César Vallejo, στίχοι

Ένας άνθρωπος περνάει μ’ ένα ψωμί στον ώμο.
Θα γράψω εγώ μετά για το σωσία μου;

Ένας άλλος κάθεται, ξύνεται, βγάζει μια ψείρα απ’ τη μασχάλη, τη σκοτώνει.
Με τι κουράγιο να μιλήσεις για την ψυχανάλυση;

Ένας άλλος μπήκε στο στήθος μου μ’ ένα ραβδί στο χέρι.
Μετά απ’ αυτό να μιλήσω με το γιατρό για τον Σωκράτη;

Ένας κουτσός περνάει μ’ ένα παιδί αλαμπρατσέτα.
Μετά απ’ αυτό θα διαβάσω Αντρέ Μπρετόν;

Ένας άλλος τρέμει από το κρύο, βήχει, φτύνει αίμα.
Θα τολμήσω και να σκεφτώ το Εγώ εκ βαθέων;

Ένας άλλος ψάχνει στη λάσπη για κόκκαλα, φλούδες.
Πως να γράψεις μετά απ’ αυτό, για το άπειρο;

Ένας εργάτης πέφτει από μια στέγη, πεθαίνει και πια δε γιοματίζει.
Θ’ ανανεώσεις, μετά, τον τρόπο, την αλληγορία;

Ένας έμπορος κλέβει έναν πελάτη στο ζύγι ένα γραμμάρι.
Να μιλήσεις, μετά, για την τέταρτη διάσταση;

Ένας τραπεζίτης πλαστογραφεί τον ισολογισμό του.
Με τι πρόσωπο να κλάψεις στο θέατρο;

Ένας απόκληρος κοιμάται με το πόδι στην πλάτη.
Να μιλήσεις σε οποιονδήποτε, μετά, για τον Πικάσο;

Κάποιος πηγαίνει σε μια κηδεία κλαίγοντας.
Πως μετά να έμπεις στην Ακαδημία;

Κάποιος καθαρίζει ένα τουφέκι στην κουζίνα του.
Με τι κουράγιο να μιλήσεις για το υπερπέραν;

Κάποιος περνάει μετρώντας με τα δάχτυλά του.
Πως να μιλήσεις για το μη-εγώ χωρίς να βγάλεις μια κραυγή;

5 Νοεμβρίου 1937

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος

Νικόλας Κουτσοδόντης, Νύχτα στην πλατεία Γαρδένιας

Φτερουγίζει το λευκό γύρω στην πλατεία
Πουκάμισα στο Λινκντίν. Τα χαζεύουμε
φυσάει πολύ στο βρομόνερο σαν να πλατσουρίζουν άπειρα
άκαπνα παιδιά
μείγματα μυρωδάτης ζύμης σε αλουμινένιες φόρμες
κι ίσως φύγεις στο εξωτερικό

Φτερουγίζει το λευκό γύρω στην πλατεία
Συμπλήρωσε το
ως βιογραφικό, μια πόλη από ρούχα εργασίας
που τρέμει
της χώρας το λίμνασμα, τα χείλη των αφεντικών
σαν γλυσίνες

Φαρδιά κορμιά φιλόδοξα
κι ο εμετός μου είναι το ασήμι απ’ τα ακριβά
γυαλιά οράσεώς τους

Ίσως φύγεις στο εξωτερικό
όπως σταμάτησε μες στα ντουλάπια το παιδί
να βαρά τις κατσαρόλες με τα ζεστά πλοκάμια του
και τα καπνόχορτα που ξεριζώθηκαν απ’ το χωράφι
για μεροκάματο πέντε ευρώ

Φτερουγίζει γύρω στην πλατεία
το απελπισμένο
λευκό
αύριο

*Από τη συλλογή “Ίσως φύγεις στο εξωτερικό”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Γιώργος Βέης, Η κοινή μας θεά

Είσαι ήπειρος αχανής, θα σε εξερευνήσω απ’ άκρη σ’ άκρη
θα ψάχνω στις σπηλιές τοιχογραφίες του Sapiens εαυτού σου
σε περιμένω από τώρα
όποια θέλεις ώρα
Πυγολαμπίδες στο σκοτάδι με πράσινα φτερά
τις χίλιες και μια νύχτες θα ήθελαν εδώ να γράψουν
να πούνε ιστορίες για τα δάχτυλά μου
τότε που σ’ άγγιζαν απαλά
για να σου δείξουν πόση ανάγκη σ’ είχαν
κι εσύ κοιτούσες χαμηλά, γερμένο το κεφάλι μου
να διαβάσω ήθελα τα ποιήματα, 
τα χάδια τα γραμμένα στο μέτωπό σου
στην παλάμη σου σημάδια απ’ το χώμα και μυρωδιά βροχής
στις φλέβες του λαιμού σου ο χάρτης μου
ήπειρος σώμα μου στο σώμα σου αχανής ανάσα, κοίτα 
είσαι παντού η δύναμη και η χάρις μαζί.

