ αυτές οι γυναίκες που διασχίζουν την πλατεία/ μοιάζουν με άλμπατρος/ που πλανάρουν στην μέση του ουρανού [..] Για τις πράξεις ή παραλείψεις των ωραίων Γυναικών, /για το κόστος της προδοσίας,/ οι γνώσεις μας είναι εμφανώς/ περιορισμένες έως ελάχιστες.

Το επόμενο ποίημα όμως, το «Nunc et semper», ο δημιουργός δεν επιχειρεί να κρύψει τίποτα, είναι απολύτως σαφής και κατανοητός, οι στίχοι του αποτελούν ύμνο για τη γυναίκα:

Ασημένια πεδιάδα η θάλασσα./ Από την πολυκύμαντη κόμη/ ανατέλλει ένα φεγγάρι/ φωτίζοντας τα στητά σου στήθη/ που αντιστέκονται στην έλξη / γης.

Η ίδια αγαπητική διάθεση προς τη γυναίκα και κυρίως προς το σώμα της, που παραπέμπει στην ερωτική πράξη, διαφαίνεται και στο «Φωτιά στο μαύρο δάσος»:

Αναμαλλιασμένα σύννεφα/ μπερδεύονται/ γύρω από τα βουνά./ Το άγγιγμά τους, /έντονη ανατριχίλα, /σαν μαύρα μαλλιά/ που απλώνονται σε ανδρικό στήθος/ οδηγούν σε οξείς σπασμούς.

Αλλά και στο «Λιγοστά εσώρουχα» διακρίνεται η διάθεση λατρείας προς το γυναικείο σώμα, καθώς ο δημιουργός μας το παρουσιάζει στη ζέστη του καλοκαιριού:

Αύρα καλοκαιριού/ δροσίζει το ευκάλυπτο σώμα σου/ αφαιρώντας μαγικά/ τα λιγοστά εσώρουχα/ που θα αντικαταστήσει /σε λίγο/ ο θαλάσσιος αφρός.

Κι αφού εξαντλήσει τις εικόνες θαυμασμού για τη γυναίκα, ο δημιουργός στο «Όλα κάποτε» καταπιάνεται με ένα εξαίσιο αίσθημα, εκείνο πού πλημμυρίζει έναν άνθρωπο για κάποιον άλλο, την αγάπη:

Όλα κάποτε,/ ακόμα και τα καύσιμα της αγάπης,/ όλα, τέλος πάντων,/ τελειώνουν./Σαν τα καράβια που βυθίζονται/ χωρίς να αισθάνονται/ την ανάγκη/ να δικαιολογηθούν/ που άφησαν ημιτελή/ την ρότα προορισμού τους.

Όλα αυτά τα περιπαθή στεγάζονται στην ενότητα με τον παράξενο τίτλο «Ψημένο καλαμπόκι», ενώ στην επόμενη ενότητα «Το σθένος των λέξεων» καταγίνεται με τις λέξεις και την ανάγνωση, αλλά και τις ιδέες, φιλοσοφικές και πολιτικές:

Πάντα η δεύτερη ανάγνωση/ περικλείει εκπλήξεις./ Πάντα το δίλημμα περί της ερμηνείας/ προβάλλει αντιφατικό./ Είναι καλό να δραπετεύει κάποιος;/ Προφανώς εξαρτάται / ιδίως όταν δραπετεύει / από τις απόψεις του.

Στο ποίημα «Το αμφιλεγόμενο ήθος των λέξεων» ο δημιουργός αναφέρεται στη γλώσσα και τη δύναμη που εμπεριέχει:

Η γλώσσα/ πάντα στέκεται / στην άκρη του γκρεμού. /Αντίσταση προβάλλει /μόνο στο αμφιλεγόμενο ήθος των λέξεων.

Στο ποίημα «Τα πάθη των συμφώνων ωδή στο εξορισμένοι Ν» που έχει ως μότο μια φράση του Κύπριου ποιητή Κώστα Μόντη, ο Λουκάς Αξελός μιλάει για τα πάθη της ελληνικής γλώσσας και των συμφώνων της που έχουν εξοστρακιστεί από αυτήν, αλλά αποκαλύπτει και την αγάπη του για την «γλυκόλαλη Κύπρο»:

Εκεί που τα σύμφωνα/ κυκλοφορούν ελεύθερα, /ενίοτε και ως ζεύγος,/ εκεί που οι άνθρωποι/ αντισταθμίζουν τα βάσανά τους/ γράφοντας ελληνικά.

