Ai Ogawa, Αδιαφορία

Πάνω απ’ το κεφάλι μου, το σπίρτο καίγεται,

όμως το μεγάλο κομμάτι πάγου στο πίσω κάθισμα

Εξακολουθεί να λιώνει από μια φανταστική θερμότητα,

καθώς ο γέρο Hudson ακροπατώντας ανηφορίζει στην πλαγιά.

Η υφασμάτινη μπλούζα μου, τόσο υγρή που είναι διάφανη,

σαν ένα τρομαγμένο χέρι, αρπάζει το στήθος μου.

Η τσάντα με το ορυκτό αλάτι ξαπλωμένη φαρδιά πλατιά πλάι μου

ξυπνά, διψασμένη 

και απλώνει μια τρεμάμενη γλώσσα προς τον πάγο.

Θα επιστρέφω στο σπίτι, στη βρόμικη αυλή, στον βόθρο,

σ’ εσένα εκεί έξω, που σκάβεις ένα πηγάδι

που θα μπορούσες να το γεμίσεις με τον ιδρώτα σου

αν και για κανένα λόγο δεν θα το ‘θελα.     ^

Ποτέ δεν με προσέχεις πριν το τέλος της μέρας,

όταν το χέρι σου είναι πάνω στο γόνατό μου

και το παγωτό, μαγειρεμένο σε ζωμό,

είναι αρκετά ζεστό για να κάψει τα ακροδάχτυλά μου.

*Από το βιβλίο ΄Άι Ογκάουα, “Τα αιρετικά παραμύθια”, εκδόσεις Βακχικόν, 2020. Μετάφραση: Διώνη Δημητριάδου, Βαγγέλης Αλεξόπουλος.

Τάσος Ρούσσος, Δύο ποιήματα

Ταξίδι

Λιγνές φωνές, αγένειες κι αδοκίμαστες

περιγελώντας το ρουθούνισμα του αγέρα στα βράχια

τέσσερα πεύκα που βουτούσαν

θαμπά κι αμφίβολα στην αλισάχνη

κι ο ρυθμός στα κουπιά σαν καρδιοχτύπι.

Άπλωνε η θάλασσα νυφιάτικο σεντόνι.

Ποιες πολιτείες και ποια νησιά

κάρβουνο η μνήμη

και το φεγγάρι επίμονο κοράκι.

Μάτια προσηλωμένα στους σκαρμούς

οι ψυχές ακόμη πιο χαμηλά

και κάτωθέ μας τρεις οργιές

το βούισμα του Αχέροντα.

***

Με τη μουσική

Με τη μουσική

φτερούγες πράσινες αδιάκοπα

στο άλαλο ξάφνου δάσος τα πουλιά

κι ο ήλιος ξαπλωμένος στο ρυάκι

Υδράργυρος καινούργιος σταφταλίζοντας.

Νιώσε λοιπόν το ζωντανό άνεμο

δροσερή χαίτη στ’ ανοιχτά πλευρά σου

φλέβες της ψυχής

ζωγραφισμένες μελαγχολία κι αποχαιρετισμούς.

*Από τη συλλογή “Ο ξεναγός και η νύχτα”, εκδ. Κείμενα, Αθήνα 1981.

Θεόδωρος Μπασιάκος: Η ουτοπία της αλήτικης ζωής

Γράφει ο Σπύρος Θεριανός*

29/10/2018

Στο φανταστικό διήγημα του Μπόρχες «Ουτοπία ενός ανθρώπου που κουράστηκε», το κεντρικό πρόσωπο (άνθρωπος του 20ού αι.) συζητά με τον κάτοικο μιας μελλοντικής ουτοπίας. Ο αφηγητής διαπιστώνει πως βρέθηκε ξαφνικά σε ένα μέρος, όπου δεν υπάρχουν χώρες, χρήμα, γεγονότα. Οι κυβερνήσεις έχουν πέσει σε αχρηστία. Οι άνθρωποι δουλεύουν τη γη, φτιάχνουν τα έπιπλά τους κι ο καθένας αναπτύσσει τις τέχνες και τις επιστήμες που έχει ανάγκη. Η τέχνη υπάρχει μόνο έξω από θεσμικά πλαίσια. Δεν υπάρχουν μουσεία ούτε βιβλιοθήκες. Στα σχολεία μαθαίνουν την αμφιβολία και την τέχνη της λήθης. Ίσως, γι’ αυτό ο άνθρωπος της ουτοπίας θυμάται, χωρίς να είναι σίγουρος, πως ο Χίτλερ ήταν ένας φιλάνθρωπος, που επινόησε το κρεματόριο. Ο κάτοικος της ουτοπίας, του οποίου το όνομα είναι Κάποιος, δεν είναι ο «ιδανικός» άνθρωπος μιας ουτοπίας, όπως ενδεχομένως τον φανταζόμαστε. Γνωρίζει μόνο μέσω της παράδοσης, πως εδραιώθηκε ο κόσμος στον οποίο ζει και είναι σίγουρος πως αυτός ο κόσμος θα μετασχηματιστεί σε κάτι άλλο. Τι προϋπήρξε και τι πρόκειται να έρθει, τον αφήνουν αδιάφορο. Είναι αυτός και οι πρόγονοί του οι ηττημένοι/τα θύματα μιας ουτοπίας; Ενδεχομένως. Άλλωστε, όλες οι ουτοπίες έχουν/προβλέπουν τους ηττημένους τους. Όπως υπάρχουν και οι χαμένοι των «υπαρκτών» κοινωνιών, που δεν παύουν να ονειρεύονται έναν καλύτερο κόσμο. Πότε με τα υλικά του κόσμου που ζουν, πότε με φανταστικά.

Μία από τις εκφάνσεις του ουτοπικού οράματος είναι η ουτοπία της αλήτικης ζωής. Στον πυρήνα της βρίσκεται ένα υποκείμενο, που στοχάζεται και μιλά από θέση αδυναμίας. Ένας «υποταγμένος» με το περιεχόμενο, που θα έδινε στην έννοια ο Φουκώ: ο φορέας μιας γνώσης ή ενός ιστορικού περιεχομένου, που υποτιμάται ως μη γνωρίζων, ως απλοϊκός και κατώτερος (Foucault, 2002). Κυρίως όμως, ένας άνθρωπος, που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, του στερούν τα μέσα μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η Μαρία-Λουίζα Μπερνέρι, στο βιβλίο της Περιήγηση στην Ουτοπία, σημειώνει πως «η ανώνυμη λογοτεχνία των καταπιεσμένων όλων των εποχών είχε τραγούδια και θρύλους για μια κοινωνία χωρίς πείνα και καταπίεση. Οι δούλοι της αρχαιότητας αναπολούσαν μια μυθική εποχή ισότητας και οι νέγροι της Αμερικής του 19ου αιώνα ονειρεύονταν ένα μέλλον χωρίς ασταμάτητη δουλειά, εκ διαμέτρου αντίθετο προς την πραγματική τους ζωή» (Μπερνέρι, 1999). Στις νεωτερικές κοινωνίες της μετα-σπάνεως, το ποιοι είναι εν δυνάμει φορείς ενός τέτοιου οράματος εξαρτάται από τις κοινωνικά διαμορφωμένες έξεις/προδιαθέσεις των ατόμων και του ρόλου της κοινωνικής ανισότητας στη μορφοποίησή τους (Bourdieu, 2006), αλλά και της ιστορικής εξέλιξης αυτής της μορφοποίησης. Μια τέτοια μορφή ουτοπισμού διατρέχει όψεις τής ποίησης του Θεόδωρου Μπασιάκου.

