Νόα Τίνσελ, [Middle-class drag]

Νόα Τίνσελ, [Middle-class drag]

Ι.
Πόλη χωρίς βραδινά αστικά
Κοινοτικό κολλέγιο και βρέχει
Χρησιμοποιείς τη λέξη φτωχός και στη διορθώνουν
Κι εσύ εξακολουθείς να την ψάχνεις στα συνέδρια
Από όπου σε περιμένουν οι δικοί σου να γυρίσεις
Για να σε πουν προδότη
Ή να γελάσουν με τους νέους τρόπους σου

ΙΙ.
Όπως όταν σε ρωτούσαν οι συμφοιτητές στη δημιουργική γραφή
Αν απέδωσαν σωστά τη φτώχεια
Ή όταν περνούσες
Ιδρωμένη από τη δουλειά
Μέσα στα αρωματισμένα σώματά τους
Που δεν ήξεραν τι να κάνουν μαζί σου
Και σπρώχνονταν
Και η καθηγήτρια σε επαινούσε που υπήρχες

ΙΙΙ.
Μόλις τελειώνει με τους στίχους μου
Με καλεί και κλαίει
Στον διάδρομο της ογκολογικής
Σκέφτομαι: το μωρό μου
Πονάει παραπάνω και από μένα
Μου λέει: εσύ γράφεις για σπουδαία
Ενώ τα δικά μου είναι
-ξέρεις-
Αλλά εσύ είσαι τυχερή
Ο αδερφός σου θα πεθάνει
Ο μπαμπάς σου έχει εξαφανιστεί
-ακριβώς όπως σε ταινία-
Θα χάσεις το σπίτι σου από δάνεια
Είσαι άνεργη
Πίνεις
Έχεις περάσει ανορεξία
Ε, και καταλαβαίνεις πώς το λέω

Είναι άδικο

ΙV.
Μου κόβουν το ρεύμα
Και θα χάσω το ΚΕΑ
Γράφει- δίπλα μου εσύ
Με το μιλκσέηκ
Θέλεις να φιληθούμε τρυφερά
Χαμογελάω στις φίλες σου
Σκέφτομαι τις δικές μου
Μου λείπουν τρομερά
Σε βγάζω ασπροπρόσωπη
Περνάω κι απόψε ως μία της τάξης σας

V.
[Υπότροφος]

Στην κατώτατη εισοδηματική κλίμακα
Λαμπρό μυαλό
Επιδεικνύω καινοτομία σκέψης
Συντάσσω κειμενάκια στους σωτήρες μου
Σε κελιά 3.000 χαρακτήρων στριμώχνω τη ζωή μου
Θέλουν να δουν πόσο υπέφερα
Γυαλιστερό δολωματάκι
Ιστορία μεταμόρφωσης
Το δραματικότερο promo ever

*
Φοράω τα καλά μου

Κι ευχαριστώ τους sugar daddies μου
Με την πείνα της πουτάνας όταν της τα σκας

VI.

Είμαι το et.al.
Στο έργο του σπουδαίου ερευνητή
Που καταχειροκροτείται

*Από τη συλλογή “μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα”, εκδόσεις θράκα, 2023.

Ευαγγελία Τάτση, Του παρελθόντος

[Το σπίτι]

Μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι που ήταν δυο σπίτια.
Ένα κατώτερο κι ένα ανώτερο.
Ένα σπίτι που ήταν
κι ένα σπίτι που ήθελε να γίνει.
Η μισή στέγη με κεραμίδια
η άλλη μισή με τσιμεντένια πλάκα.

Η μια είσοδος υπερυψωμένη
με τρία σκαλοπάτια μάρμαρο, μωσαϊκό στη βεράντα.
Η άλλη, παραδομένη στα νερά της βροχής σε κάθε καταιγίδα
έβλεπε την αυλή να χαράζει τα γόνατα.
Οι μισοί τοίχοι ασοβάτιστοι και ασβεστωμένοι
οι άλλοι μισοί σε χρώμα πλαστικό φυστικί
με στάμπες λουλουδάκια.