Ένα από τα πιο ουσιώδη ποιήματα που εκφράζει την άποψη, αλλά και την απαισιοδοξία, του ποιητή για την Ιστορία, τη δικαιοσύνη και τις περιπέτειες του ανθρώπου είναι το «Η κρίση της ιστορίας»:

Θα μας κρίνει η ιστορία, είπες/.Έστω. / Όμως οι φόβοι μου είναι σαφείς, / διότι οι φαρμακόγλωσσες λένε/ ότι βλέπει/ όσο και η αδελφή της/ η δικαιοσύνη.

Μολονότι τα ποιήματα έχουν γραφτεί σε όλη τη διάρκεια του χρόνου και σε όλες τις εποχές του, τα περισσότερα έχουν καλοκαιρινά χρώματα, κι ίσως γι’ αυτό υπάρχουν στίχοι με πολλή θάλασσα, πολλά κύματα και βράχους.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.fractalart.gr/to-sthenos-ton-lexeon/

Joyce Mansour, Δύο ποιήματα

PERICOLOSO SPORGERI

Γυμνή
πλέω ανάμεσα στα ναυάγια με μουστάκια ατσαλένια
σκουριασμένα από όνειρα
που σακάτεψε η γλυκερή οιμωγή της θάλασσας
Γυμνή
κυνηγώ τα φωτερά κύματα
που τρέχουνε στην άμμο τη σπαρμένη με κρανία άσπρα
Άφωνη στον αγέρα πάνω απ’ την άβυσσο
Ο πηχτός ζελές, που είναι η θάλασσα,
βαραίνει στο κορμί μου επάνω
Τέρατα θρυλικά με ρύγχη πιάνων
κορδώνονται μέσα σε βάραθρα από σκοτεινιά
Γυμνή κοιμάμαι

*

Η ΜΥΩΠΙΑ ΤΩΝ ΔΙΧΩΣ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Δεν είχε πάρεξ ένα μάτι
ένα μάτι από άσπρο σίδερο
ήταν μια φιλάνθρωπος κυρία
Δεν είχε πάρεξ ένα πουκάμισο πάνω στη ράχη της όλο λεία κόκκαλα
δυό γρόμπους λίπος ανάμεσα στην καρδιά και το πουκάμισο
Ένα χνούδι πάνω στα χείλια
Έναν άχαρο μποά
ένα εισιτήριο του μετρό ανάμεσα πουκάμισο και χείλια
Ήταν ντυμένη
για τίποτα

*Από τη συλλογή “Όρνια”, έκδοση Τυπογραφείο Κείμενα, Αθήνα 1987. Απόδοση Έκτωρ Κακναβάτος.

Βασίλης Νικολόπουλος, Δύο ποιήματα

ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΑΠΡΟΧΩΡΗΤΟ

Αυτοί οι άνθρωποι
παραδομένοι σε μια ζωή
σαν άφθαρτη καλοσυντηρημένη μηχανή,
σαν υγρό διαβρωτικό,
δοσμένο σταγόνα τη σταγόνα

Αυτοί οι άνθρωποι,
παιδιά μιας μάνας
που τα τσιμπολογά απ’ το πρωί,
μέχρις ότου η ραστώνη του μεσημεριού
έναν προς έναν τους καταστείλει,
κι ο ήλιος ο ίδιος γκρεμιστεί
αντί να δύσει’
χαμένες οι νύχτες, εκκωφαντικές σιωπές

Αυτοί οι άνθρωποι
παιδιά ενός πατέρα
που έχασε το φως του,
υπό την πίεση μιας δυσθεώρητης αρχής,
σκυφτοί, ξερακιανοί,
με πλάτες ξεθωριασμένες,
πού πηγαίνουν;

*

ΘΕΛΩ ΝΑ ΕΙΣΑΙ

Θέλω να είσαι τόσα
και περισσότερα ακόμη
Θέλω να είσαι θάλασσα
και ουρανός και γη και σκιά
Θέλω να είσαι εγώ, εσύ,
το παιδί και ο χάρτης
Θέλω να είσαι
Θέλω να είσαι
Το ροκ που γεύτηκα
καθώς καβάτζωνα τα είκοσι
και ο επαναπατρισμός μου
Θέλω να είσαι το δράμα
και το ποίημα σκέτο
Να ‘σαι όλα τα ποτά και να ‘σαι ο δρόμος
Μπορώ να ζητήσω μια συγγνώμη
για όλα
Κι απ’ την αρχή το ίδιο να σε θέλω

*Από τη συλλογή “Βράδυ με ήρωες”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2021.

