Στη ζωή και στον βυθό | Ηλίας Κουρκούτας

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Έγινα άγαλμα
και ντύθηκα τον θαυμασμό,
έγινα καπνός και μαύρο σύννεφο
κάκτος που πλήγωνε το σώμα του
καλόγρια στον κύκλο της ταπείνωσης,

έγινα ράφτης να ηδονίζομαι
σώματα κι επιθυμίες,
κουρέας να χαϊδεύω
τα κεφάλια των αντρών
έγινα ποιητής να θάβω ποιήματα
στην άμμο
κάτω από ένα σύννεφο
με μοναδικά κορίτσια
κι αγόρια που μετάνιωσαν
γιατί αυτοκτονήσαν

έγινα φούρναρης
να ψήνω καρβέλια αφράτα
να φαγώνονται σαν τις καρδιές
ανθρώπων


[εικόνα: Γιώργης Σαράτσης]

View original post

Νικόλας Νιαμονητός, Τρία ποιήματα

Οι εποχές των φόνων

Οι σκέψεις κυρτώνουν

Τον βρυχηθμό του χρόνου

Κι ανάμεσα

Στα δάχτυλα του νου

Γεννιούνται

Οι εποχές των φόνων 

***

Δύο τρικυμίες όταν έλκονται

Το στηθοσκόπιο του ουρανού

Ακροάζεται τη θάλασσα

Δύο τρικυμίες όταν έλκονται

Φυτεύουν μια χρωματιστή συκιά

Δίπλα σε κάθε

Εκτυφλωτικό πηγάδι.

***

Απότομα παύει να χαίρει

Ο θάνατος, όταν συνήθωψς συμβαίνει

Απότομα παύει να χαίρει

Της δικής τιυ ομορφιάς

Απλώνει σκοτάδια δίπλα στα άνθη

Προστάζει τα φτυάρια να θάψουν παιδιά

*Από τη συλλογή “Ανθηρή ερήμωση”, Εκδόσεις Εκάτη, 2018.

Βαγόνια

dimitrisfileles's avatarΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΙΛΕΛΕΣ

Βαγόνια

Τα γέρικα βαγόνια

στις αποβάθρες της λησμονιάς

αντηχούν βαθιές ανάσες

σαν στάσιμη πομπή επιταφίου

που δεν προσδοκά ανάσταση

αλλά το ψυχοπάλεμα των κίτρινων κεριών

στης εαρινής πνοής το λάγνο άγγιγμα

πίσω από τα θαμπά τζάμια

τα φθαρμένα καθίσματα μετρούν τους χτύπους

της απουσίας

τα ραμφίσματα του ανέμου

διαπερνούν τις αμυχές των τοιχωμάτων

τα ξύλινα πατώματα τρίζουν στο ρυθμό

του ρέκβιεμ των βημάτων

που σβήνουν στην ομίχλη

σώματα ξεθωριασμένα

χωρίς πια τη στιλπνότητα της επιφάνειας

του σφρίγους την αποθέωση

και των προβολέων τη λάμψη

συμβιώνουν στωικά με της φθοράς τη διέλευση

εκτός τροχιάς

με την καρτερία του έσχατου προορισμού.

© ΔημήτρηςΦιλελές

View original post

Κατερίνα Ηλιοπούλου, Δύο ποιήματα

ΠΡΩΙΝΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Ο κύριος Ταυ ξυπνάει κάθε μέρα μέσα σ’ έναν άλλο άνθρωπο. 

Γι’ αυτό σηκώνεται πολύ νωρίς.

Πριν ξημερώσει.

Ανεβαίνει με κόπο τα σκαλοπάτια των στιγμών και πηγαίνει 

στο μπάνιο.

Εκεί αρχίζει να αφαιρεί τα λέπια της νύχτας.

Τους παγωμένους δρόμους, τις προκυμαίες και τα παγκάκια, 

τις φυλλωσιές των δέντρων και των κλαδιών τους βρόχους/ 

τα δυσανάγνωστα κείμενα, τις αιμοβόρες παρθένους,

                                  τα σμήνη των πουλιών.

Όταν μείνει εντελώς γυμνός

αποθέτει το βλέμμα του στον καθρέφτη

όπως κάποιος κρεμάει το παλτό του σ’ ένα γάντζο.

Όμως αντί για μάτια έχει δυο ψάρια.

Επειδή τον διακρίνει άπειρη υπομονή,

αφήνει τα μάτια-ψάρια να κολυμπήσουν στον καθρέφτη

                                           ελεύθερα.