Σκέφτομαι τώρα πως οι γονείς μου
δεν άντεχαν τους χωρισμούς.
Πως σ’ αυτήν την καινούρια γειτονιά
έχτισαν ένα σπίτι για να ζήσουν
κι ένα για να θυμούνται.

[Οικοδόμοι και άλλα]

Σε δέκα οικογένειες εφτά οικοδόμοι
δύο ιδιωτικοί υπάλληλοι
κι ένας χαφιές
που δεν θυμάμαι τη δουλειά του.

Κανείς δεν μπορεί να χωρίσει
απ’ αυτό που είναι, παρά μόνο
απ’ αυτό που δεν είναι.

Άλλο οικοδόμος, άλλο εργολάβος.
Απ’ όσους το κατάλαβαν
οι μισοί έγιναν κατασκευαστές.
Κάπως έτσι χώρισαν όλα
τα σπίτια, οι γειτονιές, η πατρίδα ξανά.
Σε μας έμειναν τα καρπούζια ολόκληρα
τα καφάσια με τις μπίρες,
οι καρέκλες στα πεζοδρόμια
στα πλατύσκαλα μοιρασμένες
και δίπλα στις εξώπορτες, το ένα κοινόχρηστο τηλέφωνο
η μια μοναδική τηλεόραση.

Καθένας χρεώνεται τα δικά του
έμαθα αργότερα.
Εύκολος τρόπος να ξεχωρίζω
αυτό που δεν είμαι.

[Τα τραγούδια]

Θα πω για τον Στράτο.
Έπαιζαν τα ραδιοφωνάκια στα συνεργεία
στα καφενεία με τ’ απλωμένα χταπόδια
τα τραγούδια του.
Η μάνα μου τ’ άπλωνε στην αυλή
παρέα με την μπουγάδα.
Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς
ο κερδισμένος στα χαρτιά
μας ξεσήκωσε για τη Νεράιδα.
Ο Στράτος ίδιος όπως στα εξώφυλλα.
Γαρδένιες και σπασμένα πιάτα ανάμεσα στα τραγούδια
Και τα τραγούδια έγιναν άλλα.
Τα τραγούδια ήταν δυο.
Όσα αγαπούσα ήταν ρεφενέ
μα στη Νεράιδα
πλήρωνε ο καθένας τα δικά του.

*Από τη συλλογή “Θα γίνουν όλα με τα μάτια ανοιχτά”, Εκδόσεις Βακχικόν, Ιούλιος 2024.

Γιάννης Στρούμπας, Δύο ποιήματα

ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΣΥΜΠΑΝ
Της σήραγγας
η μαύρη τρύπα με ρουφά.
Μεταφορά ενέργειας.
Δεν ξέρω αν θα λιώσω
ή αν εξέλθω ζωντανός
σε σύμπαντα παράλληλα.

Ξανά στο φως.
Ξανά
στο ίδιο άγχος της πηχτής,
απόκοσμης ροής,
ξένης ροής
παράλληλων σωμάτων.

Είναι σαφές. Υπάρχουν
κι άλλα σύμπαντα.
Επακριβώς παράλληλα.

*

ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΗ ΦΩΛΙΑ

Παρακαλούνται οι επιβάτες
μέχρι την ολοκλήρωση της συντήρησης
στις πυροσβεστικές φωλιές
να αποφεύγουν
σφιχτούς εναγκαλισμούς,
ασπασμούς γαλλικούς,
σπινθήρες πυρερωτικής φωλιάς.
Κίνδυνος πυρκαγιάς.