Ειρήνη Παραδεισανού, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ

όταν ο πόνος με μουδιάζει
τον σκέφτομαι
σαλεύει τα χέρια του στο τοίχωμα του πηγαδιού
με βία που χορεύει
του ζητώ να με πάρει μαζί του
κι αυτός με κοιτά με μάτια ορθάνοιχτα στο βουητό
μονάχα κοιτά
έτσι που θαρρώ πως γεννήθηκε μέσα μου αιώνες προτού γεννηθώ

(διορθώνω)

τα μάτια του

αυτά
γεννήθηκαν
μέσα μου

*

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΒΡΙΣΚΟΥΝ ΜΟΝΑΧΑ ΤΟΥΣ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΕΣ

Τα ποιήματα γράφονται στη ρωγμή του μετώπου
ανθρώπων που γεννήθηκαν λειψοί, μα δεν το ξέραν
γιατί τους βρήκε η συμφορά στη μήτρα
και βάζαν τα χέρια ασπίδα
στον κύκλο που τους βάραινε το στέρνο.

Τα ποιήματα βρίσκουν μοναχά τους φαροφύλακες.
Στέκουν στα ραγισμένα δωμάτια
με τα δάχτυλα σκάφτουν τους τοίχους
τα πόδια καρφώνουν στη σχισμή του δαπέδου
και γίνονται ρίζες.

*

ΦΡΑΓΗ

Να σωπάσω την τέφρα σας

δορκάδες

σας καλώ μέσα από δόντια φραγμένα
να σφίξετε το δέρμα μου
με τη λάμψη του πάγου

αμνιακό υγρό
μιας μήτρας που καθρέπτισε στη χούφτα μου τη λάσπη

σε χέρι σφιγμένο στα μάτια μπροστά της παιδούλας
που κάποτε υπήρξα.

*Από τη συλλογή “Παιδικές παλάμες”, Εκδόσεις Βακχικόν, Νοέμβριος 2021.

Η ποίηση στην εποχή της παγκοσμιοποίησης

Του Γιώργου Μπλάνα*

ΒΙΩΝΟΥΜΕ, ΓΙΑ ΠΟΛΛΟΣΤΗ ΦΟΡΑ στην ανθρώπινη Ιστορία, μια ταραγμένη εποχή. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, θα πρέπει να παραδεχθούμε πως δεν υπήρξαν μη ταραγμένες εποχές. Οι άνθρωποι είμαστε ζώα σε κρίση, συμπτώματα μιας πτώσης από το οικείο σκοτάδι της μήτρας, στην αφιλόξενη λάμψη του κόσμου και από το σκότος του χάους στο αιχμηρό φως του πολιτισμού. Την δική μας ταραγμένη εποχή την χαρακτηρίζουμε μεταμοντέρνα, μεταπολιτική, μεταβιομηχανική και κάμποσα άλλα «μετά»: προσαγορεύσεις οι οποίες καλύπτονται εν πολλοίς από τον εννοιολογικό πέπλο της Παγκοσμιοποίησης, μιας ακόμα φαντασιακής “στρατηγικής” επιβίωσης του ανθρώπου. Και επιπλέον μιας ακόμα υπερφίαλης προσπάθειας επιβολής του μοντέλου πνευματικής και υλικής ισχύος του επονομαζόμενου Δυτικού Πολιτισμού, εκείθεν του γεωγραφικού ορίζοντά του.