Ο Θεόδωρος Μπασιάκος γεννήθηκε το 1963. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά ήδη απ’ τη δεκαετία του ’80. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Μαύρα μάτια, Τραγούδια για γραφομηχανή και τσιγγάνικη ορχήστρα, στις εκδόσεις του περιοδικού Πλανόδιον, το 2006. Συνήθως όμως, κυκλοφορεί τα ποιήματά του εκτός εμπορίου, σε αυτοσχέδιες φωτοτυπημένες εκδόσεις ή τα δημοσιεύει στο διαδίκτυο. Στα χέρια μου έχω τις αυτοσχέδιες συλλογές Μικρό Παρίσι, ποιήματα 1985-2007, Jam Session στο αμέρικαν μπαρ (2007), Αμαζόνιος (2008), Αγγούρια και μαργαρίτες (Άπαντα τ. 1, 2015), Μπασιάκ Θεόδωρος ο γκαν-γκαν (Άπαντα τ. 2, 2015), Νυχτερινό καφενείο και άλλα ποιήματα (Άπαντα τ. 3, 2015), Τα γαλλικά μου τραγούδια (Άπαντα τ. 4, 2015). Η χρήση της λέξης «Άπαντα» είναι ένα αυτοσαρκαστικό σχόλιο του ποιητή απέναντι στο έργο του. Ένα ειρωνικό νεύμα απέναντι στην αγωνία να μην πάει τίποτα χαμένο απ’ όσα έχουμε γράψει. Το 2017 κυκλοφόρησε σε μορφή ηλεκτρονικού βιβλίου μια επιλογή ποιημάτων του με τον τίτλο Κούκου Νιάου από τις εκδόσεις Ενδυμίων, η οποία διατίθεται ελεύθερα στο διαδίκτυο.

Η ποίησή του αντλεί απ’ τον αναρχισμό και το κίνημα του dada, τόσο σε κάποιες όψεις της γραφής του* όσο και στην αίσθηση που κυριαρχεί στα ποιήματά του, πως η πραγματικότητα είναι ολότελα λάθος και πως η τέχνη δεν πρέπει να είναι μια πρακτική διαχωρισμένη από τη ζωή:

Ζω μέσα στο ποίημα.

Ποίημα είναι η ίδια η ζωή.

(από τις «Σελίδες ημερολογίου»)

Η καλλιτεχνική του ταυτότητα;

ΓΡΑΦΩ. Τι το περίεργο; Είμαι συγγραφέας. Αν ήμουν

ζωγράφος φερ’ ειπείν θα ζωγράφιζα.

Τα γραπτά μου:

Τοπία, απόψεις της πόλης μας ως επί το πλείστον,

σκηνές δρόμου αλλά και αρκετά εσωτερικά (το δωμάτιο

του καλλιτέχνη κλπ.)

Νεκρές φύσεις

Προσωπογραφίες – μεταξύ των οποίων πολλές οπωσδή-

ποτε αυτοπροσωπογραφίες

– και βεβαίως: –

Γυμνά.

Η Μαρ. είναι το αγαπημένο μου μοντέλο.

Και τώρα τίθεται το ερώτημα: κατά πόσον ένα πορ-

τραίτο φιλολογικό «μοιάζει» τον άνθρωπο;

Ενδιαφέρον ερώτημα, το οποίο έχει κι’ ακόμα απα-

σχολεί μία σημαντική μερίδα του αναγνωστικού μας

κοινού και της κριτικής… (Στη ζωγραφική τόχουν θαρρώ

απαντήσει προ πολλού…)

Εγώ, βεβαίως, γράφω σε «στυλ Πικασσό».

Το μέτρο των στίχων του, μας το δίνει ο ίδιος:

Στα ρεπό τους

τα «δουλικά»

(βουλγάρες, ρωσίδες κλπ.)

ανταμώνουνε πάντα

στο ίδιο παγκάκι

σ’ αυτή δω τη πλατεϊτσα

καπνίζουνε ασταμάτητα

και τα λένε τα λένε

και καπνίζουνε

και κουνάνε τα

πόδια τους νευρικά –

κι αυτό είναι!

-αυτό!-

το μέτρο του στίχου μου.

(«Το μέτρο»)

Στα ποιήματά του αναδύονται οι διπλές αξίες της ζωής και η σύγκρουσή τους. Από τη μία, οι επιτακτικές υποχρεώσεις της καθημερινότητας και από την άλλη ο επιθυμητός τρόπος ζωής με τα διαβάσματα, τα γραψίματα, τους φίλους, τις κρασοκατανύξεις, την αλληλέγγυα κουλτούρα, τις ξάπλες.

Ξάπλα –μου γουστάρει –

μεσ’ το δείλι.

Τα πόδια ν’ απλώνω ίσια στο άπειρο!

Η κάλτσα τρύπια, γυμνό το μεγάλο μου δάχτυλο!

Τσιγαράκι –να φουμά –

τώρ’ ανάβω.

Με τον καπνό δαχτυλίδια σου φκιάνω!

Για τα νέα του χρηματιστηρίου, καπίκι δε δίνω!

(«Ένα γαλλικό τραγούδι»)

Χαρακτηριστικό της ουτοπίας της αλήτικης ζωής είναι πως ο φορέας της συγκροτεί την αυτοεικόνα του και τις προβολές του για μια καλύτερη ζωή, με εικόνες και έννοιες από την κοινωνική πραγματικότητα, στην οποία ζει και στην οποία εναντιώνεται. Δεν έχουμε ανάγκη από περιφράξεις, ιδιοκτησίες και φυλακές. Μόνο ηλιόλουστες μέρες τον χειμώνα. Ατελείωτη περιπλάνηση. Μια όμορφη σκιά το καλοκαίρι. Και ζήσε. Ζήσε και άσε και τους άλλους να ζήσουν. Να μερικά απ’ τα στοιχεία της ιδανικής πολιτείας του, τα οποία συναντούμε και στα ποιήματα του Μπασιάκου. Μια απελευθέρωση από την εργασία και μια φυγή από την πολιτική και από την ίδια την κοινωνία.

