Άννα Αχμάτοβα, 27 Γενάρη 1944

Στου Γενάρη την άναστρη νύχτα
Η απίστευτη μοίρα ξενίζει,
Το Λένινγκραντ γύρισε απ΄το θανατερό έρεβος
Και τον εαυτό του χαιρετίζει

Ανδρεία
Γνωρίζουμε τι είναι πάνω στη ζυγαριά
Και τι συμβαίνει τις μέρες αυτές.
Το ρολόι μας δείχνει ανδρείας στιγμή
Κι η ανδρεία δε θα μας αφήσει.

Δεν είναι φοβερό να πέσεις από σφαίρες νεκρές,
Δεν είναι πικρό να μείνεις χωρίς στέγη,
Μα εμείς θα σε σώσουμε, Ρώσων φωνή,
Μεγάλη μας ρώσικη γλώσσα.

Καθάρια και λεύτερη θα σε μεταφέρουμε,
Στα εγγόνια μας θα σε δώσουμε και από ομηρία θα σε σώσουμε
Στους αιώνες.

Μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου

Ardita Jatru, Το εργοστάσιο αρτοποιίας

Πρώτη φορά
είδα έναν χαμάλη δίχως χέρια,
να σηκώνει τα σακιά με το αλεύρι
πάνω στην πλάτη του
με τριάντα ακροβατικά βήματα
από το φορτηγό μέχρι την αποθήκη.
Δεν είχε κεφάλι –
μόνο δυο σηκωμένους ώμους
και δυο μεγάλα μπράτσα σαν ατσάλινα ραβδιά.

Είχα ρωτήσει τότε τη μάνα μου
αν ήταν άνθρωπος αυτός ή ένα περίεργο πλάσμα
ουρανοκατέβατο;
Με κοίταξε μ’ ένα στοργικό βλέμμα
κι έσκυψε στο αυτί μου
ψιθυρίζοντάς μου:
Άνθρωπος είναι σαν εμάς,
που βγάζει με τον ιδρώτα το ψωμί!
Αργότερα είδα τον χαμάλη στην καντίνα
όπως κρατούσε το κουτάλι ανάμεσα στα δυο
κολοβά του χέρια
να τρώει γαλήνια
σαν εμάς.

Απορούσαν τα μάτια μου
κι όλο ρωτούσα, πώς και γιατί!
Κοίτα, έλεγε η μητέρα,
ο καθένας κάνει τη δουλειά του.

Στο εργοστάσιο αρτοποιίας
μασούσαν κρυφά τη χαμένη ελευθερία
με ζεστές μπουκιές απαγορευμένου άρτου.
Στον πλανήτη της κακουχίας
ήμουν το μοναδικό παιδί
που κοιμόταν πάνω στο τραπέζι
με ζύμη στο χέρι,
δίπλα στη μητέρα
που έπλενε τα άδεια ταψιά
στη νυχτερινή βάρδια.

*Από τη συλλογή “Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάκτων.

Νόα Τίνσελ, [Imposter syndrome]

I.
Καθώς περιμένω να με καλέσουν για το βραβείο
Ο διπλανός με ρωτάει τι τον έχω τον Κ.
Χεσμένο, λέει η ξαδέρφη μου
Και γελάμε

Αυτοί που έφτασαν στη βραχεία λίστα με κοιτούν
Ο πατέρας μου ψάχνει διέξοδο
Κομπλεξικέ, λέει η μάνα μου
Ίσια την πλάτη, δεν έχουμε τίποτα λιγότερο

II.
Λίγο αφού κάθισα στην καινούρια μου καρέκλα
Παραιτήθηκα
Οι φίλοι το γιορτάζουν
Δεν είμαι σαν αυτούς
Τους το απέδειξα

Εκείνη -που μεσολάβησε- σπάει τα τηλέφωνα
Θέλει να βεβαιωθεί πως ξέρω
Ότι δεν θέλει να με ξαναδεί
Και πως την εξέθεσα
Αναγνωρίζω
Ότι εγώ είμαι το πρόβλημα
Με δική μου ευθύνη θα πνιγώ