Αυτό που ονομάζουμε Παγκοσμιοποίηση είναι αρχικά ένα σύνολο λίγο ως πολύ συντονισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων, που ωστόσο δεν έχει την σχετικά συμπαγή οργάνωση των εθνικών οικονομικών μηχανισμών. Όπως είναι ευρύτατα γνωστό, η καπιταλιστική οικονομία αποτελεί δυναμικό σύστημα δραστηριοτήτων, οι οποίες στηρίζονται σε και στηρίζουν μια κοινωνική λογική με διαρκή τάση διεύρυνσης και ομογενοποίησης των κοινωνικών παραγόντων και λειτουργιών. Η σταθερή ανάπτυξη της παραγωγής απαιτεί αφενός όλο και ευρύτερες αγορές και αφετέρου όλο και εντατικότερο εξορθολογισμό των συνθηκών εμπορικής επικοινωνίας. Δεδομένου δε ότι η εμπορική επικοινωνία υφίσταται εντός της εν γένει κοινωνικής επικοινωνίας, η παραγωγή, διάθεση και κατανάλωση αγαθών απαιτεί την οργάνωση της δεύτερης κατά το πρότυπο της πρώτης – απαίτηση η οποία ναι μεν δεν μπορεί να ικανοποιηθεί απόλυτα, κατορθώνει ωστόσο να αποσπά σημαντικές “νίκες” επί της απροσδιοριστίας της κοινωνικής δημιουργικότητας.

Η εντυπωσιακή ανάπτυξη των μέσων επικοινωνίας, πρόσφερε στον δεσπόζοντα τρόπο παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών μια καλή ευκαιρία να αντιμετωπίσει την εγγενή τάση αύξησης της κοινωνικής εντροπίας, που τον αδρανοποιεί κάθε τόσο· και φυσικά μιαν ευκαιρία τόνωσης της κερδοσκοπικής φύσης του – ανήθικης, παράλογης, αντιαισθητικής, αλλά ανθεκτικής, λόγω της δυνατότητάς της να βελτιστοποιεί κατά περιόδους τις υλικές παραμέτρους της ζωής των ανθρώπων, τους οποίους κατά περιόδους οδηγεί στην απόλυτη ένδεια.

Η Παγκοσμιοποίηση, ως πρόταγμα της καπιταλιστικής λογικής, συνοδεύεται, στηρίζει —και στηρίζεται σε αυτό— ένα πλέγμα πολιτικών, κοινωνικών, νομικών και πολιτισμικών τόπων οι οποίοι προκύπτουν από την προγραμματική αρχή της απόλυτης ελευθερίας της αγοράς εμπορευμάτων και υπηρεσιών, η οποία υποτίθεται πως αυτορυθμίζεται, δημιουργώντας πάντα ένα πλαίσιο υλικής και πνευματικής ευημερίας. Το εν λόγω πλέγμα πολιτικών, κοινωνικών, νομικών και πολιτισμικών τόπων, ελλείψει ενός προσίδιου παγκόσμιου θεσμικού πλαισίου, επικαλείται παράδοξες καταστάσεις εξαίρεσης, που μετασχηματίζουν επί το χείρον τα ήδη σαθρά θεμέλια της Νεωτερικότητας. Αυτοί οι μετασχηματισμοί θέτουν σε κίνηση ένα πρόχειρο ιδεολογικό ρεύμα, το οποίο αντλεί τις ασαφείς αρχές του[1] από τον κλασικό φιλελευθερισμό. Πρόκειται για την κοινωνική λογική μιας υπερεθνικής ομάδας υπαλλήλων Διεθνών Οργανισμών, των οποίων τα επαγγελματικά συμφέροντα διευρύνονται από την κατάργηση των εθνικών συνόρων. Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας, για να δούμε ποια είναι αυτή η λογική: μια σειρά λοβοτομών των εννοιών οι οποίες συγκροτούσαν τον παραδοσιακό “εγκέφαλο” της Δύσης. Οι υπάλληλοι των θεσμών επιλέγουν από το παραδοσιακό “μενού” εννοιών, δημιουργώντας το κατάλληλο μείγμα κυβερνητικού ελέγχου.[2] Οι διανοούμενοι μετατρέπονται ραγδαία σε “υπερασπιστές” μιας πολιτιστικής παγκοσμιοποίησης, όπως την εννοούν οι ετερόνομες κοινωνίες της Δύσης. Διακηρύττουν την ανάγκη της παλινόρθωσης των παλιών καλών αξιών και εξαπολύουν μύδρους κατά των “εκτελεστών” του αξιακού οικοδομήματος της Δύσης, συχνά με την ίδια απανθρωπιά, που κάποτε σφυροκοπούσαν τον “συντηρητισμό”, τον “αστισμό”, την “μπουρζουαζία”. Την ίδια στιγμή εξαγγέλλουν την προώθηση της “ατομικότητας”, της “διαφορετικότητας” και της “ελεύθερης” ανάπτυξης της προσωπικότητας, σαν να ήταν αυτονόητο πως μπορούν να συνδυαστούν με τον πιο φυσικό τρόπο οι “παλιές καλές αξίες” με την ελεύθερη ανάπτυξη του δημιουργικού, διαφορετικού ατόμου, χωρίς να φέρουν στην επιφάνεια πλήθος παραδόξων.[3]

