Πρόσεχε φίλε
ο ψυχίατρος είναι δικός τους
ο εξομολόγος
οι ιεροεξεταστές
οι ραβδούχοι
είναι όλοι ρουφιάνοι
είναι συμπαιγνία
για να σου φορτώσουν
ενοχές και εγκλήματα
μην ομολογήσεις ποτέ
τίποτα, σε κανέναν
κανείς δεν είναι
φίλος σου
μόνο ο εαυτός σου
όλοι οι άλλοι
είναι αργυρώνητοι
πρόσεχε καλά
είναι ισχυροί
πρέπει να παίξεις
το παιχνίδι σωστά.
Category Archives: Uncategorized
Ηλίας Πετρόπουλος, Δύο ποιήματα
δεν εζήτησα συμβουλές και συμβουλές μου δίνουν
δεν εζήτησα συμβουλές και συμβουλές μου δίνουν
απρόσκλητοι συμβουλάτορες φαφλατάδες μικροαστοί
λένε λένε κι όλο προφητεύουν
τάχα θα με φάνε οι ωραίες γυναίκες
ενώ χαρά μου να με φάνε οι καλλονές
κι αλίμονο σε σας δυστυχισμένοι
που τα γεγονότα δεν σας χορταίνουν
κι η ζωή σας χτισμένη σιωπή και κακομοιριά
όσο για μένα
κρυφά την αγαπώ
και είναι ωραία και είναι αβρή και μυστικά την αγκαλιάζω
ούτε πουλί μάς βλέπει
ούτε ανθός μάς ακούει
φιλιόμαστε κι οι τοίχοι καμπυλώνουν
*Το ποίημα δημοσιεύτηκε εδώ: https://poiimata.com/2022/02/19/den-ezitisa-symvoyles-kai-symvoyles-moy-dinoyn-ilias-petropoylos/
*
Το ξέρω∙ η θέση μου είναι στο νεκροταφείο
Το ξέρω∙ η θέση μου είναι στο νεκροταφείο.
Είμασταν ακόμη παιδιά όταν μας μάραναν και ζήσαμε σαν γέροι.
Δεν είμαι δικός μου.
Σιωπώ μεν, αρνούμαι δε να πεθάνω,
γιατί τα δακρυσμένα μάτια σου πάντα με γνέφουν.
Θλιβερά βλέμματα τέκνα της σιωπής μου.
Ο θάνατος απόψε διώχνει το καθετί από την ψυχή μου.
Χαίρομαι την παραφροσύνη μου τώρα.
Ηλίας Πετρόπουλος, «Ποιήματα», Εκδόσεις: Νεφέλη, Αθήνα 1993. Επιλογή-Επιμέλεια: Λάμπρος Αναγνωστόπουλος
*Το ποίημα δημοσιεύτηκε εδώ: https://poiimata.com/2022/02/15/i-thesi-moy-einai-sto-nekrotafeio-ilias-petropoulos/
Σπύρος Θεριανός, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΣΤΕΚΙ
Κάθε βράδυ ραντεβού
στο ίδιο στέκι.
Στο ίδιο μέρος,
τα ίδια πρόσωπα.
Με τη γκαρσόνα, νωχελικά
να μας σερβίρει.
*
ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ
Λιτό δωμάτιο –
με τα βιβλία
το κομό
την πολυθρόνα
το τηλέφωνο στο τραπεζάκι.
Τα βήματά μου αντηχούν
σε μια ζωή που άδειασε.
*
ΑΠΟΜΕΙΝΑΡΙΑ
Σκληρή ζωή
δύσκολα πρωινά
δουλειά με μόχθο.
Η ποίηση απέμεινε στα χαρτιά.
*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Πάροδος”, τχ. 2, Οκτώβριος 2003.