Nikola Madžirov, Δύο ποιήματα

Πατρίδα
 
Ζούσα στις παρυφές της πόλης
σαν φανοστάτης που τη λάμπα του
κανείς δεν αλλάζει.
Ιστοί αράχνης συγκρατούσαν τους τοίχους,
και ο ιδρώτας τα σφιχτοπλεγμένα χέρια μας.
Έκρυβα το αρκουδάκι μου
σε εσοχές χοντροφτιαγμένων πετρότοιχων
κι έτσι το έσωζα από τα όνειρα.
Μέρα νύχτα ζωντάνευα το κατώφλι
επιστρέφοντας σαν μέλισσα που
πάντα επιστρέφει στο προηγούμενο λουλούδι.
Ήταν καιρός ειρήνης όταν έφυγα από την πατρίδα:
το δαγκωμένο μήλο δεν είχε μαυρίσει,
στο γραμματόσημο ένα παλιό ερημωμένο σπίτι.
Από γεννησιμιού μου μεταναστεύω σε γαλήνια μέρη
και τα κενά κολλημένα κάτω απ’ τα πόδια μου
όπως το χιόνι που δεν γνωρίζει αν ανήκει
στη γη ή στον αέρα.

*
 
Σκιές μάς προσπερνούν

Θα συναντηθούμε μια μέρα,
όπως ένα χάρτινο καραβάκι και
ένα καρπούζι που παγώνει στο ποτάμι.
Η αγωνία του κόσμου θα
μας συντροφεύει. Οι παλάμες μας
θα κρύβουν τον ήλιο και θα
πλησιάσουμε ο ένας τον άλλο κρατώντας φανάρια.
Μια μέρα, ο άνεμος δεν
θα αλλάζει κατεύθυνση.
Η σημύδα θα ρίχνει τα φύλλα της
στα παπούτσια μας στο κατώφλι της πόρτας.
Οι λύκοι θα κυνηγούν
την αθωότητά μας.
Οι πεταλούδες θα αφήνουν
τη σκόνη τους στα μάγουλά μας.
Μια ηλικιωμένη θα αφηγείται ιστορίες
για εμάς στην αίθουσα αναμονής κάθε πρωί.
Ακόμα κι αυτό που λέω τώρα έχει
ήδη ειπωθεί: περιμένουμε τον άνεμο
σαν δυο σημαίες σε ένα σύνορο.
Μια μέρα κάθε σκιά
θα μας προσπερνά.

Μετάφραση: Ελευθερία Τσίτσα

Joyce Mansour, Ποιήματα

Μὴν τρῶτε τὰ παιδιὰ τῶν ἄλλων

Μὴν τρῶτε τὰ παιδιὰ τῶν ἄλλων
γιατὶ ἡ σάρκα τους θ`ἀρχίσει νὰ σαπίζει
στὰ περίτεχνα γαρνιρισμένα στόματά σας
μὴν τρῶτε τὰ κόκκινα λουλούδια τοῦ καλοκαιριοῦ
γιατὶ ὁ χυμός τους εἶναι τὸ αἷμα τῶν σταυρωμένων παιδιῶν
μὴν τρῶτε τὸ μαῦρο ψωμὶ τῆς φτωχολογιᾶς
γιατὶ εἶναι ζυμωμένο ἀπὸ τὰ ὄξινά της δάκρυα
καὶ θά ᾽φτανε νὰ πετάξει ρίζες μὲς στὰ μακρουλὰ κορμιά σας
μὴν τρῶτε ἴσαμε νὰ μαραθοῦν καὶ νὰ πεθάνουνε τὰ σώματά σας
ἀκριβῶς γιὰ νὰ πλάσουν ἐπάνω στὸ πένθιμο χῶμα
τὸ φθινόπωρο

*

Των χεριών σου οι τυφλοί μηχανισμοί

Των χεριών σου οι τυφλοί μηχανισμοί
πάνω στα φρικιώντα στήθη μου
οι αργές κινήσεις της παραλυτικής σου γλώσσας
στα παθητικά μου αφτιά μέσα
πνιγμένη όλη μου η ομορφιά στα ορφανά από ίριδες μάτια σου
ο θάνατος μες στην κοιλιά σου που τρώει τον νου μου
όλα ετούτα εδώ με κάνουν δεσποινίδα αλλόκοτη ξένη