Οι δημιουργικότεροι των στοχαστών, προσπαθώντας να διαχειριστούν αυτά τα παράδοξα στο μισοσκόταδο του προτάγματος της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας, έχουν χάσει την αίσθηση των συνάψεων που δημιουργούν οι προτάσεις τους με τις πολύπλευρες δραστηριότητες της θεσμοθετημένης εργαλειακής σκέψης.[4] Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο στρουκτουραλισμός —μια σύγχρονη εκδοχή της μεσαιωνικής σχολαστικής λογικής— που εξερευνώντας αρχικά τους ιδεολογικούς μηχανισμούς, με στόχο την αποδιάρθρωση του υπερβατικού λογοκεντρισμού και την θεμελίωση της αυτονομίας του υποκειμένου, μεταβλήθηκε πολύ γρήγορα σε μια θεωρία, που απέπεμψε το υποκείμενο από τις ίδιες τις πράξεις και τις σκέψεις του, παρέχοντας στους δεσπόζοντες ιδεολογικούς μηχανισμούς πολύ λεπτά εργαλεία ελέγχου του υποκειμένου.

Αφορούν όλα αυτά στην ποίηση; Και πολύ μάλιστα – εκτός αν η ποίηση είναι ο ασπασμός των άστρων από τον θεϊκό νου του ποιητή ή κάποιου άλλο είδος ανυπόφορου συναισθηματικού αναλφαβητισμού. Αλλά δεν είναι. Κι αν σταματούσα εδώ, δεν θα ήταν λίγοι εκείνοι που θα σκέφτονταν: «Μα τι ποίηση να κάνεις μέσα σε αυτήν την αθλιότητα;» Άρα θα είχα κατά κάποιον τρόπο ήδη μιλήσει για την ποίηση και την Παγκοσμιοποίηση.

*Η συνέχεια του κειμένου μπορεί να βρεθεί εδώ: https://neoplanodion.gr/2021/05/14/%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE-%CF%84%CE%B7/

Ζωή Καραπατάκη, Η βάρδια

η ελεγεία, η κύρια χορδή της ζωής

Είναι ζωντανή ακόμη
αλλά το φως δεν το προσέχει
περνά απαρατήρητο
Μέσα της είναι βιδωμένα πολλά
ο πατέρας
η μητέρα
ο άνδρας της
τα παιδιά
το σπίτι
η δουλειά
η γειτονιά
το καθένα απ‘ αυτά προβάλλει
τη σκιά του
έτσι ώστε να ζει
μέσα στο πεδίο αυτής της σκιάς
σαν σε μια μόνιμη νυχτερινή βάρδια

Οι ψιθυρισμοί του πένθους πάνω από την πόλη 

Γράφει η Διώνη Δημητριάδου*

Οι ψιθυρισμοί του πένθους πάνω από την πόλη
Βαγγέλης Αλεξόπουλος
Εκδόσεις Οδός Πανός

Έξω από το παράθυρο
βλέπω αστραφτερά μάτια
Ο διάβολος κοιτάζει
κλείνω το παράθυρο
σφραγίζω την πόρτα