Ρωξάνη Νικολάου, Δύο ποιήματα
ΚΙΒΩΤΟΣ
Η φασαρία της Κιβωτού
με τον σωσμενο κοσμο
μόλις που φθάνει στην ακοή μου
(μισή μες στο νερό)
μαζί με το γλίστρημα των αιώνων
Μονάχη
μέσα στον Κατακλυσμό
κουβαλώ
λασπωμένο κλάμα
θρέφονται μαζί του
χιλιάδες σωσμένα πράγματα
Παλεύω
με τα ογκώδη νερά
ενός ποιήματος
που δεν
θέλει να γραφτεί
-ή μιας μέρας ή ενός ανθρώπου
που δεν θέλει να γραφτεί-
δώσε εσύ τη λέξη αναγνώστη.
*
ΑΠΟΗΧΟΣ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ
Κάποτε δεν θα την ξαναδείς
στο θρόισμά της να στρέφονται
οι γάτες, τα δέντρα κι η φωνή σου.
«Εγώ θα συνεχίσω να υπάρχω»
ψιθύρισε το νυχτικό που φορούσε
όχι χαιρέκακα μα στην καρδιά της νύχτας
έσταξε σταγόνα απ’ τα κουπιά
βαρκάρη κακοκέφαλου, ορκισμένου.
Μικρά που είναι τα γράμματα του ονόματός της
και τόσο μοναχά στην παγωνιά.
*Από τη συλλογή «Ψαλιδιστής», εκδόσεις τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, 2018.
Νένα Δούρου, Δύο ποιήματα
I.
Η ύπαρξη με την ύπαρξη, αναπτυσσόμενης ταχύτητας δυνάμεις.
Η ανυπαρξία με την ανυπαρξία, δεσμός αχανούς αβεβαιότητας.
Η ανυπαρξία με την ύπαρξη, σπόρος που δεν φύεται.
II.
Η νύχτα και η μέρα.
Σαν τον θάνατο με τη ζωή.
Πεθαίνεις, γεννιέσαι.
Πεθαίνεις, γεννιέσαι.
Επανάληψη…
αργεί να ξημερώσει απόψε.
III.
Κουράγιο μου και αιτία μου,
πέρασέ μου την ελπίδα,
σήμερα που σαν ράκος περιφέρεται.
στον κήπο του νόστου,
τα γρασίδια να μας χαϊδέψουνε
να ασφυκτίσουμε σε παλιρροϊκές θάλασσες.
Έλα να ερωτευτούμε, απόψε αργεί να ξημερώσει.
*
21 ΓΕΝΑΡΗ
Αστοί και Πληβείοι,
μασκαρεμένοι γέροι,
φιλεύσπλαχνοι πολίτες,
καλοντυμένες κυρίες,
ανυποψίαστα πιτσιρίκια,
η υπαίτια αντιπολίτευση και συγκυβέρνηση,
μάζες διατροφικών κτηνών
που παρελαύνουν ατιμωρητί
συνοδοιπόροι στο Μαντείο των Δελφών
εκλιπαρούν την Πυθία
να τους στολίσει
με παραισθησιογόνες αναθυμιάσεις…
*Από τη συλλογή «νάρκη», Εκδόσεις «Ναυτίλος», 2021.
Ευθύμιος Λέντζας, Δύο ποιήματα
ΑΠΟ ΤΟ ΧΕΡΙ ΣΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
Τέλεια νύχτα – σώμα ζεστό στα σκεπάσματα.
Πουλιά που δεν στέκονται παρά μόνο στα μάτια σου
Γιατί εσύ έχεις το κόκκινο χρώμα σε κάθε άγγιγμα.
Κάτω απ’ τον ίσκιο της ώριμης σάρκας, ένας
Ουρανός περνά από αγκαλιασμένα ποτάμια.
Όλα τα πρωινά είναι πράσινα, τρυφερά σαν παιδιά
Όλες οι μέρες αναπαυμένες στα πόδια σου.