Εκείνες τις στιγμές ζει το πιο καθαρό όνειρο.

Το όνειρο να μην είναι κανένας.

Την πιο αλύτρωτη ερημιά.

Το κατάμαυρο σταυρόλεξο της αβύσσου.

Γεγονός που προσδίδει στα χαρακτηριστικά του 

αυτό που λέμε “βάθος”.

Στη συνέχεια τα μάτια επιστρέφουν στη θέση τους.

Αυτά και ο καθρέφτης έχουν αποκτήσει τώρα κάποια

                                                                     συγγένεια.

Έτσι αλληλοαναγνωρίζονται.

***

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΑΥ ΣΕ ΕΝΑ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΟΠΙΟ

Μαζεύει ένα βότσαλο απ’ την ακροθαλασσιά.

Παρατηρεί πως το βότσαλο έχει την αξιοσημείωτη ιδιότητα, 

να μη διαθέτει εσωτερικό και εξωτερικό.

Τα δύο ταυτίζονται.

Επειδή δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτε άλλο, αποφασίζει πως 

το βότσαλο είναι εχθρός του κόσμου και το πετάει μακριά.

Το βότσαλο πέφτοντας δημιουργεί αυτό που λέμε

                                   «τρύπα στο νερό».

Ο κύριος Ταυ αισθάνεται τρομερή έλξη 

και ανεξήγητη ζήλια για το βότσαλο.

Παίρνει λοιπόν ένα άλλο και το βάζει στο στόμα του.

Στην αρχή είναι αλμυρό.

Είναι ένα θαλασσινό πράγμα.

Λίγο μετά δεν είναι τίποτα.

Ένας σκληρός όγκος σιωπής μέσα στο στόμα του,

                                        που ρουφάει τη φωνή του.

Με έκπληξή του όμως διαπιστώνει 

πως και χωρίς φωνή μπορεί να μιλάει.

Προφανώς οι επικλήσεις του εισακούγονται.

Ένα σμάρι θαλασσοπούλια προσγειώνεται στα πόδια του. 

Όταν φεύγουν αφήνουν πίσω τους ένα δυσανάγνωστο

                                                                       κείμενο.

Ο κύριος Ταυ σκύβει κι αρχίζει ευθύς να το μελετάει.

* Από τη συλλογή “Ο κύριος Ταυ”, Εκδόσεις Μελάνι, Ιανουάριος 2007.

Ειρηναίος Μαράκης, Οι γάτες

Άδεια η πόλη.

Ανάβει το φανάρι πάντα σταθερά.

Οι μετακινήσεις έχουν πια απαγορευτεί.

Μόνο οι διανομείς κι οι αστυνόμοι

κυκλοφορούν ελεύθεροι.

Α, και κάποιες γάτες, φίλες παλιές

που στάση κάνουν

έξω από το παράθυρό μου.

Στα μάτια με κοιτούν

κάτι λένε στη γλώσσα τους

και φεύγουν.

Ποτέ δεν κατάλαβα

τι ήθελαν να πουν

με αυτό το νιαούρισμα

που έμοιαζε με σύνθημα.

14/11/2020

Γρηγόρης Σακαλής, Ιστός αράχνης

Κομματιασμένη συνείδηση

ψάχνεις την ισορροπία

αντίρροπες δυνάμεις

και ιδέες

σε συνθέτουν

κι αυτό σε κάνει διάτρητη

φέρνεις την ασφυξία

τη δυστυχία

την ψυχική έρημο

όταν μπαίνουν ζητήματα

οριακά

όταν υπαρξιακά θέματα

σε ταλανίζουν

δεν ξέρεις τι να αποφασίσεις

τι να πράξεις

γιατί σου λείπει

η ενότητα του νου

και η συνεπής ιδεολογία

έτσι, δύσκολα διλήμματα

μένουν άλυτα

σχιζοφρενής μοιάζει

η ύπαρξη

και είναι παγιδευμένη

σ΄ έναν ιστό αράχνης.

Ορίζοντας

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Μια γραμμούλα είναι ο ορίζοντας.

Μετά, τι γκρεμός, Θεέ μου!

L’horizon, un petit trait.
Mais après, quel gouffre, mon Dieu !