Ο άνεμος, voilà!

παίζει την μουσική που παιζότανε

παλιά στα τσίρκα τα λούνα-παρκ τα καρναβάλια ακόμα

Στ’ ανθοπουλειά σουρώνω μ’ όλα τούτα τα φτηνά και δυνατά

αρώματα

που με κερνάνε οι μόρτες

Ψώνισα δυο τόπια φύλλα τριανταφυλλιάς απ’ την πόλη, φουστάνι

καινούργιο να ράψεις

Ας παντρευτούμε

Θάρθω απόψε στον ύπνο σου να σε κλέψω

-πάλι!-

Θα ζούμε με ποιήματα . θα κάνουμε αφού το θες πολλά παιδιά

Τι κι αν είμαστε φτωχοί

Πουλιά, αγάπη μου, σαν πουλιά θ’ αναστήσουμε τα παιδιά μας.

(«Αμαζόνιος»)

Ο λιτός βίος μετατρέπεται σε ιδεώδες, κάτι που το συναντούμε σε όλες σχεδόν τις πνευματικές παραδόσεις, αλλά και σε αντιπολιτευτικές αντικουλτούρες, όπου ατομικοί τρόποι διαβίωσης μπορούν να αποκτήσουν ανταγωνιστικό χαρακτήρα (Porta, Diani, 2010): ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη πολλά για να ζήσει και αυτό από μόνο του μπορεί να γίνει πράξη αντίστασης ή ανάκτησης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας:

Να βρίσκεσαι με τους φίλους

Να φροντίζεις την τριανταφυλλιά

Να φουμέρνεις στο δειλινό

Ν’ αφίνεις να τρίβεται η γατούλα στα πόδια σου

Να κάνεις έρωτα (όχι λεφτά)

Να πίνεις μ’ απόλαυση το νερό

Να διαβάζεις να γράφεις

Κ.τ.λ.

Ν’ απαλλοτριώνεις αλύπητα τους απαλλοτριωτές

της ζωής μας

Η ζωή είναι ωραία.

Να μη πλένεις πιάτα ποτέ το βράδυ

γιατί τη νύχτα μπορεί να πεθάνεις – γράφει κάπου

ο φίλος μου ο Θανάσης.

Ωραίος ο Θανάσης! Όπως κι’ όλοι οι φίλοι μου.

(«Χτες είδα τον Χριστό φαντάρο»)

Ο David Graeber, επισημαίνει πως οι αναρχικοί δεν πιστεύουν στην καθορισμένη πορεία της ιστορίας και πως καμιά μορφή εξαναγκασμού δεν προάγει την ελευθερία. Ωστόσο, οι κοινωνικές και πολιτικές διαδικασίες μεσολαβούν για να οδηγήσουν στη συναίνεση έναν κόσμο ταραχώδη (Graeber, 2007). Πιθανό παρεπόμενο η αποδοχή της μοίρας, μια amor fati (αγάπη της μοίρας): να αισθάνεται κανείς καλά με ότι έχει τώρα, σήμερα. Αυτή η στάση συνυφαίνεται κάποιες φορές με την αγάπη και την κατανόηση για το κοντινό και το μοναχικό. Τη συναντούμε στο Βιβλίο της Ανησυχίας του Μπερνάντο Σοάρες, ετερώνυμου του Φερνάντο Πεσσόα: ο Σοάρες εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για την πραγματικότητα στην οποία ζει, για τη δουλειά του, για το αφεντικό του, μέχρι και για τον δρόμο που βρίσκεται η εμπορική εταιρεία. Παραδέχεται όμως, πως αν του δινόταν η ευκαιρία σε μια επόμενη ζωή, θα αγόραζε ένα εισιτήριο, με το οποίο θα επέστρεφε στην ίδια ζωή, στην ίδια δουλειά, στο ίδιο αφεντικό, στον ίδιο δρόμο. Ο Μπασιάκος δεν θα ξόδευε τα λεφτά του για την ίδια διαδρομή. Καμιά φορά διχάζεται, γιατί στην πραγματική ζωή υπάρχουν περισσότερες από μία διαστάσεις:

Θα μπορούσε να είναι έτσι:

να ‘χω δουλειά

αυτό μονάχα

ν’ αμείβομαι,

το βασικό

Να μπορώ απλώς να επιστρέφω κάθε μέρα

κατάκοπος στο καμαράκι

με το μεροκάματο στην τσέπη

και μ’ ένα λουλούδι για την καλή μου

Η αγκαλιά της να ‘ναι η ξεκούρασή μου

ο έρωτάς της η ανάσα μου

Κι αύριο

ξανά

πάλι μια από τα ίδια

με μικρές παραλλαγές

ας πούμε: αντί λουλούδι, λουκούμια

ή ένας δίσκος τζαζ…

Τις Κυριακές, απόδραση, στο κύμα, στο ταβερνάκι

Τη μέρα του συλλαλητηρίου, στο συλλαλητήριο…

Χιονίζει σήμερα.

Δεν έχω μία.

Ούτε λουλούδι ούτε λουκούμι.

Κάνω όνειρα «μικροαστικά»

Κι έτσι μου ‘ρχεται να κλάψω-

Δεν ξέρω αν

Από απελπισία; Ή απ’ την ομορφιά όλης αυτής της απλότητας;

(«Και πουρκουά πα, δηλαδή, μανίτσα μου;»)

Φωτογραφία: Εliot Εrwitt

Ωστόσο, αντί για την «αγάπη της μοίρας», θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στην «αίσθηση της θέσης» όπως αποκαλεί ο Γκόφμαν, την πρακτική γνώση της σύνολης κοινωνικής δομής, που συνεπάγεται σιωπηρή αποδοχή της θέσης και αίσθηση των ορίων («δεν είναι για μας αυτά»). Όσο πιο άκαμπτα επιβάλλεται η αρχή της πραγματικότητας και όσο πιο άκαμπτα για λόγους αρχών εναντιώνεται σε αυτήν το άτομο, τόσο περισσότερο το τελευταίο ορίζει με αυστηρότητα τις αποστάσεις, που πρέπει να τηρηθούν. Βρίσκει τη συνέχεια και τη σταθερότητα του νοήματος που δημιουργεί για τον κόσμο στην πιστή δέσμευση της συνείδησής του στον εαυτό της, όπως ο Οδυσσέας δέθηκε μπροστά στις Σειρήνες (Bourdieu, 1999). Ο Μπασιάκος δεν παύει ποτέ να σιχτιρίζει την ανισότητα και τη νευρωτική συμμόρφωση που απαιτείται εντός των κοινωνικών πλαισίων που διαμορφώνονται στον καπιταλισμό, την αποξένωση των ανθρώπων. Οι ίδιες οι κοινωνικές σχέσεις μπορούν να αποτελέσουν παράγοντες ξεριζώματος (Weil, 2014). Στα ποιήματά του συναντούμε εικόνες ξεριζωμένων. Για τον Μπασιάκο, οι ποιητές για παράδειγμα, είναι εσωτερικοί εμιγκρέδες, συγχρωτισμένοι με όλους τους ξεριζωμένους της γης:

Κι’ εμείς

οι ποιητές

πρόσφυγες είμαστε

και μετανάστες,

εμιγκρέδες,

ξένοι, ξεριζωμένοι,

εξόριστοι

είτε αυτοεξόριστοι,

κυνηγημένοι,

στη καλύτερη: γύφτοι…

(στη πιο καλύτερη: μπατιροτουρίστες…)

Μου τόχε πει και μια γειτόνισσα,

η Αλμπένα,

Βουλγάρα; – Βουλγάρα, ναι:

Είστε κι’ εσείς σαν εμάς κύριε Θόδωρα

μόνο λίγο παράξενος… τί τα θέλετε τόσα βιβλία;!

(«Γραφικοί τύποι»)

Αρκετά ποιήματα του Μπασιάκου φέρουν τα ίχνη επανεγγραφών σε ποικιλόμορφα συμφραζόμενα, μετεικασμάτων που δίνουν την αίσθηση της ενεργοποίησης μιας ποιητικής μνήμης. Συναντούμε σε ένα σημαντικό μέρος του έργου του, τα διακριτικά γνωρίσματα μιας ποίησης εμποτισμένης από το καρναβαλικό πνεύμα και κυρίως, από μορφές πολιτισμού του λαϊκού γέλιου. Το ποίημά του «Κακβιμάρτζος», λέξη που σημαίνει «εις υγείαν» στα Γεωργιανά, θα μπορούσε να είναι μία «λειτουργία των μεθύστακων», όπως την παρουσιάζει ο Μπαχτίν στα πλαίσια της χιουμοριστικής λατινικής φιλολογίας, πεποιημένη με τον ποιητικό τρόπο του Μπασιάκου, προσαρμοσμένη σε περιστάσεις της εποχής μας. Στο συγκεκριμένο ποίημα, ο ποιητής, που αποστρέφεται την κρατική εξουσία και τα όργανά της, τα πίνει μ’ έναν πρώην αστυνομικό από την εποχή της Ε.Σ.Σ.Δ.. Έχουν γείρει ο ένας στον ώμο του άλλου και τα λένε:

Αν είναι δυνατόν

εγώ

ο ποιητής

να τα πίνω απόψε παρέα

μ’ έναν μπάτσο

(!)

ναι

(πρώην,

στην Ε.Σ.Σ.Δ.)

γερτοί λιώμα ο ένας στον ώμο τ’ άλλου

τους παλιούς καλούς καιρούς και να κλαίμε

(μπαλαλάικες… πούντες, θε ν’ ακώ μπαλαλάικες!)

τότε που

-ο λόγος στον φίλο μου:-

Κάτι χούλιγκαν σαν εσέ

εγκώ, αντελφέ, τους έστελνα στο Σίμπιρι ευγκαρίστως.

(«Κακβιμάρτζος»)

Η Λολομπριτζίτα, ο γύφτος με τις αρκούδες, τα καρουζέλ των πανηγυριών, οι καλντεριμιτζούδες παρελαύνουν στα ποιήματά του, όπως σε μια μέρα καρναβαλιού:

Το καρουζέλ των πανηγυριών

Ο «γύρος του θανάτου»

Τα ρεφρέν της Πασκάλ

(το κορίτσι με τη λατέρνα)

Το ζωντόβολο του γύφτου Αρκουδιάρη

Τα κουνήματα και τα γλυκά μάτια της καλντεριμιτζούς

Η μπύρα στου Πάλιβετς το καπηλειό

Τα δαχτυλίδια από καπνό

Οι λέξεις

(ο ποιητής).

(«Μέρα γιορτινή»)

Όπως επίσης, στο ποίημα «Στον ύπνο μου…», ο Μπασιάκος αξιοποιεί -συνειδητά ή ασυνείδητα, δεν το γνωρίζουμε- το «ονειρικό όραμα» (dream vision). Ένα λογοτεχνικό είδος εξαιρετικά δημοφιλές στα μεσαιωνικά χρόνια, αλλά και με διαχρονική δημοτικότητα. Κατά τη συνήθη σύμβαση, ο αφηγητής αποκοιμιέται και ονειρεύεται γεγονότα, που πρόκειται να εξιστορήσει στη συνέχεια, ενώ τα όσα ονειρεύεται, φέρουν εν μέρει τουλάχιστον, ένα αλληγορικό απόθεμα :

Στον ύπνο μου ροχαλίζω σαν τραίνο

Λιβάδια διασχίζω καταπράσινα

Άγρια άλογα με παραβγαίνουνε στη πηλάλα…

Είμαι λέει σ’ ένα βαγόνι

στο διάδρομο

εγώ κι’ ένα ασκέρι Τσιγγάνοι

που επιστρέφουν στην Γιουγκοσλαβία από δουλειές στην Ιταλία

εγώ γυρνάω από Ιταλία επίσης

στο σακίδιο μου έχω 2 κρασιά και μια γκράπα

τα κοπανάμε με τους Τσιγγάνους

μια νεαρή Τσιγγάνα έχει κολλήσει τα γόνατά της στα γόνατά μου

σκέφτομαι εδώ θα γίνει μακελειό

μου λέει την λεν Μιάρκα, όπως την γιαγιά της, γιαγιά της ήταν μου λέει η ηρωίδα του ομώνυμου μυθιστορήματος του Ζαν Ρισπέν

είμαι τύφλα και την πιστεύω κλαίω από ευτυχία

λέω: κλαίω από ευτυχία

(άρα είμαι άντρας

πλέον

τα παιδιά κλαιν από δυστυχία όχι οι άντρες)

επίσης, ξέχασα να σημειώσω ότι στο ίδιο βαγόνι

στα κουπέ κυριλέ

ταξιδεύουν δυο πουτάνες εξαίσιες λίγο γριές αλλά αξιαγάπητες

με καπελαδούρα πίπα κ.τ.λ.

