Τα νύχια μπήγω στο κορμί και λέω: δεν είναι τίποτα μολύβι μην περάσει τον ροδώνα και στα σπλάχνα καρφωθεί στίχος αμετακίνητος ο νεκρός στάχτη πάνω στο χώμα – να γιατί δεν αγαπώ τα κανόνια και τα μουσικά όργανα της εποχής μου δηλαδή τη σάλπιγγα και το ακορντεόν του τυφλού πρωί πρωί στα σοκάκια με τα πονεμένα τραγούδια.
Στην άσφαλτο κυλάει το μεσημέρι λαβωμένο. Όλα σπασμένα. Σπασμένα γόνατα λαιμοί χέρια σπασμένα σπασμένα συνθήματα σπασμένες φωνές σπασμένο τραγούδι σπασμένο. Όμως εμείς το περιμένουμε να ΄ρθεί μέσ’ από σημαίες κ΄ αίματα τ’ αλάβωτο μεσημέρι μες στο σπασμένο καιρό που λογαριάζεται κιόλας με το μέλλον.
*
ΒΑΣΙΛΕΥΕΙΣ ΕΣΥ
Σε χαμηλωμένο φως που δεν ξέρει την περηφάνια βασιλεύεις εσύ που την ξέρεις. Σε απαλή εγκατάλειψη τραμπαλίζεται το χαμόγελό σου φρέσκο φύλλο που παίζει με μικρό βοριά. Κι ως σηκώνεις τα χέρια σου και φωνάζεις ζήτω στην ομορφιά λάμπουν σαν μέσα από δροσιά οι μασχάλες σου αγροτικά λουλούδια στην πρώτη τους ηλικία.
*Από τη συλλογή “Σπασμένος καιρός” (1957) που περιλαμβάνεται ως ενότητα στη συλλογή “Στάσεις στο μέλλον” στο βιβλίο “Θωμάς Γκόρπας – Τα ποιήματα 1957-1983”, Εκδόσεις Κέδρος, Ιανουάριος 2006.
Μα ας επιστρέψουμε Στον τόπο του ονείρου λοιπόν. Στην λήψη του προσώπου μας στον ήλιο. Το κενό ήταν οικείο στο φως. Τα φυτά ήταν διάχυτα. Τα μαλλιά μας ανέπνεαν σε κάποιον ελάχιστο κυματισμό. Η λύπη μας είχε μετασχηματιστεί Με τη συμμετοχή του φωτός Σʼ ένα αδιάφορο τρόπο. Ήταν χαμένα τα μάτια μας Απέρρεαν από κάποια πολύ παλιά θύμηση. Ενός άλλου κόσμου.
*
ΕΜΕΙΣ
Ο κόσμος κρύσταλλο Μαύρα σημεία εμείς ζωής στη λεωφόρο Αν κάτι υπάρχει αυτό είναι το φως Ο έτοιμος χρόνος με την ταχύτητα του φωτός Όμως εμείς. Σημεία ζωής. Αγνοούμε ότι φεύγει. Αν και φεύγουμε κι εμείς. Καθώς άκαμπτη πέφτει η βροχή. Ο δρόμος καθρέφτης σημείων. Ίσως και εννοιών. Κι όπως οι δυο όψεις των λέξεων δυσαναλογούν Ήμαστε ΕΜΕΙΣ κι εμείς. Στους αντικατοπτρισμούς μας.
Το πρωινό του οικτιρμού που κυλάει στα μέλη σου σαν λουμπάγκο – η μέρα που γελοιοποιήθηκες για πάντα – το απόβραδο εκείνο που κείτεσαι στο πάτωμα με ματωμένη μύτη – η ώρα που ανακαλύπτεις πως για δεκατέσσερα χρόνια εννιά μήνες και δύο εβδομάδες έσφαλλες – το λεπτό εκείνο που η ίδια σου η κόρη σε βλέπει σαν ξένο – η στιγμή που μπορείς να φανταστείς την αιχμή του μαχαιριού στην πλάτη σου – η στιγμή που βρίσκεις το αποχαιρετιστήριο γράμμα στο τραπεζάκι της κουζίνας – το δέκατο του δευτερολέπτου που η χιονοστιβάδα κάτω από τα πόδια σου αρχίζει να κυλάει – και πριν και μετά όλες εκείνες οι αδιανόητα απειράριθμες στιγμές που δεν σου καιγόταν καρφάκι.
Μτφρ.: Γιωργος Πρεβεδουράκης
“Η ιστορία των νεφών και άλλα ποιήματα” Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2016.
Πάνω κάτω πάνω κάτω μες στη ζέστη στη φαβέλα πιτσιρίκια στα Πατήσια βγαίνουν σέντρα σαν σε τέρμα και φιλάνε τη φανέλα μ’ ένα όνειρο τρελό μας και φύγουν απ΄την τρέλα Γράφω ρίμες σε μια χλωρά που μου μοιάζουν όλα ξένα και ρωτάω αν το γκάζι στο Γιαμάχα πάει τέρμα Σ’ ένα δρόμο μια ευθεία τρέχω στάνταρ με δευτέρα προσπαθώ να καταλάβω τι σκατά έχω στην τσέπη αυτοκόλλητα, ψιλά μου σκιστήκαν απ΄ τη ζέστη Σου ‘χα πει πως στο Μιλάνο δε θα δεις ποτέ τ’ αστέρια τώρα φεύγω μακριά μπας και γίνω με αέρα Μου ‘χες πει πως η Αθήνα θα ‘ναι πάντα εδώ για μένα.
*Δημοσιεύτηκε στο Τεφλόν, τεύχος 32, Χειμώνας-Άνοιξη 2025.