Τον κλειδώνω μέσα

Στήνω το σκάκι

Διαβάζοντας την ποίηση του Βαγγέλη Αλεξόπουλου (ήδη βρίσκεται στην έκτη συλλογή του) έχω την αίσθηση πως εντελώς συνειδητά κλειδώνει μέσα στις λέξεις του κάτι που υπερβαίνει το ανθρώπινο μέτρο –όπως θες να το ονομάσεις, θεό ή δαίμονα, δεν έχει σημασία– κι έτσι σε αναμέτρηση μαζί του ποιεί τον λόγο. Πρόκειται για μια ποίηση που εκκινεί από τον άνθρωπο πάντοτε (το δικό του μέγεθος παρατηρεί και αποτυπώνει το σχήμα του), κι όμως νιώθεις πως αιωρείται πάνω από αυτόν· κάποτε λίγο πιο πάνω, ίσα που να τον αγγίζει, και κάποτε σε ικανή απόσταση ώστε να επικοινωνεί ταυτόχρονα με όσα υψιπετή και στην ουσία αόρατα. Κι άλλη φορά έχει επισημανθεί η διττή ποιητική απόδοση τόσο του γήινου όσο και του απογειωτικού, σε συνεχόμενες εναλλαγές. Ίσως είναι ένας τρόπος να μιλήσει για το σκηνικό του πένθους, το οποίο ως έννοια και ως αποτύπωση υπάρχει, νομίζω, ακόμη από την πρώτη του ποιητική συλλογή (Αγχέμαχες λέξεις, Άγκυρα, 2015) ακολουθώντας τον σε όλες τις υπόλοιπες. Ως τώρα, όμως, έμοιαζε να μιλά για το πάθος/πένθος χωρίς τις περισσότερες φορές να το ονομάζει και οπωσδήποτε χωρίς να το τοποθετεί στον τίτλο του βιβλίου του, όπως εδώ στην πρόσφατη συλλογή του Ψιθυρισμοί του πένθους πάνω από την πόλη.

Ακούει τους ψιθυρισμούς πάνω από την πόλη των ανθρώπων, ως απόηχο των θνητών ενασχολήσεων, ως απομεινάρια μιας εξακολουθητικά βαρετής και συνηθισμένης καθημερινότητας, σε έναν χώρο ενδιάμεσο που επιτρέπει το ανθρώπινο βλέμμα να ανυψώνεται με εναγώνια ελπίδα ανταπόκρισης, αλλά ταυτόχρονα και το θεϊκό να παρατηρεί το θνητό γένος και τα πάθη του. Ο λόγος εδώ δεν κραυγάζει. Ψίθυρος είναι, που εύκολα γίνεται να αγνοηθεί, να παρερμηνευθεί σαν ένας ακόμη υπόκωφος γήινος βόμβος μέσα στην πολυτάραχη ζωή της πόλης ή σαν ένας άνωθεν αναστεναγμός αμηχανίας και αδυναμίας μιας νοητής παρουσίας ή απουσίας· η στιγμή που η δημιουργία του κόσμου αμφισβητείται από τον ίδιο τον δημιουργό. Ψιθυρισμοί μοιρασμένοι σε ανθρώπινο και θεϊκό πεδίο (Οι Ψιθυρισμοί του Θεού, Οι Ψιθυρισμοί του Ανθρώπου), στα δύο μέρη που αποτελούν το κέντρο του βιβλίου, ανάμεσα σε Εισαγωγή και Επίλογο, με ένα Προοίμιο να ανοίγει την ποιητική θύρα. Είναι η προσφιλής επιλογή του ποιητή να δομεί αρχιτεκτονικά τις ποιητικές του συλλογές, έτσι που να συνιστούν ένα στέρεο οικοδόμημα, ένα ποίημα στην ουσία που μόνον σε συνθετική μορφή μπορεί να νοηθεί σε όλο του το εύρος. Κι εδώ το πένθος είναι κυρίαρχο από το Προοίμιο (Τα ποιήματα που γράφουν οι ζωντανοί/ τους τα υπαγορεύουν οι πεθαμένοι) ως την τελευταία φράση που κλείνει το ευφυές κείμενο του οπισθόφυλλου (Η εγκατάλειψη της μήτρας είναι το μεγαλύτερο πένθος). Ο ποιητής, εν είδει απολογητή των επιλογών του ή, κατά άλλη εκδοχή, ως καθοδηγητής της ανάγνωσης, παραθέτει στο οπισθόφυλλο την πολυμορφία του πένθους, απομακρύνοντας από την οικεία έννοια και πυροδοτώντας (ναι, από το οπισθόφυλλο παραδόξως) τις πολλαπλές αναγνώσεις των ποιημάτων του, εκκινώντας από την πρωταρχική συνθήκη: το πάθος/πένθος έχει την αρχή του στη γέννηση του ανθρώπου, σε μια μονόδρομη πορεία σε δύσβατο μονοπάτι που ούτε καν χαραγμένο δεν είναι αλλά πρέπει να το φτιάξει μόνος του, αυτός ο εν αρχή και εν συνεχεία διαρκώς αδαής. Αν, όμως, η αρχική ποιητική ιδέα είναι αυτή, τότε η ποίηση που χτίζεται ποίημα το ποίημα αποβαίνει σπουδαία.