σκέφτομαι:

αν τις έβλεπε ο Φελίνι θα τις έκανε πρωταγωνίστριες

κι’ επίσης

κουβαλώ στο σακίδιό μου:

ένα φύλλο της Lotta Continua (το οποίο θα μου κατασχέσουν οι μπάτσοι στην Λουμπλιάνα…)

2 αφίσες του αναρχικού ζωγράφου και χαράκτη Flavio Constantini

μερικοί δίσκοι: 2 των Area, το διπλό “The great white wonder” bootleg του Ντύλαν, Enzo Jannacci ένας δίσκος με τραγούδια σε στίχους Dario Fo, Yves Montand ένας δίσκος με τραγούδια σε στίχους Jacques Prevert

ένα τεφτέρι με στίχους

κι’ ένα μπλου-τζην, που δεν μου χωράει, μικρό, άγνωστο πώς βρίσκεται στο σακίδιό μου…

Η ζωή είναι ένα όνειρο

(άμα την ζεις).

Με την ποίηση του Μπασιάκου αναδύεται μπροστά μας ως «χρονότοπος» ο λαϊκός κόσμος της δομικής ανέχειας, της αναδουλειάς, της ανεργίας, του μετανάστη, του ακαμάτη, του ονειροπόλου, του άπορου καλλιτέχνη, του πότη, της καθημερινότητας, της ευθυκρισίας, του «κοινού νου».

Η γειτόνισσα βήχει ασταμάτητα.

Βουλγάρα, γι’ αυτό βήχει.

Πολύ με στενοχωρούν οι άνθρωποι που βήχουν.

Είναι άδικο που βήχουν μόνο οι φτωχοί.

Θα της έκανε καλό πιστεύω ένα τσάι ζεστό.

Ακόμα καλύτερα ένα ταξιδάκι στις Μπαχάμες, ή

στις Άλπεις που είναι ξηρό το κλίμα.

Τέλος πάντων:

Ό,τι μας πει ο γιατρός, δεν είμαστε γιατροί εμείς.

(«Μεταξουργείο»)

Πρόκειται για εικόνες καθόλου μεμονωμένες και αυθαίρετες ή αποκομμένες από τα άλλα πολιτισμικά και κοινωνικά φαινόμενα. Κι αυτό τον διαφοροποιεί από τους ποιητές του «ιδιωτικού οράματος» της γενιάς του. Στα ποιήματά του συμπλέκονται τα στοιχεία μιας «αυθόρμητης λαϊκής φιλοσοφίας» με τη φωνή ενός αναρχικού που εκφράζεται μέσα από το γέλιο της λαϊκής κουλτούρας το «νικηφόρο για κάθε τι» (Μπαχτίν, 2017).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

* Ο Μπασιάκος επισημαίνει σε γραπτά του, πως κάποιοι στίχοι του είναι «δανεισμένοι» από άλλους ποιητές, όπως επίσης κάποια ποιήματά του είναι μεταγραφές από μνήμης, ποιημάτων Γάλλων κυρίως ποιητών και στιχουργών. Πρακτικές «δανεισμού», που μας παραπέμπουν στους ντανταϊστές. Ενδεικτικά παραδείγματα της δεύτερης περίπτωσης είναι τα ποιήματα «Όχι» και «Aucassin et Nicolette MMXIV», από τη συλλογή «Νυχτερινό καφενείο και άλλα ποιήματα». Όπως μας πληροφορεί ο Μπασιάκος, το πρώτο ποίημα «μπορεί να θεωρηθεί ως ελεύθερη απόδοση ενός ποιήματος του Blaise Cendrars», ενώ το δεύτερο ποίημα, «πρόκειται για μια ερωτική εξομολόγηση του ήρωα προς την ηρωίδα του ομώνυμου μεσαιωνικού ρομάντσου, αντιγραμμένη από μνήμης κι ίσως κομμάτι αυθαίρετα».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Μπαχτίν Μ., Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του, Για τη λαϊκή κουλτούρα του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, μετάφραση: Γιώργος Πινακούλας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2017.

-Μπερνέρι Μ., Περιήγηση στην Ουτοπία, μετάφραση: Βασίλης Τομανάς, Νησίδες, 1999.

-Μπόρχες Χ., Άπαντα πεζά, μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, Ελληνικά Γράμματα, 2005.

-Σοάρες Μ. (Φερνάντο Πεσσόα), Το Βιβλίο της Ανησυχίας, μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα, τόμος Α΄, Εξάντας, 2004.

-Bourdieu P., Γλώσσα και Συμβολική Εξουσία, μετάφραση: Κική Καψαμπέλη, Ινστιτούτο του Βιβλίου Α. Καρδαμίτσα, 1999.

-Bourdieu P., Η αίσθηση της πρακτικής, μετάφραση: Θεόδωρος Παραδέλλης, Αλεξάνδρεια, 2006.

-Foucault M., Για την υπεράσπιση της κοινωνίας,μετάφραση: Τιτίκα Δημητρούλια, Ψυχογιός, 2002.

-Graeber D., Αποσπάσματα μιας Αναρχικής Ανθρωπολογίας, μετάφραση: Σπύρος Κουρούκλης, Στάσει Επίπτοντες, 2007.

-Porta D., Diani M., Κοινωνικά κινήματα, Μια εισαγωγή, μετάφραση: Ξενοφών Γιαταγάνας, Κριτική, 2010.

-Weil S., Ανάγκη για ρίζες, μετάφραση: Μαρία Μαλαφέκα, Κέδρος, 2014.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Edith Tudor-Hart. Από εδώ: https://frear.gr/?p=22880&fbclid=IwAR3gU5ycc3v3feXx9TDgvwE-UeJEHmjW1lE5CGhH-sF6VKHNz_IKqGsuIEY

Στράτος Κοσσιώρης, Δύο ποιήματα

Πηγαδάκια

Είναι να θαυμάζει κανείς

την αλληλεγγύη που δημιουργεί η ανάγκη

σαν βλέπεις λογής λογής αλλοδαπούς

να στήνουν πηγαδάκια

έξω από τις δημόσιες βρύσες.

Ενώ ο Έλληνας -κυρίως ο παντρεμένος-

στα μουλωχτά

κι όσο πιο αθόρυβα

θα κάνει τη δουλειά του

***

Διαδρομές

Μέσα στα τόσα χρόνια

στις τόσες διαδρομές

συναντήθηκα με βλέμματα

γύρεψα συναντήσεις

που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ.