Μας απειλούν. Λένε πως θα μας πάρουν και τη νύχτα. Πως θα ξορκίσουν το μυστηριακό της πέπλο. Πως το σκοτάδι θα γεμίσουν φως. Τους κοιτώ με απορία Όταν κουρδίζουν τα ρολόγια στην καρδιά τους Όταν τυλίγουν με πλαστικό τα συναισθήματα τους. Όταν κυριολεκτούν την στιγμή που όλα γύρω ανθίζουν. Αλίμονο, αγάπησα τις φωνές που τραντάζουν το σύμπαν. Τις αγκαλιές που γεννούν τα αστέρια Και εσένα. Ας απειλούν όσο θέλουν. Δεν θα νιώσουν άλλωστε ποτέ Το φίλημα του φεγγαριού στο μέτωπό τους.
*
Όλες μου οι αστοχίες, μούστος που τη ζωή ωριμάζει σε δρύινο βαρέλι. Τις νύχτες, γλεντώ τα λάθη μου’ σχεδιάζοντας τα αυριανά. Σκοντάφτοντας άλλωστε από το ένα στο άλλο έφτασα εδώ. Λέω να συνεχίσω έτσι. Τα δευτερόλεπτα καμπυλώνουν τυλίγοντας το φεγγάρι. Τα χείλη της πιο μακριά΄από αυτό, και τώρα που δεν έχει γυρισμό μοσχοβολάνε στίχοι ποιητών στο ποτήρι μου. Γύρεψα στην ζωή την έκσταση και πίστεψα κάθε μου λάθος σε όλη του την έκταση
*Τα ποιήματα αυτά προέρχονται από τη νέα ποιητική συλλογή της Ιωάννας Διαμαντοπούλου, “Ο εμφύλιος του λόγου”, που πρόκειται να εκδοθεί σε λίγο από τις Εκδόσεις Βακχικόν.
Ο εμφύλιος του λόγου
Στο βασίλειο της σιωπής η επίσημη γλώσσα δεν μιλιέται. Γράφεται, ξεχνιέται, κοιμάται σε χαρτιά που κιτρινίζουν.
Οι υπήκοοι στο βασίλειο της σιωπής είναι σκέψεις όλων των ειδών, απειλητικές, θωπευτικές για την ύπαρξη, αλληλοσπαρασσόμενες κάποιες φορές. Όταν φουντώνει μέσα μου ο εμφύλιος του λόγου.
Όταν φουντώνει μέσα μου ο εμφύλιος του λόγου πεινάω για άνθρωπο.
*
Οι μέρες του κυρίου Β.
Είναι χωματένιες και οι νύχτες του επισκέψεις σε όνειρα τα απογεύματα του ραμμένα με τα απογεύματα άλλων πολλών και όταν φεύγει δε μπορεί να τα παίρνει μαζί του. Αναπαύεται πάνω σε ξένους στίχους πιάνει την αλήθεια τους στο χέρι να δει αν το ύφασμα που τρίζει είναι ταφτάς Κάπου κάπου Νεκροί σηκώνουν ψηλά τις ζωές τους και τις αφήνουν να πέσουν φθινοπωρινά φύλλα στην αυλή του κυρίου Β. Κι αυτός συμπονετικός ,ακούραστος σκουπίζει τα νεκρά φύλλα απ’ την αυλή να μην γλιστρήσει πάνω τους η ζωή και πέσει.
*
Τα δοχεία της σιωπής
Και τα δοχεία της σιωπής άδειασαν και βγήκε ένα σκουρόχρωμο υγρό λέξεις εν σήψει περιττώματα λόγου ήταν μια γλώσσα σκοτεινή που φτιάχτηκε από απογόνους σιωπής και καταπατητές της φαντασίας. Το τοπίο αν είχε χέρια θα τα σήκωνε ψηλά
σε απελπισία ή προσευχή ή και το ένα να ακολουθεί το άλλο με αυτή τη σειρά πρώτα απελπισία και μετά σιωπή. Ο άνθρωπος αν είχε πεδιάδες δε θα χρειαζόταν να τον ανεβαίνουμε, εύφορες πεδιάδες λόγου εννοώ αν είχε αν μιλούσε δηλαδή δε θα χρειαζόταν να τον ανεβαίνουμε ασθμαίνοντες για να πέσουμε από την ψηλότερη κορφή. Τα είπαμε όλα. Λογικά και παράλογα. Ουρανός μας οι χαρταετοί ενός καινούργιου κόσμου. Τα οικόσημα του παλιού. Συμπλέγματα. Τα δοχεία της σιωπής άδειασαν. Πλύθηκαν. Και θα ξαναγεμίσουν.
Φυσικά κι είναι αλήθεια – διόλου θρύλος ότι άκουσα να πέφτει το πουγκί μα δε θέλησα κι άλλο να σκύψω στο λιθόστρωτο – ο λόγος; Έτσι όπως άκουσα τον ήχο του νομίσματος, ήχος στάσιμος και νεκρικός, διαπέρασε το σώμα μου μια ανατριχίλα, φόρτισε τη μνήμη κι άστραψαν βιώματα· δεν ξέρω πώς αλλά ζωντάνεψαν ίσως για πρώτη μου φορά ατόφιες οι σκόρπιες εντυπώσεις μιας αλλόκοτης ζωής ήταν π’ αναγνώρισα στον τόνο εκείνου του ήχου τον ίδιο τόνο που ’χαν οι φωνές εχθρών και φίλων κι είδα στα μάτια του καθενός το μίσος να λάμπει για τον άλλον – Ω! Τι άγρια που ’ναι τα πάθη για τα πρωτεία και την περιουσία.