Από το χέρι σου πέφτει η απαλή σιωπή:
Ένας ημίφωτος τοίχος, μια καρέκλα αδειανή
Κι είναι το αίμα μου σταγόνα δανεική από τ’ άστρα.
*
ΗΤΑΝ Η ΝΥΧΤΑ, ΗΤΑΝ ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ
Η μυρωδιά της θάλασσας – τραύμα
Για τα ρουθούνια.
Ήσουν ωραία στο νερό και στον ήλιο
Στη χούφτα μου ασχημάτιστο βότσαλο
Και δεν ήξερα πώς να σε πιάσω.
Με τ’ άλογα των νεκρών, ανοίγοντας στον
Ουρανό το βήμα μου∙ακούραστη να σε ζητά
Η φωνή μου: μες απ’ το ποτάμι και στα δέντρα.
Ντύθηκα την Ηχώ και τον Νάρκισσο,
Ντύθηκα το παιδί με τα δάκρυα.
Μην ξέροντας πώς να αποφύγω τον κόσμο,
Σε κοίταξα στα μάτια.
Ζήσης Δ. Αϊναλής, 9η Νοεμβρίου 1938
Τους άκουσα την νύχτα ν’ ακονίζουν τα ξυράφια τους
επίδοξοι μνηστήρες
μ’ ένα σταυρό στρατόπεδο στο στήθος
των ολυμπίων ομοιώματα ευτελή
φυλακισμένοι στη μορφή τους
Κι ο μέλας λεληθώς πιο σκοτεινός
βαθιά μες στο λαγούμι του ήλιου
μώλωπες οροθετικές κραυγές
λάθρες πληγές ο βρόχος
είν’ ο καρκίνος που πλαγιοδρομεί
Ίσια
στην επικράτεια του κτήνους
κι είναι το σκούρο κυανό γενόσημο του τρόμου
(πάνω σε βόλια δίκυκλα)
βάρβαροι λαιστρυγόνες μ’ ολοπρόσωπες
εντολοδόχοι διαταγές βιασμοί κατ’ οίκον
Μα στην προστακτική
αγέρωχο το ι της φυχής σου
Ότι
δια νόμου τώρα διώκεται
η διαζευκτική
ζωή χωρίς διαστάσεις
Κι ο υπερθετικός λαός στις παρυφές
εκεί όπου γερνά το δράμα
Μα δεν αιρείται δίχως γδικιωμό το πλαστικό της ύλης
και η φωνή ολόρθη
ακέραια
στον οφθαλμό της μνήμης
Στο εκ διαμέσου
μην ξεχνάς
το ειλητάρι της ψυχής
δεμένο!
*Από τη συλλογή “Ένα κάτι πιο αργά”, Εκδόσεις Υποκείμενο”, 2021.
Φάνης Παπαγεωργίου, Δαιδαλική αυγή
Μια σειρά στιγμών είχε ενώσει
το μαύρο των ματιών με τα πλευρά της γης,
εκείνα που βρισκόταν καθισμένα γυμνά
έξω από το άγγιγμα του ήλιου
έξω από τα όρια.
Στο εύρος τους λέγεται ότι στέκει ο έρωτας,
ιδίως όταν πρόκειται για όρια-κη ανάσα
όρια-κο βήμα και τελικά όρια-κο αίμα και βλέμμα
Το ίχνος και η σκιά των ορίων
τοποθετούσαν εμπόδια στην κυκλοφορία
τόσο μεγάλα που μεγαλώνουν
καθώς αυξάνονται οι αποστάσεις
απομακρύνονται στην τύχη, οι μέρες ή οι ώρες
κυλιόμενες διαμέσου κρεβατιού
ώστε να κρίνονται περασμένες
δευτερόλεπτο ένα
τα σώματα μοιάζουν από έλξη
δευτερόλεπτο 138.001
αυτός να έχει τοποθετήσει τα χέρια στο στήθος του
αναζητώντας την ανάσα – πρέπει να έχανε την ζωή,
έφτιαξε μια φυλλωσιά με χάδια για να την βάλει μέσα
μάζεψε τις σκιές για να φαίνεται σημαντικότερος
και ένωσε τα ίχνη για να την βρει μέσα σε μια ευθεία
προχωρώντας χάθηκε μέσα στην πληθυντική διαδήλωση
ενω τα ίχνη τον οδηγησαν σε δαιδαλική αυγή
το μόνο όριο που έβλεπε ήταν εκείνο της στεριάς
και εκείνο της θάλασσας
τοποθέτησε με προσοχή την θαλασσινή αύρα
στους πνεύμονες του
και σκόρπισε το σώμα του στη θάλασσα
Derek Adams, Undertow / Ρεύμα επιστροφής
The overwhelming tsunami
has retreated, leaving a landscape
of scattered bricks and broken branches.