*Από τη συλλογή “Τα κάρβουνα”, (.poema..) εκδόσεις, 2014.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Επαναστάτης-Ασκητής

Λύθηκε από μένα

ότι αγάπησα

ήμουν και σχοινί 

και πάσσαλος

και έγνοια

και άχρηστες προετοιμασίες

ήμουν αυτοδίδακτος τύραννος

μικρός επαίτης τής μουσικής

έδιωχνα τις σκοτούρες της

και κυνηγούσα έντομα 

απ τα μαλλιά της..

Στα μεσημέρια τής ζωής

δεν είχα καμμία διήγηση

για να σωπάσω 

τις ανησυχίες 

όσων δεν ήξεραν από μόνοι τους

να ησυχάσουν..

η σχέση μου με το σύνολο

ήταν και παραμένει

ασαφής

ήμουν μάλλον το ψεγάδι του

ο λεκές από απροσεξία

η διαρροή γκαζιού

και

από τα χαμένα σου πρόσωπα

προτιμώ το πιο βαθύ.

Στα απογεύματα τις ζωής 

έπαιζα τάβλι

και έβαζα στοιχήματα

με τον εαυτό μου

και έκανα λογαριασμούς

και έφτυνα κάτω τα λάθη μου

και τόκιζα τα σωστά μου

έγινα μια ειρηνική διαπίστωση

ένα χαμόγελο προς τη μέρα

μια άφεση αμαρτιών

το φωτογραφικό άλμπουμ

ενός ακατοίκητου σπιτιού

ένα δόξα τω Θεώ.

Τα πρωινά τής ζωής 

ήμουν επαναστάτης

και τα βράδια κουρασμένος

επέστρεφα στην σπηλιά μου

ασκητής..

Αποφεύγοντας πάντα

απογεύματα και μεσημέρια

άδειαζα τον εαυτό μου 

με δυό προσευχές στο τραπέζι

ξερό ψωμί κι ελιές

κι ένα κερί να περιγράφει το κενό.

Και ήσυχος κοιμόμουν.

2 ποιήματα | Ντέμης Κωνσταντινίδης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis giorgis

Ο Νοέμβρης τους βρήκε πίσω από κάγκελα
ταμπουρωμένους.
Στον αέρα της πόλης πλανιότανε
το μήνυμά τους.
Τόσα και τόσα χρόνια η ίδια λούπα, μόνο
που οι ίδιοι είχαν πια άσπρα μαλλιά,
στους ώμους τους ασήκωτη τη μοναξιά,
κι ίσως τα παιδιά των παιδιών τους
σ’ ωραία κορνίζα.

***

Το κοντέρ της μοτοσικλέτας
μένει στο μηδέν.
Μόλις πιάνω κατηφόρα
το χτυπάω με το δάχτυλο
όπως ο Τζακ Σπάροου
τη χαλασμένη του πυξίδα.
Με μια γκαζιά περνάω
κλειστά μαγαζιά
έρημες πλατείες
στέκια της μνήμης.
Κάτι παπάκηδες
στριμωγμένοι στο φανάρι
μαρσάρουν για κόντρα.
Γέρνω αγκαλιάζω τη γριά μου
και διακτινίζομαι.


[εικόνα: Γιώργης Σαράτσης]

View original post

Peter Handke, Από το “Ποίημα για τη Διάρκεια”

Εδώ και καιρό θέλω να γράψω για τη Διάρκεια,

όχι κάποια έκθεση, κάποιο θεατρικό, κάποια ιστορία,

η Διάρκεια πιέζει προς Ποίημα.

θέλω να αναρωτηθώ με ένα ποίημα,

να θυμηθώ με ένα ποίημα,

να ορίσω και να διαφυλάξω με ένα ποίημα,

αυτό που είναι Διάρκεια.

Επανειλημμένως βίωσα τη Διάρκεια,

πριν το έμπα της Άνοιξης στην Fontaine Sainte-Marie,

με τον βραδινό αέρα στην Porte d’Auteuil,

στον καλοκαιρινό ήλιο πάνω στους βράχους,

στον δρόμο για το σπίτι ξημερώματα μετά από

μια συνένωση.

Αυτή η Διάρκεια, τι ήταν;

Ήταν κάποιο χρονικό διάστημα;

Κάτι το μετρήσιμο; Μια βεβαιότητα;

Όχι, η διάρκεια ήταν ένα αίσθημα, 

το πιο φευγαλέο όλων των αισθημάτων, 

πολλάκις ταχύτερο από μια στιγμή, 

απρόβλεπτο, ακυβέρνητο, 

άπιαστο, μη μετρήσιμο.

Και εν τούτοις, θα μπορούσα με τη βοήθειά της, 

να χαμογελώ και να αφοπλίζω όποιον αντίπαλο, 

της γνώμης θα ήταν, 

ότι είμαι ένας κακός άνθρωπος, 

μεταμορφώνοντας την πεποίθησή του:

«Είναι καλός!»

αν ήταν, αν υπήρχε ένας θεός,

το αίσθημα της Διάρκειας θα ήταν παιδί του.

Χθες ακόμη, άκουσα στη Βάαγκπλατς,

στο Σάλτσμπουργκ,

μέσα στον πάταγο και στο σπρωξίδι

της αιώνιας μέρας της αγοράς,

μια φωνή σαν από την άλλη άκρη της πόλης,

να φωνάζει το όνομά μου,

κατάλαβα την ίδια στιγμή,

ότι ξέχασα στον πάγκο της αγοράς

το χειρόγραφο της «Επανάληψης»*,

με το οποίο ήμουν καθ’ οδόν προς το ταχυδρομείο,

άκουσα πισωγυρίζοντας εκείνη την άλλη φωνή,

που πριν ένα τέταρτο αιώνα,

στη νυχτερινή σιωπή ενός προαστίου του Γκρατς,

από την πέρα άκρη του άδειου, μακρύ και ευθύ δρόμου,

κατά τον ίδιο τρόπο έμφροντις,

όπως και τότε, ήρθε από κει πάνω να με συναντήσει

και μπορούσα τότε να περιγράφω

το αίσθημα της Διάρκειας σαν

ένα γεγονός εγρήγορσης,

μια πράξη συνειδητοποίησης ενδότερου γίγνεσθαι, 

μια αίσθηση του περιβάλλεσθαι, του συλλαμβάνεσθαι, 

από ποιον; 

Από έναν συμπληρωματικό ήλιο, 

από έναν φρέσκο αέρα, 

από μιαν άηχη, λεπτή χορδή,

που όλες τις αδεξιότητες δικαιολογεί και συμβιβάζει.