*

Προσκαλέστε με να περάσω τη νύχτα στο στόμα σας

Προσκαλέστε με να περάσω τη νύχτα στο στόμα σας
διηγηθείτε μου των ποταμών τα νεανικά χρόνια
ζουπήστε τη γλώσσα μου πάνω στο γυάλινο μάτι σας
δώστε μου για τροφό την κνήμη σας
και ας κοιμηθούμε μετά του αδελφού μου εσείς αδελφέ
γιατί τα φιλιά μας εμάς πεθαίνουν απ’ τη νύχτα πιο γρήγορα

*

Φύτεψα ένα χέρι παιδικό

Φύτεψα ένα χέρι παιδικό
ωχρό απ’ το βαθύ σαράκι που το τρώει
στον κήπο μου με τ’ ανθισμένα δέντρα
το καταχώνιασα στο δυσωδέστατο χώμα
το πότισα το κλάδεψα το ονομάτισα
γιατί ήξερα ότι σε τούτον τον τόπο θε να βλαστήσει μια παρθένα
μια παρθένα απαστράπτουσα από φως και από ζωή
μια νέα πίστη στα παλιά τα μέρη μέσα

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Νικόλαος Κάλας, Βουλιαγμένες

“Δεν ήμουν απ’ τα κορίτσια που κάναν καλό γάμο”
συναντηθήκαμε ξανά στην ίδια διαδρομή
τι άσχημοι που είναι οι δρόμοι αυτής της συνοικίας
πλαισιωμένοι από γκριζοπράσινα κυβικά
παραλληλισμοί κάθετοι κι οριζόντιοι.
Η οδός Ηλιουπόλεως κατακτήθηκε από επιπλοποιούς
και μηχανικούς ανταλλακτικών αυτοκινήτων.
Η κυρία Πασπάτη σταυροκοπιέται κάθε φορά
που περνάμε μπροστά από φαρμακείο.
Ήταν απ’ τα κορίτσια που κάναν καλό γάμο
μα δεν της φαίνεται, ρευματισμών ένεκεν.
Πάνε παρέα κάθε απομεσήμερο στα ιαματικά
της λίμνης. Απολαμβάνουν τη διακοπή
οικιακής ρουτίνας. Για ένα εικοσαήμερο
γεύονται άλλης επανάληψης την Τάξη

Νανά Ησαΐα, Ίδιο σημείο Ι

Νανά Ησαΐα, Γεωμετρικό

Σ’ έχω αποχαιρετίσει πολλές φορές
Έρμαιο το χέρι μου της κάθε απόστασης.
Της όλο και μεγαλύτερης
διάστασης του χωρισμού μας.
Πού θα βρεθώ στο τέλος
τόσων αποχαιρετισμών;
Στο κενό των παράθυρων
η νεόκοπη άνοιξη προσθέτει
φως και νοερούς κήπους.
Εκείνους του κάστρου και των υποκρισιών.
Των κυπαρισσιών και των ίσκιων.
Πού θα βρεθώ στο τέλος όλων των υπολογισμών μας;
Πως δεν υπάρχει χρόνος.
Δεν υπάρχει ο τρόπος.
Η βαθύτερη φύση των φύλλων
κρύβει τον τόπο των συναντήσεών μας.
Στον περιποιημένο μας λαβύρινθο
τόσων συνεχών αποστάσεων
από το ίδιο πάντα
σημείο του Κόσμου.

Μάιος ‘81

Ασημίνα Κ. Λαμπράκου, Δύο ποιήματα

Η πόλη, 2011, λάδια

τότε θά ‘ρθω
εσύ θα μιλάς για τη Μάγα
κι εγώ για την πόλη
τους νεοπτωμαίους και τους αναλώσιμους
τη φθορά της πίσσας και την πόλη που
τ’ όμορφο σηκώνει κεφάλι όταν
όσοι την πληγώνουν φεύγουν

(2017)

