Η καλύτερή μου φίλη είναι το μαγικό δάσος του εφιάλτη μου
και ξέρει καλά από κυνηγητό
η καλύτερή μου φίλη είναι το παιδί ινδιάνος
που δεν το βρίσκουνε ποτέ στο κρυφτό
είναι ένα μεθυσμένο πιάνο
είναι μια δαιμόνια ποιήτρια
στην οποία έχω δανείσει τα ωραιότερα φουστάνια μου
η καλύτερή μου φίλη πιστεύει σε έννοιες όπως
η ασθένεια, η αγάπη, η ψυχοθεραπεία και η συγγένεια
(εγώ από αυτά έχω μόνο ένα στα τέσσερα)
τη γνώρισα σε ένα λεωφορείο εξαιτίας ενός στοιχήματος
και έχασα την πρώτη παράσταση στην οποία με κάλεσε
(και καμία άλλη)
η καλύτερή μου φίλη με έχει αναγκάσει να πάω
σε περισσότερα πάρτυ απ’ όσα αντέχω
και την έχω αναγκάσει ν’ ανέβει σε περισσότερα αεροπλάνα απ’ όσα είχε ποτέ φανταστεί
λόγος για τον οποίο με έχει χαστουκίσει (αλλά χωρίς να πονέσει, πολύ…)
πιστεύω ότι η αρχή μιας φιλίας μοιάζει με την αρχή μιας ερωτικής ιστορίας
είναι σαν να σε ρίχνουν στη θάλασσα και να μην ξέρεις να κολυμπήσεις
αν και ξέρεις
η καλύτερη μου φίλη ξέρει ότι ο λόγος που μένω συχνά σιωπηλή
είναι ο τρόπος μου να ελαφραίνω το πάθος μου για τα πράγματα
κι εγώ ξέρω ότι ο λόγος που μιλάει πολύ είναι για να μη σφίγγει τα δόντια όταν φοβάται
η καλύτερή μου φίλη κι εγώ περάσαμε τουλάχιστον ένα χρόνο πίνοντας σαμπάνια για μεσημεριανό, πρωινό και βραδινό, με αυτήν ακριβώς τη σειρά
την αγαπάω περισσότερο από το χιόνι και όταν την βλέπω είναι σαν κάποιος να μου βάζει κομπρέσα ενώ ψήνομαι στον πυρετό.
Όταν την κοιτάζω τα μάτια της γίνονται χοάνες που μέσα τους εξαφανίζομαι.
Λέω: αγαπώ τη ζωή και μισώ το θάνατο
και το τελευταίο πράγμα που ακούω στον τηλεφωνητή είναι η φωνή της να μου λέει:
σήκωσε το γαμωτηλέφωνο.
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Γρηγόρης Σακαλής, Απώλεια εαυτού
Η Ποίηση ευτελίζεται
όταν η δημοσίευση της
εξαρτάται από πρόσωπα ισχυρά
όταν οι ιδιοκτήτες των μέσων
αποφασίζουν σύμφωνα με τα γούστα τους
που μπορεί να είναι σαθρά
αν δεν υπάρχει ήδη συναλλαγή
όταν ο ποιητής έχει συστάσεις
ή πληρώνει και γίνεται συνδρομητής
κι άλλες υποπεριπτώσεις
που δεν έχει νόημα να αναφερθούν.
Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν.
Το πρώτο στον άνθρωπο
είναι η αξιοπρέπεια.
Αν τη χάσεις ούτε η δόξα
που σύντομα εξαφανίζεται
ούτε η δημοσιότητα
μπορούν να σε βοηθήσουν
να βγεις από τον βούρκο
και τη λάσπη.
Κατερίνα Φλωρά, Το μούδιασμα του χρόνου
Μιας νέας σελήνης που νόμισες πως τη σκιά αντίκρυσες
ανέσυρες μυρωδιά ναφθαλίνης
σκοροφαγωμένα τα άλλοτε περίλαμπρα υφαντά
Τρίζουν τα σανίδια μιας εποχής
υποσχόμενης καταμαρτυρώντας
σάπια θεμέλια ενός κόσμου
όπου τίποτα δεν έμεινε αλώβητο
Φαιδροί οι θεσμοί
ύποπτος ο διπλανός
αίσθημα κενού
συγκυρία τρόμου
Ξανακοιτώντας απέναντι τα συντρίμμια
εκεί που το γαλανό της θάλασσας
σμίγει μ’ αυτό τ’ ουρανού
Σπύρος Θεριανός, Μουντζούρες / Κώστας Ριτσώνης, Κίτρινα τα Πετράλωνα
Πάνω από λευκές σελίδες
πέρασα τη ζωή μου.