*Διήγημα του Χάντκε που γράφτηκε το 1986, όπως και το «Ποίημα για τη Διάρκεια» και που τα δύο αυτά έργα έχουν μια αδελφική σχέση. Το θέμα του είναι το ταξίδι του Φίλιπ Κομπάλ στη Σλοβενία για να αναζητήσει τον, μετά τον πόλεμο, αγνοούμενο αδελφό του, στη χώρα καταγωγής τους από πατρικής πλευράς. Για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου, έκανε ο Χάντκε έρευνες ετών, σπούδασε Γεωγραφία και Ιστορία της Σλοβενίας, έμαθε σλοβενικά σε τέτοιο βαθμό που στη συνέχεια μετέφρασε σλοβενική λογοτεχνία. Εκτός των ερευνών, πραγματοποίησε ταξίδια στον τόπο, κράτησε σημειώσεις και σχέδια, φωτογράφισε αντικείμενα και τόπους. Χαρακτηριστικές φωτογραφίες του είναι «Τα τυφλά παράθυρα».

**Peter Handke,“Ποίημα για τη Διάρκεια”, Εκδόσεις Βακχικόν, Ιούλιος 2020.

***Μετάφραση: Ιωάννα Διαμαντοπούλου.

Παναγιώτης Δημητριάδης, Δύο ποιήματα

η διδαχή των λέξεων

θαρρείς πως γνώρισες το ανόητο

κι αυτο-ορίστηκες νοήμων

σε κούρασε

η αταξία της θάλασσας

ο φάλτσος ήχος του ανέμου

η χλωμή βεντάλια του ήλιου

ν’ αποσυρθείς στις μελανές ρυτίδες σου

να ονειρευτείς πως είσαι γέννημα θεών

σαν κάτι πιο μεγάλο

πιο πολύ να κρύβουν

Μα τι θαυμάζεις στα κενά

που πλήγωσες τον βράχο

τόσο λοιπόν αγάπησες

την απουσία της ύλης

που έγινες κι εσύ μια άδεια λέξη

νοητή

ποιητή, ποιητή

τι γλώσσα μιλάς;

***

Αλληγορία ενός λεπτού

ήμουν εγώ ο τυφλός θεατής

στο ασσύμετρο σώμα

που λείπει

ήμουν εγώ που ψιθύρισα

με φάλτσο φερέφωνο

στον κωφό ακροατή

λέξεις δίχως κόκκαλα

που έκρυψα

με περίσσια τέχνη

κάτω απ’ τη γλώσσα

δεν ήμουν εγώ

αλλά ό,τι χώρεσε η σιωπή

σε μια λέξη

*Από τη συλλογή “Ο φόνος του λευκού”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.

Κατερίνα Φλωρά, Δύο ποιήματα

Αλήθεια

Κάπου ανάμεσα στους δύο πόλους βρίσκεσαι,

στη μέθη του ιδανικού

στην αναγκαιότητα αποδοχής του πραγματικού

Στον κενό χώρο μεταξύ των αντιθέτων

αδιαλείπτως την θέση σου αναζητάς

Σαν το μέρος σου θαρρείς πως βρήκες

την προσωρινή σου χαρά αντικρύζεις

ώσπου η αέναη ροή του κόσμου

τη ράχη σου αγγίξει

Κι από κει αρχινάς πάλι

-ως να μη γνώριζες ποτέ 

και σαν από πάντα να είχες-

την ταλάντευσή σου 

***

Αβέβαιον                                                                                

Αίσθηση θολή που τις

στιγμές εκείνες με πλευρίζεις

γοητεία κι αν έχεις στην 

ασάφειά σου σκιάζομαι

Της ασφαλούς μου κλίνης 

την ηρεμία απομάκρυνες

ζήλεψες, θαρρώ, τα παιδικά της όνειρα

που έμειναν ως είχαν

Εκείνον τον γνώρισες;

Την αποκλειστική σου προσοχή

μην έχω συλλογίζομαι, και

της εύνοιάς σου αιωνίως

τα προνόμια να απολαμβάνω

Τη μοναδικότητά μου

κι αν άδραξες, μη ξεχαστείς,

τη χαρά του μέσου 

μη περιφρονήσεις 

Μιχάλης Κατσαρός «Ένας προμηθεϊκός ποιητής της απόλυτης ελευθερίας»

Γιώργος Αναγνωστόπουλος*

Ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός, ο οποίος γεννήθηκε το 1919 στην Κυπαρισσία Μεσσηνίας, ανήκει στους λογοτέχνες της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Θα παντρευτεί τη ζωγράφο Κούλα Μαραγκοπούλου, μία από τις κυριότερες εκπροσώπους του εξπρεσιονισμού στην Ελλάδα, που συνδύαζε παράλληλα και αφαιρετικά στοιχεία, δημιουργώντας το δικό της προσωπικό στιλ.  Με την  Κούλα Μαραγκοπούλου θα αποκτήσουν ένα γιο, το σκηνοθέτη Στάθη Κατσαρό.

Ο Μιχάλης Κατσαρός το 1953 θα εκδώσει τη συλλογή ποιημάτων, που τον έκανε ευρέως γνωστό, με τον τίτλο “Κατά Σαδδουκαίων“. Η συλλογή του θα εκδοθεί για δεύτερη φορά το 1971 από τις εκδόσεις «Κείμενα» του Φίλιππου Βλάχου. Στις παραπάνω εκδόσεις περιλαμβάνεται το πολύ γνωστό πλέον ποίημά του η «Διαθήκη» και το «Υστερόγραφο», ένα δεύτερο ποίημα το οποίο αναγκάστηκε να γράψει σ’ ένδειξη διαμαρτυρίας για την «αυτολογοκρισία» που υπέστη από τους υπεύθυνους της εφημερίδας «Δημοκρατικός τύπος»  όταν στα 1950 η εν λόγω εφημερίδα εξέδωσε τη «Διαθήκη», αλλά  με περικοπές, φοβούμενη  ενδεχομένως τον κίνδυνο διώξεων, σύμφωνα με το νόμο 509 που υπεγράφη από το βασιλιά Παύλο το 1947.

Ας παραθέσουμε όμως το ποίημα με τους κομμένους στίχους υπογραμμισμένους  και με μία μικρή αναδιάταξη του ποιήματος.

Η διαθήκη μου

«Αντισταθείτε

σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι

και λέει: «καλά είμαι εδώ».

Αντισταθείτε σ’ αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι

και λέει: «Δόξα σοι ο Θεός».

Αντισταθείτε

στον περσικό τάπητα των πoλυκατοικιών

στον κοντό άνθρωπο του γραφείου

στην εταιρεία «εισαγωγαί- εξαγωγαί»

στην κρατική εκπαίδευση

στο φόρο

σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε

σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες ατέλειωτες τις παρελάσεις

στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε

στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες

σ’ όλα τ’ ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε

πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι

σ’ αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει

έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν

σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε πάλι σ’ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι

σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή

δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα

στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις

από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό αρχηγό τους.

