Αυτός
πάντα με τους ηττημένους
Εκείνος
πάντα με τους νικητές
Το σύστημα μονίμως σαπροφάγο
Κι εμείς
πνιγήκαμε στο δίλημμα
Πηχτές οιμωγές
μπηγμένες στα σταυροδρόμια μας.
Έγινα άγαλμα
και ντύθηκα τον θαυμασμό,
έγινα καπνός και μαύρο σύννεφο
κάκτος που πλήγωνε το σώμα του
καλόγρια στον κύκλο της ταπείνωσης,
έγινα ράφτης να ηδονίζομαι
σώματα κι επιθυμίες,
κουρέας να χαϊδεύω
τα κεφάλια των αντρών
έγινα ποιητής να θάβω ποιήματα
στην άμμο
κάτω από ένα σύννεφο
με μοναδικά κορίτσια
κι αγόρια που μετάνιωσαν
γιατί αυτοκτονήσαν
έγινα φούρναρης
να ψήνω καρβέλια αφράτα
να φαγώνονται σαν τις καρδιές
ανθρώπων
[εικόνα: Γιώργης Σαράτσης]
Οι εποχές των φόνων
Οι σκέψεις κυρτώνουν
Τον βρυχηθμό του χρόνου
Κι ανάμεσα
Στα δάχτυλα του νου
Γεννιούνται
Οι εποχές των φόνων
***
Δύο τρικυμίες όταν έλκονται
Το στηθοσκόπιο του ουρανού
Ακροάζεται τη θάλασσα
Δύο τρικυμίες όταν έλκονται
Φυτεύουν μια χρωματιστή συκιά
Δίπλα σε κάθε
Εκτυφλωτικό πηγάδι.
***
Απότομα παύει να χαίρει
Ο θάνατος, όταν συνήθωψς συμβαίνει
Απότομα παύει να χαίρει
Της δικής τιυ ομορφιάς
Απλώνει σκοτάδια δίπλα στα άνθη
Προστάζει τα φτυάρια να θάψουν παιδιά
*Από τη συλλογή “Ανθηρή ερήμωση”, Εκδόσεις Εκάτη, 2018.

Βαγόνια
Τα γέρικα βαγόνια
στις αποβάθρες της λησμονιάς
αντηχούν βαθιές ανάσες
σαν στάσιμη πομπή επιταφίου
που δεν προσδοκά ανάσταση
αλλά το ψυχοπάλεμα των κίτρινων κεριών
στης εαρινής πνοής το λάγνο άγγιγμα
πίσω από τα θαμπά τζάμια
τα φθαρμένα καθίσματα μετρούν τους χτύπους
της απουσίας
τα ραμφίσματα του ανέμου
διαπερνούν τις αμυχές των τοιχωμάτων
τα ξύλινα πατώματα τρίζουν στο ρυθμό
του ρέκβιεμ των βημάτων
που σβήνουν στην ομίχλη
σώματα ξεθωριασμένα
χωρίς πια τη στιλπνότητα της επιφάνειας
του σφρίγους την αποθέωση
και των προβολέων τη λάμψη
συμβιώνουν στωικά με της φθοράς τη διέλευση
εκτός τροχιάς
με την καρτερία του έσχατου προορισμού.
© ΔημήτρηςΦιλελές
ΠΡΩΙΝΟ ΞΥΠΝΗΜΑ
Ο κύριος Ταυ ξυπνάει κάθε μέρα μέσα σ’ έναν άλλο άνθρωπο.
Γι’ αυτό σηκώνεται πολύ νωρίς.
Πριν ξημερώσει.
Ανεβαίνει με κόπο τα σκαλοπάτια των στιγμών και πηγαίνει
στο μπάνιο.
Εκεί αρχίζει να αφαιρεί τα λέπια της νύχτας.
Τους παγωμένους δρόμους, τις προκυμαίες και τα παγκάκια,
τις φυλλωσιές των δέντρων και των κλαδιών τους βρόχους/
τα δυσανάγνωστα κείμενα, τις αιμοβόρες παρθένους,
τα σμήνη των πουλιών.
Όταν μείνει εντελώς γυμνός
αποθέτει το βλέμμα του στον καθρέφτη
όπως κάποιος κρεμάει το παλτό του σ’ ένα γάντζο.
Όμως αντί για μάτια έχει δυο ψάρια.
Επειδή τον διακρίνει άπειρη υπομονή,
αφήνει τα μάτια-ψάρια να κολυμπήσουν στον καθρέφτη
ελεύθερα.
Εκείνες τις στιγμές ζει το πιο καθαρό όνειρο.
Το όνειρο να μην είναι κανένας.
Την πιο αλύτρωτη ερημιά.
Το κατάμαυρο σταυρόλεξο της αβύσσου.
Γεγονός που προσδίδει στα χαρακτηριστικά του
αυτό που λέμε “βάθος”.
Στη συνέχεια τα μάτια επιστρέφουν στη θέση τους.
Αυτά και ο καθρέφτης έχουν αποκτήσει τώρα κάποια
συγγένεια.