Τις μουντζούρωνα ανελλιπώς
σαν μανιακός.
Οι άλλοι διάβαζαν σ’ αυτές
ποιήματα.
“Χνάρι” Νο 1 – Το Στέκι
Σχέδιο εξωφύλλου από τη Μάγδα.
*
Όλα μου φάνηκαν κίτρινα
απόψε στα Πετράλωνα
πίνοντας κρασί στο υπαίθριο ταβερνάκι
με τα κίτρινα μικρά φωτάκια
κίτρινο το τρόλεϊ που πέρασε
κίτρινη και η κοπέλα σαν το φουστάνι της
κίτρινη και η θολή ρετσίνα
Όλα είχαν το χρώμα
το αποψινό
της μοναξιάς μου
“Χνάρι” Νο 2 – Βάδιζε μεσ’ στην Αθήνα
*Το ΧΝΑΡΙ κυκλοφόρησε σε δύο οκτασέλιδα τον Γενάρη και τον Μάρτη του 2001… δακτυλογραφημένο, στο χέρι όλο και αναπαραγόταν στο φωτοτυπείο…
Όλγα Μαρκιτάντοβα, Δύο ποιήματα
Μίλα μου Κίεβο,
ακούστε με Σούμι και Μαριούπολη.
Διακόσιους τρόπους μίσους θέλω να βρω
και τετρακόσιους τρόπους ν’ αποδεχτώ τον φόβο.
Απανθρωποποίησέ με, μωρό μου, είμαι ο στρατιώτης σου,
Ο τυφλός σου Κάιν κι ο άφυλος Άβελ.
*
Μάνα γη της Ρωσίας, βούλωσέ μου το στόμα,
σπάσε το χέρι μου, κόψε τα δάχτυλά μου με τροχό
(έχω αλλεργία στη λιδοκαΐνη).
Απότρεψέ με, φύλαξέ με απ’ την επιστράτευση
γιατί θέλω να κρατήσω τον γιο μου.
Φυλακής τοίχους πλύνε ώσπου ν’ ασπρίσουν,
δωσ’ μου να πιω σιδερένιο νερό από άδειες θηλές,
με μολύβδινο πάγο
σκεπάστε μου το σώμα.
*Από την ανθολογία “Ο θάνατος ερχόταν προς το μέρος μου πετώντας – Ποιητές και ποιήτριες από τη Ρωσία και την Ουκρανία κατά του πολέμου”, εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, Ιούνιος 2022. Ανθολόγηση – μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου.
César Vallejo, στίχοι
Ένας άνθρωπος περνάει μ’ ένα ψωμί στον ώμο.
Θα γράψω εγώ μετά για το σωσία μου;
Ένας άλλος κάθεται, ξύνεται, βγάζει μια ψείρα απ’ τη μασχάλη, τη σκοτώνει.
Με τι κουράγιο να μιλήσεις για την ψυχανάλυση;
Ένας άλλος μπήκε στο στήθος μου μ’ ένα ραβδί στο χέρι.
Μετά απ’ αυτό να μιλήσω με το γιατρό για τον Σωκράτη;
Ένας κουτσός περνάει μ’ ένα παιδί αλαμπρατσέτα.
Μετά απ’ αυτό θα διαβάσω Αντρέ Μπρετόν;
Ένας άλλος τρέμει από το κρύο, βήχει, φτύνει αίμα.
Θα τολμήσω και να σκεφτώ το Εγώ εκ βαθέων;
Ένας άλλος ψάχνει στη λάσπη για κόκκαλα, φλούδες.
Πως να γράψεις μετά απ’ αυτό, για το άπειρο;
Ένας εργάτης πέφτει από μια στέγη, πεθαίνει και πια δε γιοματίζει.
Θ’ ανανεώσεις, μετά, τον τρόπο, την αλληγορία;
Ένας έμπορος κλέβει έναν πελάτη στο ζύγι ένα γραμμάρι.