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών και διαβατηρίων

στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία

στα εργοστάσια πολεμικών υλών

σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια

στα θούρια

στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους

στους θεατές

στον άνεμο

σ’ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς

στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας

ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ αντισταθείτε.

Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την Ελευθερία.»

Οι ιθύνοντες της εφημερίδας θεώρησαν τους παραπάνω στίχους ανατρεπτικούς και επικίνδυνους και τους αφαίρεσαν. Ωστόσο, ακόμη και έτσι, ο ποιητής προτρέπει τους αναγνώστες του ν’ αμφισβητήσουν και ν’ αντισταθούν σε κάθε είδους υποτέλεια και συμβιβασμό, φτάνοντας ακόμη και στην αμφισβήτηση της ορθότητας της δικής του άποψης. Οπότε, αρνούμενος τον εφησυχασμό, αίρει τα όποια στοιχεία διδακτισμού ή ακόμη και καθοδηγητικού λόγου από το έργο του.

Θα λέγαμε, λοιπόν, πως ο Κατσαρός αντιστάθηκε δίνοντας το δικό του όραμα. Ένα όραμα βαθιά ανθρώπινο, αρνούμενο να συμβιβαστεί με την κατεστημένη και φθοροποιό δύναμη της εξουσίας.

Ο ποιητής επαναλαμβάνει στη «Διαθήκη» τρεις φορές τη φράση «αντισταθείτε… σε μένα ακόμα που σας ιστορώ» και όχι τυχαία. Ως γνήσιο τέκνο του Πυρρώνειου σκεπτικισμού, επαγγέλλεται μία εσωτερική επανάσταση άνευ ορίων, οραματιζόμενος για τους ανθρώπους την απόλυτη εσωτερική ελευθερία.

 «[…] ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ αντισταθείτε.

Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την Ελευθερία.»

Διαβάστε ακόμη :   Ιστορικό: Οι νεκροί της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Ο Μιχάλης Κατσαρός είναι ένας μοναχικός πρίγκιπας των δρόμων, περιφέροντας τη μοναξιά της ποίησής του στα Αθηναϊκά καφενεία και εστιατόρια, όπως έγραφε ο ίδιος. Ένας «φυγάς θεόθεν και αλήτης» όπως έλεγε ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος. Ένας περιπλανώμενος των δρόμων χωρίς σημείο αναφοράς, όπως κάθε γνήσιος μοναχικός επαναστάτης που ζει το δικό του καλοστημένο καφκικό δράμα. Ένας μετεωρίτης που αναζητά το δικό του κέντρο στο στερέωμα της ζωής.   

Όταν το ποίημά του δημοσιεύτηκε λογοκριμένο από το «Δημοκρατικό Τύπο» αναγκάστηκε να διαμαρτυρηθεί στο επόμενο φύλλο της ίδιας εφημερίδας με το ποίημά του «Υστερόγραφο». Όπου στον τελευταίο του στίχο ασκεί οξεία κριτική σε όλες τις δήθεν δημοκρατικές ένθεν κακείθεν  απελευθερωτικές ιδεολογίες για τις οποίες τόσο αίμα σπαταλήθηκε άδικα.

Υστερόγραφο

Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί -καθώς διαβάστηκε

ήταν ένα ζεστό άλογο

ακέραιο

-πριν διαβαστεί-

όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν

αλλά σφετεριστές καταπατήσανε τις εντολές της.

Η διαθήκη μου για σένα και για σε

χρόνια καταχωνιάστηκε σε χρονοντούλαπα

από γραφιάδες πονηρούς συμβολαιογράφους.

Αλλάξανε φράσεις σημαντικές -είχαν την εξουσία-

με τρόπο εξαφανίσανε την αντίσταση

σ’ ό,τι τους αφορούσε.

Σας κλέψανε τα μέρη με τους ποταμούς

τη νέα βουή στα δάση

τον άνεμο τον σκότωσαν

–τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα-

ποιός είναι αυτός που πνίγει.

Και συ λοιπόν

στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις

από φωνή

από τροφή

από άλογο

από σπίτι.

στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος;

Δεν θα μιλάς λοιπόν ποτέ;

Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν. 

Ο ποιητής και φιλόλογος Στάθης Κουτσούνης το 1999 στο τριμηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό του Γιώργου Χρονά «Οδός Πανός» Νο 103-104, σ’ ένα κείμενό του με τίτλο «Μιχάλης Κατσαρός ένας απόλυτος επαναστάτης» θα γράψει:

«Η καθολική αυτή αντίσταση του ποιητή, η αδυναμία και η απροθυμία του να υποταχτεί σε οποιαδήποτε σύμβαση τον οδήγησαν σε μία εμφανή διαφορετικότητα. Και το αντίτιμο αυτής της διαφορετικότητας το πλήρωσε ακριβά με τη μοναξιά του. Ο Κατσαρός υπήρξε ένας μάρτυρας με θέληση καταπατημένη, που έζησε από πολύ νωρίς σε μία βαθιά αλλά ιδιαίτερη μοναξιά:

Εγώ είχα χαθεί μέσα στο ταραγμένο πλήθος

Μόνος μου 

Σα νάμουνα η φωνή του

Ο Μιχάλης Κατσαρός υπήρξε αναμφίβολα ιδιάζων ποιητής: ένας σκοτεινός συνωμότης εναντίων όσων καταπιέζουν τα όνειρά μας, που παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του (όπως έγραψε σ’ ένα στίχο του) εν πλήρει συγχύσει αθώος».

Ο ποιητής θ’ αφήσει την τελευταία του πνοή, ελεύθερος και ασυμβίβαστος, ένα Σάββατο πρωί, στις 21 Νοεμβρίου του 1998, στο Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας, όπου νοσηλευόταν το τελευταίο δεκαπενθήμερο. Ενώ η κηδεία του θα τελεστεί τρεις ημέρες αργότερα στο Πρώτο Νεκροταφείο, δημοσία δαπάνη,  με πολύ κόσμο, αλλά κατ’ ουσίαν:  «μόνος μόνος μόνος / απ’ την αρχή μέχρι το τέλος του κόσμου».

Όπως είχε γράψει σ’ ένα ποίημά του (ΟΡΟΠΕΔΙΟ, 1956)

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.gnomionline.gr/michalis-katsaros-enas-promitheikos-poiitis-tis-apolytis-eleftherias/?fbclid=IwAR1QBKZBwTKmO2OdNeKNU61IW32BudjVNiO8ugWajSlZg8c3r3B73gg9C4I