Η μάνα μου μιλάει
Όσο τη ντοπάρω με την περηφάνεια της τάξης μας
Προσπαθώ να μην ακούσω
Καθώς μου λέει
Εμένα όμως μου άρεσες έτσι
Με τον αέρα τους
Όταν ερχόσουν από εκείνο το γραφείο
Ήμασταν πετυχημένοι

Τώρα έγινες σαν εμάς

III.
Ο ψυχίατρος προτείνει αγωγή
Του μιλάω για λεφτά
-Σταμάτα να είσαι αρνητική
Πρέπει με κάποιο τρόπο να δούμε πρόοδο

*Από τη συλλογή “μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα”, εκδόσεις θράκα, 2023.

Ν. Γ. Λυκομήτρος, Αυτοί που δεν έχουν φωνή

Δεν θα τους δούμε στα σπαρακτικά επετειακά ντοκιμαντέρ.
Δεν θα ακούσουμε τις συγκινητικές ιστορίες
των συγγενών και των φίλων τους
διότι αυτοί δεν μιλούν αγγλικά.
Δεν θα χτιστούν μνημεία για τον χαμό τους
κι ούτε θα υπάρχει κάποια ημερομηνία
για να θυμόμαστε τον θάνατό τους,
διότι αυτοί συνεχίζουν να πεθαίνουν καθημερινά.
Θα δούμε μόνο μια φευγαλέα εικόνα τους
στα δελτία ειδήσεων των οκτώ
και ίσως, τη φωτογραφία τους
στα περιοδικά της Δύσης
να είναι υποψήφια για κάποιο βραβείο.
Μονάχα το βλέμμα τους
θα μένει καρφωμένο στη μνήμη μας
και θα διαπερνά τη συνείδηση μας.
Αυτοί, βλέπεις, δεν έχουν φωνή.

*Από τη συλλογή “Ο ήχος της απώλειας”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2024.

Ζωρζ Πιλαλί, Δύο ποιήματα

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

Είχε μια μαϊμού μες στο κεφάλι,
που ήταν το άλλοθι στο καρναβάλι.
Ένα μιμάριον σκώπτον με ήθος,
πλην οχλοδίαιτον υπό το πλήθος.
Κερμάτων ήτο δεινός συλλέκτης.
Ο βίος του σπάταλος φιλαργυρέκτης.
Ως ηθοποιός διέπρεψε στην νέα κωμωδία,
κι ως αττικίζων μαρξιστής εξήρεν την δημοκρατία.
Και απεφάνθη ο ράπτης του το δίχως άλλο
πως “ήτο αριστερός εις τον καβάλο”.
Υπήρξεν παρηγορητής των αγοραίων θυμάτων
και γητευτής αλόγων θεαμάτων.
Ύπαγε τώρα εις την χώρα των Μακάρων.
Πενθούν δι’ εσέ στίφη των εργολάβων.

*

Ο ΜΕΓΑΣ ΟΧΛΟΣ

Εγώ είμαι ο μέγας όχλος,
ο κυβερνών τους κυβερνώντας.
Ο ψευδόμενος εις τους αιώνας,
εις τα έργα δειλών νους ιθύνων.
Ο έσχατος το κρείττον επικρίνω.
Ο χλευαστής των ευγενών και επαινέτης άθλιων.
Αλαζών εις την επίκτητον σκέψιν.
Ιερουεργός εις του βασιλέως την στέψιν.
Υποβολιμιαίον το αίσθημα που με διακατέχει.
Οχλούμενος εις ό,τι διαπρέπει.
Ράτσα που προφέρεται τάξη
και ύβρεις πράξιν ενέχει.
Χλοερόν ας είναι το χώμα που θα με χωνέψει.
Αμήν!

*Από τη συλλογή “Οχολοδοξία”, Εκδόσεις Οξύ, 2023.