Honey Bee ψηφιακό κολάζ, 2017

ας το πούμε: του Σαββάτου

για να γίνει το 80 πιο τρυφερό
θάρθει έπειτα η μνήμη και θα σε αφαιρέσει
πουλί πεδινό
κορίτσι του άστρου των Κυθήρων
να σε περάσει ο άνεμος στη γη του παρόντος
ένα περιστέρι γυμνωμένο στα σάρκινα νύχια
μαστροπών και πληγωμένων θυτών που
σπλάχνα ορέγονται ζεστά κι αίματα αχνιστά
θυσία στην σφίγγα των οδών του κέρδους
κάποιο πρωινό που
η γιορτή θα μοιάζει μνημόσυνο
πάνω στην ανοιγμένη σου κοιλιά
κορίτσι περιστέρι

*Από τη συλλογή: έ ω ς ε π τ ά, 2022

Ανδρέας Φουσκαρίνης, Δύο ποιήματα

ΑΔΙΕΞΟΔΟΙ ΔΡΟΜΟΙ

Ένα φεγγάρι φυματικό,
Κίτρινο, χλομό
Σκέπασε ολόκληρη τη νύχτα.
Γεύση πικρή, θλίψη
Τα δύσκολα χρόνια της νιότης φευγάτα
Τα δύσκολα χρόνια που έρχονται
Αβέβαια και θλιβερά.
Ίσως και καταστροφικά.
Μόνη λύση η φυγή.
Αλλά για πού;
Οι δρόμοι κλεισμένοι από καιρό
Κι εγώ μονάχος στη μέση του πελάγους
Σε βάρκα δίχως κουπιά
Μονάχος, απελπιστικά μονάχος.
Να πετάξεις; Δεν γίνεται. Κομμένα τα φτερά.
Άλλωστε πού να πας; Και γιατί;
Όλοι οι δρόμοι αδιέξοδοι λοιπόν,
Φραγμένοι, για πάντα κλειστοί.
Υπομονή! Υπομονή! Υπομονή!

*
Ο ΚΥΚΛΟΣ

Πόσο μικραίνει ο κόσμος που γνωρίζω!
Μέρα με τη μέρα χάνεται!
Οι άνθρωποι που ξέρω δεν υπάρχουν πια
Φεύγουν δια παντός ο ένας μετά τον άλλο.
Σε λίγο θα ζω ανάμεσα σε ξένους,
Η πατρίδα μου θα γίνει ξένη παντελώς.
Κι εγώ τι κάνω τότε;
Και κάθε φορά που ακούω
Τον πένθιμο τον ήχο της καμπάνας
Συλλογίζομαι αμέσως, όπως κάποτε και ο Χεμινγουέι
Πως κάποιος φίλος έκλεισε τον κύκλο του για πάντα
Και ήρθε η ώρα για να κλείσει κι ο δικός μου.
Το αναπότρεπτο της μοίρας μας.

*Από την εκτός εμπορίου συλλογή “Πυροβάτες και τεχνουργοί”, 2024.

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Παύλος Φύσσας ΠΑΡΩΝ!

Η τέχνη δεν μπορεί να σταματήσει την βαρβαρότητα.
Η βαρβαρότητα δεν μπορεί να παράξει τέχνη.
Την αγνοεί και την καταδιώκει
διότι η άγνοια ανάμεσα σε ένα πλήθος που γνωρίζει,
ή μάλλον καλύτερα, νιώθει είναι σφάλμα για περίγελο.
Η τέχνη θέλει αυστηρά έμπνευση η βαρβαρότητα ενίοτε.
Η βαρβαρότητα μπορεί να εμπνεύσει την τέχνη
το αντίθετο δεν το γνώρισα ποτέ.
Οταν ο ήχος της μπότας στα κεφάλια μας σφυρίζει
σε αυτούς φτάνει στα αυτιά τους κελάηδημα περιστεριού.
Όταν ο ήχος της μπότας στα κεφάλια μας σφυρίζει
γνωρίζουμε πως είμαστε η τέχνη
που δεν θα κατανοήσουνε ποτέ.
Δεν είμαστε ατσάλινοι ρε, αντέχουμε μέχρι που σπάμε.