Γιώργος Κοζίας, Σκοπεύσατε στον κρόταφο…

Σκοπεύσατε στον κρόταφο
την μοναχική αγριόπαπια,
έναν ασημένιο γλάρο,
τη μάινα, θλιμμένη κορασίδα Αλβιώνος.

Σκοπεύσατε με σώας τας φρένας
τον περιπλανώμενο Ιουδαίο,
πατήρ, υιό και Άγιο Πνεύμα
ή εκπυρσοκροτείτε στον αέρα
να αστράφτει των ουρανών η Πλατυτέρα.

Σκοπεύσατε την δίψα, την πείνα,
την μανία του όντος
και αγαπάτε αλλήλους
Λίβιους, Οράτιους, Καταλίνες
για την τιμή των όπλων.

Σκοπεύσατε το Κύκνειο άσμα
και μην σας μέλλει,
μετανοώντας επιστρέφει.
Κυριλλικά σας γνέφει: «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ!».

Στο γκέτο των σούπερ Χριστιανών στοιχηθείτε,
κι ας λιποταχτεί η φύσις…

Σκοπεύσατε με πάθος καθώς ψυχορραγείτε.
Αυτό το ωραίο ρεβόλβερ είναι δικό σας
δεν μπορεί κανείς να σας το πάρει.

*Από τη συλλογή “ΠΟΛΕΜΩΝΤΑΣ ΥΠΟ ΣΚΙΑΝ… Ελεγεία και σάτιρες, εκδόσεις Περισπωμένη, 2017.

Γιώργος Μάκρης, Στις πνιγμένες προπολεμικώς

Έτσι γυμνή απ’ όνειρα
Και με βρεγμένα τα σφυρά
Μ’ επιδερμίδα κίτρινη
Πλέει η πνιγμένη Μόνα
Την σέρνουν τα νερά γλυφά
Πολύ μακριά απ’ τα σύννεφα
Μακρύτερ’ απ’ τις εποχές
Με δυό χελιδονόψαρα
Στα βλέφαρά της τα κλειστά.

Έχασε τα σαντάλια της
Τα σκοίνινα της εκδρομής
Έχασε και την αίσθηση
Του χρόνου, ούτε χρώματα
Ούτε χαμόγελα Θεών
Πικρά σαν τα’ άγια χώματα
Ούτε γλυκοφιλήματα
Στον κήπο με τα κλήματα
Στα βλέφαρά της τα κλειστά

Έχασε και το σχήμα της
Η Μόνα, την ομπρέλα της
Την άφησε των αστεριών
Όταν με μύρια ψέματα
Έφυγε με τα κύματα
Με τις βαρκούλες των παιδιών
Με αμαρτία στα χείλια της
Με μυστικό στα βλέμματα
Στα βλέφαρά της τα κλειστά.

Και έφυγε η Μόνικα
Σαν τα πουλιά τα μυθικά
Βυθίστηκε ένα απόγιομα
Λησμόνησε τον ουρανό
Κι έμειναν τα φορέματα
Τα μαύρα τα μεταξωτά
Κι όλοι θυμούνται κλαίγοντας
Τις σκάλες ανεβαίνοντας
Τα βλέφαρά της τα κλειστά.

Βικτωρία Θεοδώρου, Και χωρίς εμάς

Ας έχουμε επίγνωση της ανεπάρκειάς μας
Ας μην ταυτίζουμε το γήρας μας μ’ αυτό
του Κόσμου
Μην όλα τα μετράμε με τα μέτρα μας

Γεγονός πως φεύγουμε αδικαίωτοι
Όμως οι δρόμοι καθόλου δεν τελειώνουν
Τα οράματα θα συνεχίσουν την τροχιά τους
κι οι εξεγέρσεις αλλεπάλληλες
σαν τις εκρήξεις του άστρου της ημέρας
αέναα θα ξεσπούν

Όλα θα οικοδομούνται και χωρίς εμάς
Όλα θα βαίνουν στην αρχή τους και
στο τέλος τους
Χωρίς εμάς

*Από τη συλλογή “Μειλίγματα”, εκδ. Διάττων, 1990.

Pat Parker, Δεν μπορείς να είσαι σίγουρη για τίποτα στις μέρες μας

Γνωρίζεις έναν -εκπληκτικά- αξιόλογο άντρα
σου λέει,
ότι είναι μόνος του εδώ και χρόνια
σου ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου
σου κουβαλάει τα ψώνια
σε προστατεύει από τους κακούς
θέλει λέει μια έξυπνη, δημιουργική
γυναίκα να είναι η σύντροφός του στη ζωή.