People send aid and say
you can start to rebuild now.
It will take years.
Even with shiny new building in place,
I will still feel undertow;
still struggle for breath.
Ρεύμα επιστροφής
Το κατακλυσμιαίο τσουνάμι
έχει υποχωρήσει, αφήνοντας ένα τοπίο
από διάσπαρτα τούβλα και σπασμένα κλαδιά.
Ο κόσμος στέλνει βοήθεια και λέει
μπορείτε να αρχίσετε να ανοικοδομείτε τώρα
Θα πάρει χρόνια.
Ακόμα και με τα αστραφτερά νέα κτίρια στη θέση τους,
πάντα θα αισθάνομαι το ρεύμα επιστροφής
ακόμα θα αγωνιώ για μια ανάσα
*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Αλεξάνδρα Ζαμπά, Εμφανίσεις έρωτα και πόθου
1.
Έλα είπε,
με αργό βλέμμα μηρυκαστικού τη τράβηξε
μονοδεντρί στο χείλος του φαραγγιού εκείνη
στη μεταμόρφωση έπεσε η εισπνοή συναγερμός
στου έρωτα το κατρακύλισμα ίλιγγος
να κρατιέται σαρκωμένος από το βλέμμα της εκείνος
ώσπου το θάμπωμα να γείρει βαρύ στα σκοτεινά μπλε
να βρεθεί στο γκρέμισμα ν’ αρπάται απ΄τα ζιζάνια
αγκάθια στο σώμα – αχτίδες αιχμηρές να επιτίθενται –
κάτι πέτρες να κυλούν κάτι τύμπανα να κτυπούν κροτάφους
Και ο σκύλος από ψηλά να γαυγίζει και εκείνη να μην αγγίζει γή
2.
Έλα είπε,
τρομερό το τράβηγμά του σε χώρους αδιέξοδου
το σώμα στο αγκάλιασμα θάλασσα τρεμούλιαζε
οχιές τα μαλλιά ρουφήχτρα σκέψεων τα χέρια του
Καμία αντίσταση στο κάλεσμα, τα γόνατα λύγισαν
το πάτωμα υποχώρησε αβίαστα σεισμικά έτρεμε
– διαστίζαν το σώμα σπαθωτά νύχια παφλασμοί
στο κάλεσμα άγριου ρυθμικού παράξενου χορού-
θυμήθηκε στο θάνατο του αντρός της μάνας γέλιο νευρικό
επιθυμία νεκρική και την αναπνοή κομμάτιαζε η ζωή
Κλάμα γοερό για τόση αγάπη και ειρμό αισθημάτων τη σπάραξε
3.
Έλα του είπε,
και πλάγιασε το βαρύ φόρτωμα σαν τρελό μυρμήγκι
μπερδεύτηκαν σκιές παλιά όνειρα έπαιρναν νέες διαστάσεις
κοίταζε τις κουρτίνες κούρνιαζαν σκόνη σε παλιρροιακή δίνη
οι λέξεις έραψαν τη γλώσσα αποχώρησαν σε αρχαϊκό κάλεσμα
τράβηξε απάνω της τη καρδιά άταχτα να ρυθμίζει τα κύματα
και του φεγγίτη το φως να τρώει βαθιά το χώρο
να φτύνει παντού κουκούτσι το σώμα της να παλεύει μόνο ζώο
το σώμα να μετρά τους αιώνες το σώμα ξένο και άγνωρο σώμα
4.