Να μιλήσεις, μετά, για την τέταρτη διάσταση;
Ένας τραπεζίτης πλαστογραφεί τον ισολογισμό του.
Με τι πρόσωπο να κλάψεις στο θέατρο;
Ένας απόκληρος κοιμάται με το πόδι στην πλάτη.
Να μιλήσεις σε οποιονδήποτε, μετά, για τον Πικάσο;
Κάποιος πηγαίνει σε μια κηδεία κλαίγοντας.
Πως μετά να έμπεις στην Ακαδημία;
Κάποιος καθαρίζει ένα τουφέκι στην κουζίνα του.
Με τι κουράγιο να μιλήσεις για το υπερπέραν;
Κάποιος περνάει μετρώντας με τα δάχτυλά του.
Πως να μιλήσεις για το μη-εγώ χωρίς να βγάλεις μια κραυγή;
5 Νοεμβρίου 1937
*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος
Νικόλας Κουτσοδόντης, Νύχτα στην πλατεία Γαρδένιας
Φτερουγίζει το λευκό γύρω στην πλατεία
Πουκάμισα στο Λινκντίν. Τα χαζεύουμε
φυσάει πολύ στο βρομόνερο σαν να πλατσουρίζουν άπειρα
άκαπνα παιδιά
μείγματα μυρωδάτης ζύμης σε αλουμινένιες φόρμες
κι ίσως φύγεις στο εξωτερικό
Φτερουγίζει το λευκό γύρω στην πλατεία
Συμπλήρωσε το
ως βιογραφικό, μια πόλη από ρούχα εργασίας
που τρέμει
της χώρας το λίμνασμα, τα χείλη των αφεντικών
σαν γλυσίνες
Φαρδιά κορμιά φιλόδοξα
κι ο εμετός μου είναι το ασήμι απ’ τα ακριβά
γυαλιά οράσεώς τους
Ίσως φύγεις στο εξωτερικό
όπως σταμάτησε μες στα ντουλάπια το παιδί
να βαρά τις κατσαρόλες με τα ζεστά πλοκάμια του
και τα καπνόχορτα που ξεριζώθηκαν απ’ το χωράφι
για μεροκάματο πέντε ευρώ
Φτερουγίζει γύρω στην πλατεία
το απελπισμένο
λευκό
αύριο
*Από τη συλλογή “Ίσως φύγεις στο εξωτερικό”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.
Γιώργος Βέης, Η κοινή μας θεά
Είσαι ήπειρος αχανής, θα σε εξερευνήσω απ’ άκρη σ’ άκρη
θα ψάχνω στις σπηλιές τοιχογραφίες του Sapiens εαυτού σου
σε περιμένω από τώρα
όποια θέλεις ώρα
Πυγολαμπίδες στο σκοτάδι με πράσινα φτερά
τις χίλιες και μια νύχτες θα ήθελαν εδώ να γράψουν
να πούνε ιστορίες για τα δάχτυλά μου
τότε που σ’ άγγιζαν απαλά
για να σου δείξουν πόση ανάγκη σ’ είχαν
κι εσύ κοιτούσες χαμηλά, γερμένο το κεφάλι μου
να διαβάσω ήθελα τα ποιήματα,
τα χάδια τα γραμμένα στο μέτωπό σου
στην παλάμη σου σημάδια απ’ το χώμα και μυρωδιά βροχής
στις φλέβες του λαιμού σου ο χάρτης μου
ήπειρος σώμα μου στο σώμα σου αχανής ανάσα, κοίτα
είσαι παντού η δύναμη και η χάρις μαζί.
Λεωνίδας Καζάσης, Σε αυτή που εφώναξε, λέγοντας το όνομα, Μάϊκα
Παύλος Αμπεριάδης, Κακό Ποίημα
Με το πρώτο κακό ποίημα που έγραψα για σένα,
κατάλαβα ότι άρχισα να σε ξεχνάω.
Το δημοσίευσα μάλιστα, όχι για τον σκοπό
αλλά για να μην στο στείλω.
Για να έχω να το βλέπω πάντα και να
θυμάμαι την αρχή του τέλους μιας
αγάπης που μου στοίχισε τα πάντα.
Και αυτό είναι ένα κακό ποίημα,
βλέπεις τι εννοώ;
Και αυτό δεν πρόκειται να σου το στείλω.