Λεωνίδας Καζάσης, Σε αυτή που εφώναξε, λέγοντας το όνομα, Μάϊκα

Εγώ που ρέπω στον φιλοσοφικό αλητισμό, ποιητής αλήτης,
εγώ, της λογοτεχνίας η αλητεία του λόγου δοσμένη σε μιας αλήτικης ηδονής ευγένεια!
Όταν σε σκέφτομαι,
αναπαριστώντας ο νους μου τη μορφή της υπάρξεώς σου,
γίνομαι πλατωνικό ειδυλλίου ακράγγιγμα στο ξάγναντο.
Είσαι το ξάγναντο.

Παύλος Αμπεριάδης, Κακό Ποίημα 

Με το πρώτο κακό ποίημα που έγραψα για σένα,
κατάλαβα ότι άρχισα να σε ξεχνάω.

Το δημοσίευσα μάλιστα, όχι για τον σκοπό
αλλά για να μην στο στείλω.

Για να έχω να το βλέπω πάντα και να
θυμάμαι την αρχή του τέλους μιας
αγάπης που μου στοίχισε τα πάντα.

Και αυτό είναι ένα κακό ποίημα,
βλέπεις τι εννοώ;

Και αυτό δεν πρόκειται να σου το στείλω.

Γιώργος Κοζίας, Σκοπεύσατε στον κρόταφο…

Σκοπεύσατε στον κρόταφο
την μοναχική αγριόπαπια,
έναν ασημένιο γλάρο,
τη μάινα, θλιμμένη κορασίδα Αλβιώνος.

Σκοπεύσατε με σώας τας φρένας
τον περιπλανώμενο Ιουδαίο,
πατήρ, υιό και Άγιο Πνεύμα
ή εκπυρσοκροτείτε στον αέρα
να αστράφτει των ουρανών η Πλατυτέρα.

Σκοπεύσατε την δίψα, την πείνα,
την μανία του όντος
και αγαπάτε αλλήλους
Λίβιους, Οράτιους, Καταλίνες
για την τιμή των όπλων.

Σκοπεύσατε το Κύκνειο άσμα
και μην σας μέλλει,
μετανοώντας επιστρέφει.
Κυριλλικά σας γνέφει: «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ!».

Στο γκέτο των σούπερ Χριστιανών στοιχηθείτε,
κι ας λιποταχτεί η φύσις…

Σκοπεύσατε με πάθος καθώς ψυχορραγείτε.
Αυτό το ωραίο ρεβόλβερ είναι δικό σας
δεν μπορεί κανείς να σας το πάρει.

*Από τη συλλογή “ΠΟΛΕΜΩΝΤΑΣ ΥΠΟ ΣΚΙΑΝ… Ελεγεία και σάτιρες, εκδόσεις Περισπωμένη, 2017.

Γιώργος Μάκρης, Στις πνιγμένες προπολεμικώς

Έτσι γυμνή απ’ όνειρα
Και με βρεγμένα τα σφυρά
Μ’ επιδερμίδα κίτρινη
Πλέει η πνιγμένη Μόνα
Την σέρνουν τα νερά γλυφά
Πολύ μακριά απ’ τα σύννεφα
Μακρύτερ’ απ’ τις εποχές
Με δυό χελιδονόψαρα
Στα βλέφαρά της τα κλειστά.

Έχασε τα σαντάλια της
Τα σκοίνινα της εκδρομής
Έχασε και την αίσθηση
Του χρόνου, ούτε χρώματα
Ούτε χαμόγελα Θεών
Πικρά σαν τα’ άγια χώματα
Ούτε γλυκοφιλήματα
Στον κήπο με τα κλήματα
Στα βλέφαρά της τα κλειστά

Έχασε και το σχήμα της
Η Μόνα, την ομπρέλα της
Την άφησε των αστεριών
Όταν με μύρια ψέματα
Έφυγε με τα κύματα
Με τις βαρκούλες των παιδιών
Με αμαρτία στα χείλια της
Με μυστικό στα βλέμματα
Στα βλέφαρά της τα κλειστά.