«Δευτερόλεπτα του φόβου»

Instantanés de la peur

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ

Μπορείτε να βρείτε ποιήματά του εδώ: https://kondoslfh2007.blogspot.com/

View original post

Η σιωπή

Δέσποινα Αυγουστινάκη's avatarPoetry and short stories - Despina Avgoustinaki

Είναι η σιωπή σου

δάσκαλος

είναι η σιωπή σου φίλος

Εκεί μαθαίνεις

να ακούς

Εκεί η καρδιά μιλάει

Όσα σου λέει

Άκου τα

Όσα σου λέει

Κάν’ τα

Κι έτσι να ξέρεις

πως θα βρεις

το δρόμο

που σου δόθηκε

και τώρα

έχεις χάσει.

© Δέσποινα Αυγουστινάκη

English translation

Your silence

your teacher

Your silence your friend

In silence, you learn

to listen

In silence, your heart

it speaks

What silence says

please listen

What silence says

please do

This way, just know

you ‘ll find

the street

given

and now

is lost.

© Despina Avgoustinaki

View original post

Κώστας Ρεούσης, «Σμπαράλια 2» [Ένα Ποίημα σε 12 Ώρες & 3 Φωνές]

Δεύτερη Οριστική Έκδοση, σχέδιο εξωφύλλου Γιάννης Δημητράκης,  εκδ. Τυφλόμυγα, Αθήνα, Οκτώβριος 2020, 14×21, σσ. 32, Isbn: 978-960-6875-42-7, τιμή: 5 ευρώ (δεν περιλαμβάνεται Φ.Π.Α.)

ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ 

Εκδόσεις Τυφλόμυγα, Αραχώβης 14-16, Αθήνα, τηλ.: (0030) 2103637164, φαξ: (0030) 2103637165, e-mail: tflmg@yahoo.gr 

Δύο χρόνια μετά την «ατυχή» (αν και εξαντλημένη) πρώτη έκδοση, ο Κώστας Ρεούσης επανέρχεται με τη δεύτερη οριστική έκδοση του «Σμπαράλια 2» [Ένα Ποίημα σε 12 Ώρες & 3 Φωνές], σημειώνοντας δύο σημαντικές αλλαγές στη στιχοπλοκία, προσθέτοντας αλλαγμένο, ή καλύτερα παραλλαγμένο το βιογραφικό του σημείωμα (κάτι που ο ποιητής συνηθίζει να πράττει σ’ όλα τα μέχρι στιγμής βιβλία του) και μ’ ένα εμφατικό σχέδιο εξωφύλλου του Γιάννη Δημητράκη το οποίο δημοσιεύεται με την άδειά του.

Για την ιστορία, το ποίημα άρχισε να γράφεται τμηματικά το καλοκαίρι του 2013 και δημοσιεύτηκε – στα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι την πρώτη έκδοση του 2018 – σε συνέχειες στο βραχύβιο λογοτεχνικό περιοδικό της Λάρισας, «Θράκα», και στο ιστολόγιο του Κώστα Ρεούση, «Ασκληπιείο της πικροσύνης». Γράφει γι’ αυτό ο ποιητής, μεταφραστής και ισπανιστής Βασίλης Λαλιώτης, στο οπισθόφυλλο του βιβλίο: «Και μόνο ότι ο Ρεούσης, υπερπραγματιστής με το χάρισμα να συνθέτει μάχες λέξεων που δεν βρωμάνε λεκτικό των κεκυρωμένων υπερρεαλιστών, βάζει το χρόνο του ρολογιού στον υπότιτλο της συλλογής, σημαίνει ότι η πορεία του τον έφερε σε μια στροφή.

Η ωροθεσία, της οποίας επιφανής στιγμή είναι εκείνο το ποίημα του Έλιοτ, φέρνει το λόγο του Ρεούση, σε μια διαπραγμάτευση νομίζω με τη μοντερνιστική ποίηση. Το βιβλίο που διαβάζεται και οριζοντίως σαν τρία ξεχωριστά ποιήματα, έχει μια πενθοφόρο διάσταση την οποία η ακοίμητος πηγή του καλπάζοντος λεκτικού του δωρίζει με άλματα συμπλεγμάτων λέξεων υπερρεαλιστικής υφής. Μοιάζει λίγο λες και το παραλήρημα του οποίου αποκοπή είναι το μοντερνιστικό ποίημα να σκίζεται για να φανεί πως το γραπτό είναι ένα είδος ορατού, ενός φλεγόμενου λεκτικού παγόβουνου αποκάτω. Το εγχείρημα απολαυστικό και επιτυχημένο για αναγνώστες και των δύο γλωσσικών ρευμάτων, μοντερνιστικού και υπερρεαλιστικού που ακόμα κυριαρχούν.