Έλα του είπε,
πάρε με στης Ανατολής τα μήκη Σεκέρ Παρέ η αγκαλιά σου
πάρε με στα βάθη τα θολά στου σώματος το λύγισμα
βουτιά βαθιά πνοή σιροπιαστή με άρωμα μαστίχας
κατρακύλα στου στήθους το σάλεμα χαράς με ανακάλημα
Φύτρωσαν φύλλα δυόσμου στις φαρδιές λεκάνες μου
του έρωτα πλατεία βαθύσκιωτη – άρωμα φίλτρου μαγικό
ανθός πορτοκαλιάς ο ιδρώτας σου συνδυασμός καρδάμου
τα δάκτυλά μου γνώρισαν την αβεβαιότητα της σκοτεινιάς
τον κάθε ψίθυρο του πνεύματος της εκκλησιάς ικεσία
Ικρίωμα – ξύλινη δομή με τη μορφή της ποινής του έρωτα
5.
Έλα μου είπε,
το σκοτάδι σε λίγο ξανοίγει – τα καμπαναριά χτυπούν λαλούν
φωνές σε συρμό τραβούν τραύμα γοερό το ξύπνημα πληγή
αγιάτρευτη τρομερή ταραχή και ο έρωτας θα αποχωρίσει
ο ήλιος πέφτει αγχόνη φωτογραφίζει- τα του έρωτα προδίδει –
το δυνατό άσπλαχνο φώς θυσιάζει το σώμα εκτοξεύει τον έρωτα
Έλα στη γραμμή του τέλους όπου αρχίζει το νέο αίσθημα ζωής
οι κουκουβάγιες μένουν τώρα κυρτές όλο συλλογισμούς
καρτερούν το σώμα σου τη νύχτα να ξεκουμπώσει αισθήσεις
άστεγος ο έρωτας περιμένει μονάχος και τα σανίδια να τρίζουν
Χάνονται πλέον οι σκιές καραδοκούν μαχαίρια σε κάθε βλέμμα
6.
Έλα του είπα,
τα τελευταία συνθήματα του έρωτα όρθια στους παραστάτες
άφησέ τα ότι αρχίσαμε στάμνα στεγνή σπάζει πάμε στη τελευταία
απότομη εισπνοή του έρωτα – απομακρύνει το φόβο του κενού –
το ηχητικό χάος της συμφοράς η απόγνωση του τέλους
άσπλαχνα περιβάλλει τη ταυτότητά μου με αναφιλητά
σε ιερό σπήλαιο κρατά σε απόσταση την αφή της νύχτας
και η μέρα άσπλαχνη και το φώς ρίχνει τους φάρους
στη στεγνή θάλασσα της Γαλιλαίας να καταβροχθίζει αργά
και αμείλικτα τη φωνή σου στο σκοτάδι του σώματός μου
Όλα σβήνουν μελαγχολικά σηκώνονται οι σκιές και τελειώνουμε
*Το ποίημα εμφανίστηκε εδώ, στο πλαίσιο της ενότητας «Ο αγιότατος έρως και άλλα τινά», σε σύλληψη, έρευνα, οργάνωση και εκτέλεση: Μαρία Πανούτσου και επιμέλεια: Αλεξία Κατσαβού: https://ologramma.art/ekei-poy-ola-archizoyn-kai-ola-teleionoyn/?fbclid=IwAR1a35EnbbfD13R7RejHnjy3hC72HF7wOcyqHijd9uDyBQezDLLqVnrx_wM