Και έφυγε η Μόνικα
Σαν τα πουλιά τα μυθικά
Βυθίστηκε ένα απόγιομα
Λησμόνησε τον ουρανό
Κι έμειναν τα φορέματα
Τα μαύρα τα μεταξωτά
Κι όλοι θυμούνται κλαίγοντας
Τις σκάλες ανεβαίνοντας
Τα βλέφαρά της τα κλειστά.

Βικτωρία Θεοδώρου, Και χωρίς εμάς

Ας έχουμε επίγνωση της ανεπάρκειάς μας
Ας μην ταυτίζουμε το γήρας μας μ’ αυτό
του Κόσμου
Μην όλα τα μετράμε με τα μέτρα μας

Γεγονός πως φεύγουμε αδικαίωτοι
Όμως οι δρόμοι καθόλου δεν τελειώνουν
Τα οράματα θα συνεχίσουν την τροχιά τους
κι οι εξεγέρσεις αλλεπάλληλες
σαν τις εκρήξεις του άστρου της ημέρας
αέναα θα ξεσπούν

Όλα θα οικοδομούνται και χωρίς εμάς
Όλα θα βαίνουν στην αρχή τους και
στο τέλος τους
Χωρίς εμάς

*Από τη συλλογή “Μειλίγματα”, εκδ. Διάττων, 1990.

Pat Parker, Δεν μπορείς να είσαι σίγουρη για τίποτα στις μέρες μας

Γνωρίζεις έναν -εκπληκτικά- αξιόλογο άντρα
σου λέει,
ότι είναι μόνος του εδώ και χρόνια
σου ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου
σου κουβαλάει τα ψώνια
σε προστατεύει από τους κακούς
θέλει λέει μια έξυπνη, δημιουργική
γυναίκα να είναι η σύντροφός του στη ζωή.

παντρεύεσαι και ανακαλύπτεις

Ο τύπος είναι
πολύ αδύναμος για να μαζέψει ένα πιάτο
πολύ χαζός για να ανάψει το μάτι της κουζίνας
πολύ φοβισμένος για να βάλει πλυντήριο
πολύ αγχωμένος για να σιδερώσει ένα πουκάμισο
και για να βγει από πάνω –
προσπαθεί να καλύψει την ανικανότητά του
λέγοντάς ΣΟΥ –
είναι γυναικείες δουλειές αυτά.

Δεν μπορείς να είσαι σίγουρη για τίποτα στις μέρες μας.

*Από πιο βιβλίο “Πατ Πάρκερ Αγάπη Δικαιοσύνη Ελευθερία Επιλογή ποιημάτων”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2021. Ανθολόγηση – Μετάφραση – Πρόλογος: Νίκη Κωνσταντοπούλου.

Έφη Καλογεροπούλου, Mortgage / Υποθήκη

Have you ever heard
free people sobbing?

Is it the same to forget and to die?

Memory’s crater
an upside down chalice dripping
holy oil
is it of fire or amber?

If you help my memory I’ll help yours
What blazes up takes a mortgage on eternity

Don’t you know that desire always disembarks
in an unguarded crossing?

At the next stop
only time gets off

alone

Έχεις ακούσει ποτέ
λυγμούς ελεύθερων ανθρώπων;

Είναι το ίδιο να ξεχνάς και να πεθαίνεις;

Ο κρατήρας της μνήμης
ανεστραμμένο δισκοπότηρο που στάζει
μύρο αγιασμένο
από κεχριμπάρι είναι ή φωτιά;

Αν βοηθήσεις τη μνήμη μου θα βοηθήσω τη δική σου
Ό,τι αναφλέγεται βάζει υποθήκη αιωνιότητας

Δεν ξέρεις πως η επιθυμία αποβιβάζεται
πάντοτε σε διάβαση αφύλακτη;

Στον επόμενο σταθμό
μόνο ο χρόνος κατεβαίνει

Μόνος

*Από τη συλλογή “Στην εξορία του βλέμματος / Banished look”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2019. Αγγλική μετάφραση: Γιάννης Γκούμας.