ένα έτσι, όπως γλιστράς

Heinrich Vogeler, Worker (1928)

όπως γλιστράς
μπορεί εκεί να σε κρατήσει
ο χρόνος
με τα χέρια και τα πόδια στον αέρα
και το κεφάλι στο άγνωστο
για χρόνια ολόκληρα πολλά
αν είσαι πραγματικά
τόσο ελαφρύς

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2024/12/07/8286/#like-8286

Σπύρος Χαιρέτης, Ποιήματα

ΦΙ-ΧΑΜΕΝΟ

Μη διανοηθείς να απλώσεις πάνω του το κουλό σου
το παιδί έχω δικαίωμα να το χτυπάω μόνο εγώ

*

Έλα μπαμπά
κάτσε εδώ
θα σηκωθώ

Όποτε πιάνω την αγαπημένη πολυθρόνα του
νιώθω ενοχή
σα να εκθρονίζω βασιλιά από παντού δεδιωγμένο.

*

ΧΩΡΙΣΜΟΣ Ο ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΣ ΤΟΠΙΚΙΣΜΟΣ

Γνωριστήκαμε στα Φάρσαλα
καλοκαίρι του 2010

Η πλατεία Φαρσάλων ήταν ο χαλβάς του κόσμου
Πλέον δεν είναι
και δε ξέρω αν θα υπάρξει τέτοιο σαπούνι σε ολάκερη γη

*

ΥΠΟΚΡΙΣΙΕΣ

Μούρες μουντρούχικες
συρρέουν σε σοντάνια σε σαμόνια*
καμία προθυμία
καμία ευκαιρία

Ω, ησυχάσετε!
Λυχνίας σβεσθείσης εις το πάρκο του Ζαππείου
πας ανήρ όμοι(ρ)ος

*Sodade, Shaman: Μπαράκια-κλαμπς που βρίσκονται στο άλλοτε επονομαζόμενο “gay village”.

*Από τη συλλογή “Ο γοργόνος και άλλα πλάσματα”, Εκδόσεις Θράκα, β’ έκδοση, 2023.

Πασχάλης Κατσίκας, Τρία ποιήματα

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Ήρθες σε πανί λευκό
ένα κερί να μου χαρίσεις
όπως εκείνο που ‘φτιαχνες

Αφού τρυγήσαμε το μέλι
βγήκα βρεγμένος απ’ το σινεμά
τη φλόγα έβαλα κάτω από το πέτο

Ας αναβλύζουν οπτικά εφέ στο εξής
Θα βηματίζω αέρινα με τους κομπάρσους

*

Ο ΔΡΟΜΕΑΣ

Με σκελετό ατροφικό
κάτω από μυς εύθραυστους
στη θυελλώδη ξαποσταίνει μεγαλούπολη

Ζευγάρια οι άμαξες αφήνουν στην Ομόνοια
Στέκονται ν’ ανταλλάξουν νύχτα το φιλί
μπροστά στον όρθιο δεσμώτη

Πίνει το βάλσαμο σαν ανοιχτή πληγή
και σε μια γλώσσα ακατονόμαστη αρθρώνει
Έξω απ’ τα φράγματα του ύπνου θέλω να καλπάσω

*

ΑΠΟ ΧΙΛΙΟΥΣ ΘΑΝΑΤΟΥΣ

Μου ζήτησες από χίλιους θανάτους να επιλέξω
Στη γη των καλών προθέσεων
με την πυξίδα να δείχνει μονίμως τον βορρά
ξαπλώνω χάμω
Πίσω τραβάω τον κόκορα
Στρέφω την κάννη παράλληλα στον ουρανό
Ο Πολικός Αστέρας κοκκινίζει

Τον θάνατο από αγάπη διάλεξα

*Από τη συλλογή “Νήσος Κίρκη”, Εκδόσεις Δρόμων, 2024.