Η ποίηση αυτού του δαιμόνια και παραδείσια γλωσσικά προικισμένου ανθρώπου, βρίσκεται σε έναν ελιγμό. Εγώ τουλάχιστον δεν παύω χρόνια να τον παρακολουθώ. Και μόνο για το γεγονός ότι γράφει μια ποίηση άξια να λέγεται ποίηση σε καιρούς που κυριαρχεί το φασόν, και στη Νήσο ειδικά, η αγραμματοσύνη κάποιων «πουλολόγων», κι άλλων γραφικών.».

Ο Κώστας Ρεούσης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970. Ζει και δημιουργεί, εδώ και 20 χρόνια, στο αστικό κέντρο της Λευκωσίας –τόπος καταγωγής του πατέρα του (για την ακρίβεια από το τουρκοκρατούμενο χωριό Τύμβου της επαρχίας Λευκωσίας).

Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε με τη συλλογή, «Χαμαιλέων», που τύπωσε στην Αθήνα το 1995, και φέτος συμπληρώνει, αισίως, 25 χρόνια εκδοτικής και άλλης παρουσίας-δράσης στο «θέατρο επιχειρήσεων» (sic) της ποίησης. Μέρος του έργου του έχει μεταφραστεί και παρουσιαστεί από τους Mario Domínguez Parra (ισπανικά), Crescenzio Sangiglio (ιταλικά) και Floriano Martins (πορτογαλικά της Βραζιλίας).

Ποιήματά του συμπεριλήφθηκαν στον επετειακό τόμο για τα 100άχρονα του Υπερρεαλισμού με ποιητές ζώντες και τεθνεώτες απ’ όλο τον κόσμο, «Poesía: 100 años de Surrealismo», ed. Blanco Móvil, no 145-146, Mexico, otoño-invierno 2019-2020, επιμέλεια-ανθολόγηση Floriano Martins, από τη μεριά των Ελλήνων, μαζί με τους Ανδρέα Εμπειρίκο και Μάτση Χατζηλαζάρου.

Katerina Gogou, From a new translation of her book “Three Clicks Left” (Τρία κλικ αριστερά), Kastaniotis Editions, 1978

*Translated from the Greek by ΔT and JC.

Wage-labor capital

and imperialism as the ultimate stage of capitalism

betrayed revolutions

Hey, comrade, we miss you so much . . .

Time is worm-ridden

nuclear tests, popular fronts, brothels

(the Portuguese regime has fallen too)

hyperproductive Catholics and the mafia

have become multinationals, they forbid

love, comrade.

Like dogs on soccer fields

agents climb our stairs

anytime they want they

can yank down our pants and fuck us

peace and harmony and socialism in one country—

but comrade, if you only knew the heavy loads we’re carrying . . .

No one could endure the Moscow trials

you were left all alone

people grew weary, that’s when they were pounced on.

But you already knew this.

And so they’d fink. But you already knew this.

January 1977 in China they butchered workers

the news arrives like a poem by Mao

(with blame placed yet again on the dead), but hey, comrade

why weren’t you more careful?

It’s the same over here. People hide out.

Two Communist Parties and thousands of androgynous “revolutionaries.”

If you’re a little too loose you just switch sides.

Don’t worry though. We’ll be alright.

It’s just that sometimes I feel wiped out,

I’ve got no job, I feel like crying

and when I miss you the most

I “scold” you for being careless

I’m not ashamed to cry

and write poems

Comrade, you never betrayed me.

It’s brutal here.

Meeting

Listen, I walk barefoot thru a world

I’m trying to change, leaving

bloody footprints on the ground.

Slowly but surely I run out of energy

and today Tuesday 5 o’clock it’s dark again.

The safety valves in my brain

have loosened, so be it. I feel like I’m eight again

on a boat bound for Tinos Island

and its miracles.

Angle iron, concrete, and cheap blankets

hermetically seal off people with zero

hope who lock themselves in stalls

to weep. I have to deal.

You go over everything you want to say, word

by word, and end up pale

yet determined at the meeting

waiting for the right moment

and you are indeed there, my brother

but you miss your chance—you lose your cool

you hear yourself shout:

Proletarians of the world, unite!

—everyone stares at you like they’re watching

a western, and even though a cowboy never takes

his hat off, you nervously

try to take yours off but you’ve never even

owned a hat and you stare

at your shoes, embarrassed

completely alone

at this general meeting.

But you were right. At least one person was…