παντρεύεσαι και ανακαλύπτεις

Ο τύπος είναι
πολύ αδύναμος για να μαζέψει ένα πιάτο
πολύ χαζός για να ανάψει το μάτι της κουζίνας
πολύ φοβισμένος για να βάλει πλυντήριο
πολύ αγχωμένος για να σιδερώσει ένα πουκάμισο
και για να βγει από πάνω –
προσπαθεί να καλύψει την ανικανότητά του
λέγοντάς ΣΟΥ –
είναι γυναικείες δουλειές αυτά.

Δεν μπορείς να είσαι σίγουρη για τίποτα στις μέρες μας.

*Από πιο βιβλίο “Πατ Πάρκερ Αγάπη Δικαιοσύνη Ελευθερία Επιλογή ποιημάτων”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2021. Ανθολόγηση – Μετάφραση – Πρόλογος: Νίκη Κωνσταντοπούλου.

Έφη Καλογεροπούλου, Mortgage / Υποθήκη

Have you ever heard
free people sobbing?

Is it the same to forget and to die?

Memory’s crater
an upside down chalice dripping
holy oil
is it of fire or amber?

If you help my memory I’ll help yours
What blazes up takes a mortgage on eternity

Don’t you know that desire always disembarks
in an unguarded crossing?

At the next stop
only time gets off

alone

Έχεις ακούσει ποτέ
λυγμούς ελεύθερων ανθρώπων;

Είναι το ίδιο να ξεχνάς και να πεθαίνεις;

Ο κρατήρας της μνήμης
ανεστραμμένο δισκοπότηρο που στάζει
μύρο αγιασμένο
από κεχριμπάρι είναι ή φωτιά;

Αν βοηθήσεις τη μνήμη μου θα βοηθήσω τη δική σου
Ό,τι αναφλέγεται βάζει υποθήκη αιωνιότητας

Δεν ξέρεις πως η επιθυμία αποβιβάζεται
πάντοτε σε διάβαση αφύλακτη;

Στον επόμενο σταθμό
μόνο ο χρόνος κατεβαίνει

Μόνος

*Από τη συλλογή “Στην εξορία του βλέμματος / Banished look”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2019. Αγγλική μετάφραση: Γιάννης Γκούμας.

ένα έτσι, δύο ποιήματα

Φωτογραφία του ένα έτσι

κλεισμάρα, ντουβαρίλα, πλακοτάβανο
λαο ποδανα, γαμώ την τύχη μου
με το που γλυκαίνει ο καιρός
να σου κι ο χάρος με την βαρκούλα του
μπες, μου λέει, δεν μπαίνω, λέω γω
και τότε είναι που αρχίζει να βρέχει
και τα κορίτσια στριμώχνονται
κάτω από την τέντα του βιβλιοπωλείου
και τα αγόρια τρέχουν να μαζέψουν
το τραπεζάκι με τα έντυπα και τις μπροσούρες
κι εγώ σηκώνομαι και πάω στο μπάνιο
ίσα για να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου
προσποιούμενος πως είμαι εντάξει
πως αυτό αρκεί και για απόψε, καλά ήταν
σε πόση ώρα θα κατάφερνα να κοιμηθώ;

*

κομμένα χέρια
στο ύψος της συναλλαγής
σφιγμένα δόντια
στο βάθος της ανταμοιβής
μπλεγμένα πόδια
στο πουθενά αυτού του χώρου
που κάποτε ονόμαζα καρδιά
πολύ πριν σας γνωρίσω
πολύ πριν αγαπήσω
όλα όσα μαζί καταστρέψαμε
κι όσα είναι ακόμη να χαθούν

*Τα ποιήματα προέρχονται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/

Μάνια Μεζίτη, Τρία ποιήματα

Τους

Τους άρεσαν οι γυναίκες
με σγουρά μαλλιά
που βίαζαν τα μάτια
σε σκοτεινά δωμάτια
μαλακές ψυχές
ή οι άλλες
που καθρεφτίζονταν
σε τσιμεντένιες ταράτσες
όπως εγώ

*

Το queer φίλοι

Το καταπίεζε μέσα
στην οχλαγωγία
βασικό να το κρύψει
βυθίστηκε βαθιά
ανέτειλε σαν δάσος
πόσο λάθος χτένιζε
συμπλέγματα αιώνων
Άσε το σώμα
να γευτεί όποια χολή
επιθυμεί

*

Κουτσό

Στον Κόζιακα
η αγάπη μου
μακραίνει τα μαλλιά της
τα βράδια του καλοκαιριού
φτεροκοπάει στην Ασπροπόταμο
χίλια γραφτά χίλια γραμμένα
στην όχθη του
η αγάπη μου

*Από την συλλογή “στόμα”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2021.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Δύο ποιήματα

ΕΠΙΣΚΕΨΗ
(Χετζάζ μανές)