Έτσι αλληλοαναγνωρίζονται.
***
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΑΥ ΣΕ ΕΝΑ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΟΠΙΟ
Μαζεύει ένα βότσαλο απ’ την ακροθαλασσιά.
Παρατηρεί πως το βότσαλο έχει την αξιοσημείωτη ιδιότητα,
να μη διαθέτει εσωτερικό και εξωτερικό.
Τα δύο ταυτίζονται.
Επειδή δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτε άλλο, αποφασίζει πως
το βότσαλο είναι εχθρός του κόσμου και το πετάει μακριά.
Το βότσαλο πέφτοντας δημιουργεί αυτό που λέμε
«τρύπα στο νερό».
Ο κύριος Ταυ αισθάνεται τρομερή έλξη
και ανεξήγητη ζήλια για το βότσαλο.
Παίρνει λοιπόν ένα άλλο και το βάζει στο στόμα του.
Στην αρχή είναι αλμυρό.
Είναι ένα θαλασσινό πράγμα.
Λίγο μετά δεν είναι τίποτα.
Ένας σκληρός όγκος σιωπής μέσα στο στόμα του,
που ρουφάει τη φωνή του.
Με έκπληξή του όμως διαπιστώνει
πως και χωρίς φωνή μπορεί να μιλάει.
Προφανώς οι επικλήσεις του εισακούγονται.
Ένα σμάρι θαλασσοπούλια προσγειώνεται στα πόδια του.
Όταν φεύγουν αφήνουν πίσω τους ένα δυσανάγνωστο
κείμενο.
Ο κύριος Ταυ σκύβει κι αρχίζει ευθύς να το μελετάει.
* Από τη συλλογή “Ο κύριος Ταυ”, Εκδόσεις Μελάνι, Ιανουάριος 2007.
Άδεια η πόλη.
Ανάβει το φανάρι πάντα σταθερά.
Οι μετακινήσεις έχουν πια απαγορευτεί.
Μόνο οι διανομείς κι οι αστυνόμοι
κυκλοφορούν ελεύθεροι.
Α, και κάποιες γάτες, φίλες παλιές
που στάση κάνουν
έξω από το παράθυρό μου.
Στα μάτια με κοιτούν
κάτι λένε στη γλώσσα τους
και φεύγουν.
Ποτέ δεν κατάλαβα
τι ήθελαν να πουν
με αυτό το νιαούρισμα
που έμοιαζε με σύνθημα.
14/11/2020
Κομματιασμένη συνείδηση
ψάχνεις την ισορροπία
αντίρροπες δυνάμεις
και ιδέες
σε συνθέτουν
κι αυτό σε κάνει διάτρητη
φέρνεις την ασφυξία
τη δυστυχία
την ψυχική έρημο
όταν μπαίνουν ζητήματα
οριακά
όταν υπαρξιακά θέματα
σε ταλανίζουν
δεν ξέρεις τι να αποφασίσεις
τι να πράξεις
γιατί σου λείπει
η ενότητα του νου
και η συνεπής ιδεολογία
έτσι, δύσκολα διλήμματα
μένουν άλυτα
σχιζοφρενής μοιάζει
η ύπαρξη
και είναι παγιδευμένη
σ΄ έναν ιστό αράχνης.
για τη φωτογραφία και την κριτική

Μια γραμμούλα είναι ο ορίζοντας.
Μετά, τι γκρεμός, Θεέ μου!
L’horizon, un petit trait.
Mais après, quel gouffre, mon Dieu !
«Δευτερόλεπτα του φόβου»
Instantanés de la peur
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ
Μπορείτε να βρείτε ποιήματά του εδώ: https://kondoslfh2007.blogspot.com/
Poetry and short stories - Despina Avgoustinaki

Είναι η σιωπή σου
δάσκαλος
είναι η σιωπή σου φίλος
Εκεί μαθαίνεις
να ακούς
Εκεί η καρδιά μιλάει
Όσα σου λέει
Άκου τα
Όσα σου λέει
Κάν’ τα
Κι έτσι να ξέρεις
πως θα βρεις
το δρόμο
που σου δόθηκε
και τώρα
έχεις χάσει.
© Δέσποινα Αυγουστινάκη
English translation
Your silence
your teacher
Your silence your friend
In silence, you learn
to listen
In silence, your heart
it speaks
What silence says
please listen
What silence says
please do
This way, just know
you ‘ll find
the street
given
and now
is lost.
© Despina Avgoustinaki
Δεύτερη Οριστική Έκδοση, σχέδιο εξωφύλλου Γιάννης Δημητράκης, εκδ. Τυφλόμυγα, Αθήνα, Οκτώβριος 2020, 14×21, σσ. 32, Isbn: 978-960-6875-42-7, τιμή: 5 ευρώ (δεν περιλαμβάνεται Φ.Π.Α.)
ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ
Εκδόσεις Τυφλόμυγα, Αραχώβης 14-16, Αθήνα, τηλ.: (0030) 2103637164, φαξ: (0030) 2103637165, e-mail: tflmg@yahoo.gr
Δύο χρόνια μετά την «ατυχή» (αν και εξαντλημένη) πρώτη έκδοση, ο Κώστας Ρεούσης επανέρχεται με τη δεύτερη οριστική έκδοση του «Σμπαράλια 2» [Ένα Ποίημα σε 12 Ώρες & 3 Φωνές], σημειώνοντας δύο σημαντικές αλλαγές στη στιχοπλοκία, προσθέτοντας αλλαγμένο, ή καλύτερα παραλλαγμένο το βιογραφικό του σημείωμα (κάτι που ο ποιητής συνηθίζει να πράττει σ’ όλα τα μέχρι στιγμής βιβλία του) και μ’ ένα εμφατικό σχέδιο εξωφύλλου του Γιάννη Δημητράκη το οποίο δημοσιεύεται με την άδειά του.
Για την ιστορία, το ποίημα άρχισε να γράφεται τμηματικά το καλοκαίρι του 2013 και δημοσιεύτηκε – στα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι την πρώτη έκδοση του 2018 – σε συνέχειες στο βραχύβιο λογοτεχνικό περιοδικό της Λάρισας, «Θράκα», και στο ιστολόγιο του Κώστα Ρεούση, «Ασκληπιείο της πικροσύνης». Γράφει γι’ αυτό ο ποιητής, μεταφραστής και ισπανιστής Βασίλης Λαλιώτης, στο οπισθόφυλλο του βιβλίο: «Και μόνο ότι ο Ρεούσης, υπερπραγματιστής με το χάρισμα να συνθέτει μάχες λέξεων που δεν βρωμάνε λεκτικό των κεκυρωμένων υπερρεαλιστών, βάζει το χρόνο του ρολογιού στον υπότιτλο της συλλογής, σημαίνει ότι η πορεία του τον έφερε σε μια στροφή.
Η ωροθεσία, της οποίας επιφανής στιγμή είναι εκείνο το ποίημα του Έλιοτ, φέρνει το λόγο του Ρεούση, σε μια διαπραγμάτευση νομίζω με τη μοντερνιστική ποίηση. Το βιβλίο που διαβάζεται και οριζοντίως σαν τρία ξεχωριστά ποιήματα, έχει μια πενθοφόρο διάσταση την οποία η ακοίμητος πηγή του καλπάζοντος λεκτικού του δωρίζει με άλματα συμπλεγμάτων λέξεων υπερρεαλιστικής υφής. Μοιάζει λίγο λες και το παραλήρημα του οποίου αποκοπή είναι το μοντερνιστικό ποίημα να σκίζεται για να φανεί πως το γραπτό είναι ένα είδος ορατού, ενός φλεγόμενου λεκτικού παγόβουνου αποκάτω. Το εγχείρημα απολαυστικό και επιτυχημένο για αναγνώστες και των δύο γλωσσικών ρευμάτων, μοντερνιστικού και υπερρεαλιστικού που ακόμα κυριαρχούν.
Η ποίηση αυτού του δαιμόνια και παραδείσια γλωσσικά προικισμένου ανθρώπου, βρίσκεται σε έναν ελιγμό. Εγώ τουλάχιστον δεν παύω χρόνια να τον παρακολουθώ. Και μόνο για το γεγονός ότι γράφει μια ποίηση άξια να λέγεται ποίηση σε καιρούς που κυριαρχεί το φασόν, και στη Νήσο ειδικά, η αγραμματοσύνη κάποιων «πουλολόγων», κι άλλων γραφικών.».
Ο Κώστας Ρεούσης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970. Ζει και δημιουργεί, εδώ και 20 χρόνια, στο αστικό κέντρο της Λευκωσίας –τόπος καταγωγής του πατέρα του (για την ακρίβεια από το τουρκοκρατούμενο χωριό Τύμβου της επαρχίας Λευκωσίας).
Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε με τη συλλογή, «Χαμαιλέων», που τύπωσε στην Αθήνα το 1995, και φέτος συμπληρώνει, αισίως, 25 χρόνια εκδοτικής και άλλης παρουσίας-δράσης στο «θέατρο επιχειρήσεων» (sic) της ποίησης. Μέρος του έργου του έχει μεταφραστεί και παρουσιαστεί από τους Mario Domínguez Parra (ισπανικά), Crescenzio Sangiglio (ιταλικά) και Floriano Martins (πορτογαλικά της Βραζιλίας).
Ποιήματά του συμπεριλήφθηκαν στον επετειακό τόμο για τα 100άχρονα του Υπερρεαλισμού με ποιητές ζώντες και τεθνεώτες απ’ όλο τον κόσμο, «Poesía: 100 años de Surrealismo», ed. Blanco Móvil, no 145-146, Mexico, otoño-invierno 2019-2020, επιμέλεια-ανθολόγηση Floriano Martins, από τη μεριά των Ελλήνων, μαζί με τους Ανδρέα Εμπειρίκο και Μάτση Χατζηλαζάρου.