Διαβάζω τους στίχους: Ερωτεύομαι την εμμονή εκείνων/ Που προσκυνούν και λατρεύουν/ Τα άκρα («Τα πέλματα») και κατανοώ τον ποιητικό τρόπο του Αλεξόπουλου. Διατηρώντας την πρόθεση η ποίηση να λειτουργεί αμφίδρομα και προς τον ίδιο και προς τον αποδέκτη, βαδίζει σε τεντωμένο σκοινί, να μην πατά το χώμα (δεν έχουμε εδώ μια απολύτως γήινη ποίηση, κι ας είναι γήινα τα υλικά της) επιλέγοντας τα επικίνδυνα άκρα, λίγο πιο πάνω, λίγο πιο πέρα από τα ασφαλή συνήθη· ακόμα κι αν κατακρημνισθεί από το μπαλκόνι, από όπου συχνά παρατηρεί τον κόσμο καπνίζοντας, είναι κι αυτή η πτώση μέσα στο παιχνίδι τόσο το ποιητικό όσο και της ζωής, άλλωστε αυτοσχέδιοι πτητικοί μηχανισμοί επινοήθηκαν και σε προηγούμενες συλλογές του ποιητή. Τα όρια στενεύουν. Αν σωθεί, θα γίνει από το ίδιο το ποίημα, αλλού δεν προσβλέπει. Ήδη από την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα είχε δείξει τη στενή συνάφεια του λόγου με την εξωλογική εικόνα, που καθίσταται ορατή μέσω λειτουργίας του υποσυνειδήτου – επιλογή του, που παρέπεμπε στην υπέρβαση του αισθητού πλαισίου της ζωής (ορατά μέσω των αισθήσεων και κατανοητά μέσω της λογικής όλα τα πράγματα) και δρομολογούσε τη σύνδεσή του με τη μακρά αλυσίδα των υπερρεαλιστών (με σαφείς επιρροές από την εξπρεσιονιστική τάση παραμόρφωσης της πραγματικότητας και έκφρασης προσωπικού πάθους) ως φυσική συνέχειά τους, όχι ως απλή μίμηση. Σταδιακά κινήθηκε από το πιο γήινο περιβάλλον στην πρώτη του συλλογή (με υποψίες ανόδου) για να επιλέξει τον υπερβατικό τρόπο γραφής στις επόμενες, και να αντιστρέψει την πορεία στην προηγούμενη (Οδηγίες χρήσης ιπτάμενης ραπτομηχανής, Οδός Πανός, 2020) οδηγώντας πίσω προς την προσγείωση, με μια γραφή που ανακαλύπτει εκ νέου τον ρεαλισμό έχοντας ως βιωμένη συνείδηση τις υπερρεαλιστικές υπερβάσεις – δεν θα μπορούσε να φθάσει αλλιώς σε αυτό το επίπεδο.