Όταν τα βράδια σου ρεμβάζεις
κάποιος θα βρεθεί
να χωθεί στο πηχτό σκοτάδι
Παίρνοντας το σχήμα αυτό που αγαπάς
και που κάποτε θα σε προδώσει
σαν την ξανθιά την τούφα
των μαλλιών του άτυχου Τζον Κιτς
που ονειρικά ανέμιζε στον ήλιο
μα πέθανε από φυματίωση αυτός
Το παθαίνουν μερικοί προπαντός ρομαντικοί
από έρωτα ή βήχα να πονούνε
αυτά τα δύο που κάθονται το ένα πλάι στ’ άλλο στα πλευρά
Όπως κορμιά σικελιανών πολεμιστών που αδρά κι
αρματωμένα
Σε τάφο αρχαίο πρωτάνοιχτο κοιτάς τα ακέραια στην αρχή
κι ως τα κοιτάς σιγά-σιγά βουλιάζουνε χαμένα
Όπως ο ορίζοντας όσο
και αν κρατάς την πόρτα σου κλειστή.

*

ΦΟΥΡΙΑ ΣΤ’ ΑΠΑΤΗΤΑ ΒΟΥΝΑ
(Τα γιούργια)

Με τον καιρό
οι συλλαβές που λένε τα ονόματα
Παλιώνουν
Εν συνεχεία
Γκρεμίζονται
Όπως γκρεμίζονται τα γήινα
Στο νόμο της βαρύτητας
και τέλος
Μόνο η ηχώ ξεφεύγει από τον όλεθρο
Ασίγαστη αυτή πολυλογού επιμένει – Γιούργια
πάνω στη χλόη
Φούρια στ’ απάτητα βουνά
Πετάει σαν γύφτος το σκεπάρνι
Τα κλαρίνα πιάνει

Σήκω καημένε Κωνσταντή-η-η-η
Το τσούζει απόψε η ψύχρα.

*Από τη συλλογή “Συρτός στα τρία”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2023.

Ειρήνη Παραδεισανού, Τρία ποιήματα

ΜΟΝΑΧΑ ΔΕΡΜΑ

Ετούτη η πόλη στέκει ορθάνοιχτο στόμα
στους δρόμους της φυτρώνουν φύκια
πλεγμένα από τα χέρια των παιδιών
κι ένας άνεμος τα κρατά πετρωμένα στο χώμα.

Τα βλέπεις μάτια φυλακή
να στέκουν μαύρα
να ορθώνουν τη ράχη στο πέρασμα του ήλιου
να χάσκουν.

Ορδές ξεκομμένες απ’ τον πόθο
δίχως σφραγίδα στη ματιά
μονάχα δέρμα.

*

ΤΑ ΒΑΜΒΑΚΙ

Στην Βιρτζίνια Γουλφ

Είναι το ποίημα μια σπείρα
στροβιλίζεται αέναα στο στέρνο του βυθού
κι η θάλασσα σεντόνι ασημένιο
σκεπάζει το μέταλλο που λάμπει.

Ο ποιητής απλώνει το χέρι
να σχίσει το βαμβάκι
που χτίζει τα βλέφαρα των ανθρώπων
καθώς υπνοβατούν μπρος στα μάτια του.

*

ΚΥΜΑ

Κύμα που απλώνεις δίχτυα τρύπια
στη θάλασσα του ύπνου
σαλεύεις τη μιλιά σου στα χέρια μου
την αλείφεις στις σκάλες του νου που ξέμεινε
υγρό τρεμουλιαστό
φεγγίτης γκρίζου.
Μια γρίλια στρογγυλεύει στο μάτι του καπνού
κι εγώ ολάνθιστη απ’ αστραπές
που παγώνουν το κορμί μου
αυτό το κορμί που δεν όρισα
μια φυλακή
πλεγμένη στα ορυκτά γρανάζια του γκρεμνού
που σχίζει στα δύο
το ασάλευτη βλέμμα.

*Από τη συλλογή “Στη φλέβα της πέτρας”, Εκδόσεις Βακχικόν, Οκτώβριος 2018.

Μάρκος Μέσκος, Πρωινή αγορά

Όταν πάνω του κλείσουν οι ουρανοί για πάντα
απώθησε ελαφρά τα σύννεφα σκούπισε τα δάκρυα της Πούλιας
-κάθε πλάσμα επιθυμεί να γείρει στο άλλο
άρκτος αγαπημένη τρυφερέ μου λύκε, νυφίτσα πελαργέ
χελιδόνι εαρινό και στρουθί στον αέρα – αντίο!

Του αθώου αλυσοδεμένου στην αγορά
από ποιο θηρίο η φωνή κλεμμένη;