Pier Paolo Pazolini, Επίλογος επικήδειος

VIII

(Επίλογος επικήδειος με πίνακα συνοπτικό- για την
καπάτσα που γράφει το «κείμενο»- της καριέρας μου
ως ποιητή, και μια προφητική ματιά
στη θάλασσα των μελλουσών χιλιετιών)

«Ήρθα στον κόσμο την εποχή
της Αναλογικής.
Δούλεψα
σ’ αυτό τον τομέα σαν μαθητευόμενος.
Ύστερα ήρθε η Αντίσταση
κι εγώ
αγωνίστηκα με τα όπλα της ποίησης.
Αποκατέστησα τη Λογική, και ήμουνα
ένας πολιτικός ποιητής.
Τώρα είναι η εποχή
της Ψυχαγωγικής.
Μπορώ να γράφω μόνο προφητεύοντας
συνεπαρμένος με τη Μουσική
από περίσσεμα σπόρου ή συμπόνιας».
Advertisement

Αν τώρα επιβιώνει η Αναλογική
κι έχει περάσει η μόδα της Λογικής
(μαζί κι η δικιά μου:
κανείς δε μου ζητά πια ποίηση), υπάρχει
η Ψυχαγωγική
(εις πείσμα της Δημαγωγίας
που πάντα είναι περισσότερο κυρία
της καταστάσεως ).
Γι’ αυτό
μπορώ να γράφω για Θέματα και Θρήνους
ακόμη και Προφητείες
σαν πολιτικός ποιητής, α, ναι, πάντα!»
Όσο για το μέλλον, άκου:
οι γιοί σου οι φασίστες
θ’ απλώσουνε πανιά
για τους κόσμους της Νέας Προϊστορίας.
Εγώ θα στέκουμαι εκεί,
σαν κάποιος που ονειρεύεται το χαμό του
στις όχθες της θάλασσας
απ’ όπου ξεκινά η ζωή.
Μόνος, ή σχεδόν μόνος, στην παλιά παραλία
ανάμεσα σε χαλάσματα αρχαίων κοινωνιών,
τη Ραβένα
την Όστια ή την Βομβάη – είναι το ίδιο-
με Θεούς που ξεφλουδίζουν, προβλήματα παλιά
-όπως η πάλη των τάξεων-
που
διαλύονται….
Σαν ένας παρτιζάνος
που πέθανε πριν από το Μάη του ’45,
θ’ αρχίσω σιγά-σιγά ν’ αποσυντίθεμαι
μέσα στο εκτυφλωτικό φως αυτής της θάλασσας,
ποιητής και πολίτης ξεχασμένος».

*«Ποίηση σε σχήμα τριαντάφυλλου» (Poesia in forma di rosa), Εκδόσεις Τυπωθήτω. Mετάφραση: Ανδρέας Ριζιώτης.

**Το πήραμε από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2024/11/14/epilogos-epikidios/

Αντωνία Μποτονάκη, ζωντανά δολώματα

Τα κορίτσια κάνουν τα πάντα
για ν’ αρέσουν.
Ολόιδια όπως έκαναν μικρά, όταν
έχανε το κέφι του ο μπαμπάς.
Ήθελαν τότε μες στου βοδιού το κέρατο να μπουν,
για να κρυφτούν.

Τότε ερχόταν η μητέρα, λέγοντας
πήγαινε, πήγαινε, καλόπιασέ τον, ξέρεις εσύ.
Ήξερε πρώτη αυτή.
Το είχε μάθει απ’ τη δική της τη μητέρα.

Γι’ αυτό τους γυάλιζε τις μπούκλες.
Τους είχε κόψει τις δαγκάνες.
Τις αντιστάσεις είχε κάμψει, ολωσδιόλου.
Για να περνούν στο αγκίστρι ολοζώντανα
με κάτι παλιές χάντρες –να φέγγουν μες στα φύκια–
δόλωμα.

Η συνέχεια γνωστή.
Με τα δύο πόδια τους πηδάλιο πλεύσης,
καθώς κρεμόταν στο καλάμι
να κάνουν κόλπα και τσακίσματα, ώσπου
το κέφι να τσιμπήσει του μπαμπά
να του το ξαναδώσουν.

Ικανοποιημένα, μπορούσαν τότε να επιστρέψουν στη
μικρή, πλαστική, με το γλυκό νερό λεκάνη τους. Ασκώντας
τα δυο πόδια τους να περιμένουν το επόμενο σκοτάδι.
Στη φεγγαράδα ως γνωστόν δεν πιάνεις ψάρια.

*Από τη συλλογή “Τη γλώσσα της την πέταξαν στη γάτα”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.