Στους Ψιθυρισμούς κάνει ένα βήμα ακόμη πιο πέρα. Ατενίζοντας πλέον το γήινο τοπίο από μικρότερη απόσταση (με τον απόηχο του υπερβατικού ωστόσο ακόμη ζωντανό), γράφει φτιάχνοντας στην ουσία μια γέφυρα που ενώνει ευκρινέστερα την ποιητική πρόθεση με την αναγνωστική πρόσληψη. Στην ωριμότερη ώρα του ο ποιητής, αν η ουσία της ποίησης έγκειται και στο μοίρασμά της, δείχνει καθαρότερα το νήμα που οδηγεί στον λαβυρινθώδη κόσμο του, που τώρα μοιάζει πιο κατανοητός, πιο βατός. Ο ποιητής βαδίζει πάνω στα γνωστά και αναγνωρίσιμα στοιχεία της ποίησής του, συναρμολογώντας τα πράγματα που συνιστούν τον κόσμο του (το όλον των φυσικών όντων αλλά και των κατασκευασμένων και επινοημένων) το καθένα με το δικό του βάρος, ικανό να φέρει πάνω του το άχθος της ποιητικής εμβάθυνσης. Ωστόσο, προχωράει πιο πέρα από τα ειωθότα δημιουργώντας σε κάθε νέα συλλογή του μια διαφορετική λίγο ως πολύ θέση από την οποία θεάται το ποιητικό ζήτημα ή μάλλον πρόβλημα· για πρόβλημα πρόκειται, φυσικά, σύνθετο και πολύμορφο μέσα στις πολλαπλές εκδοχές/προτάσεις μιας πληθώρας ποιητών, στο οποίο ο Αλεξόπουλος τολμά να προτείνει λύσεις – τι άλλο από απόπειρα λύσης είναι το κάθε ποίημα που γράφεται;

Στους Ψιθυρισμούς το πένθος, σε όλο του το μέγεθος και το εύρος του νοήματός του, είναι χαμηλόφωνο, με τη δύναμη όμως της ηχηρής σιωπής· χωρίς κραυγαλέο θρήνο, είναι ικανό να αγκαλιάσει τα πάντα, προφανή και ασαφή, επίκαιρα και διαρκή, καθημερινά και υπαρξιακά προβλήματα, ανθρώπινα και απόκοσμα. Οι ακροτελεύτιοι στίχοι του δείχνουν την επιθυμία μιας προσωπικής διαφυγής: Θέλω να κρυφτώ/ σε μια μήτρα αρχέγονη/ υγρή/ ζεστή/ σκοτεινή/ φιλόξενη. Γίνεται να συνοψισθεί σ’ αυτούς τους στίχους όλο το νόημα της συλλογής; Αν ναι, τότε ο ποιητής εκφράζει εδώ την απώτερη επιθυμία του ανθρώπου που, κοιτάζοντας είτε προς τα κάτω τα θνητά δικά του ή προς τα πάνω τα αθέατα υπερβατικά και αιώνια, πλέον κουράστηκε να ελπίζει.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://frear.gr/?p=32782&fbclid=IwAR0TqfYYIAE3BB9eh1P_4ryC38nksGkbw8SBpoMk7CJm8D-dUP5D-LLzi94

Χρήστος Διαμαντής, Για την εκείνη πλευρά

Μεσημεριανή ζέστη. Ζάλη.

Πόρτα βιβλιοπωλείου. Βαριά.

Αυστηρή μορφή. Επιβλητική, πίσω από τον πάγκο.

Σαχτούρη, λίγο Σαχτούρη δώστε μου.

Τέτοια δηλητήρια δίνονται μόνο κατόπιν συνταγής, κύριε.

Είμαι ο Ισραήλ Βαραντσιόφσκι
και ασκώ το δικαίωμά μου στην σιωπή.

Ορίστε, κύριε.

Σε μικρές ποσότητες ανά δωδεκάωρο, κύριε.

Κλείσιμο πόρτας. Πτώση αυλαίας.

Ενδοφλέβιος οργασμός
Ολοκληρωτικός
Σε ταχύτητες ακραίες

Κι ύστερα

στα σιντριβάνια
τα κοκόρια ξενύχταγαν

τον ήλιο και τον θάνατο

*Από τη συλλογή “Ονειρεμένος πόλεμος”, εκδόσεις δήγμα, Φθινόπωρο 2011.

Nina Zivancevic, QUaRaNtaine

I saw myself shaking in the street
I saw a man taking 2 meters of distance from me as he crossed the street
I went back to my room and started reading the Decameron*

Βλέπω τον εαυτό μου να τρέμει στο δρόμο
Βλέπω έναν άντρα να παίρνει δύο μέτρα απόσταση από μένα καθώς διασχίζει το δρόμο
Πήγα πίσω στο δωμάτιό μου κι άρχισα να διαβάζω το Δεκαήμερον

*Εννοεί το Δεκαήμερον του Βοκκάκιου.

**Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.