Βίκυ Δερμάνη, Πέντε ποιήματα

Εγέρθητι

Άαρον τον κράββατόν σου και περιπάτει

πριν του ψεύδους η ζωή σε παραλύσει
πριν ζήσεις μ’ ευτέλεια αχρειότητα και θλίψη
πριν χρειασθεί, για να σωθείς, θαύμα να γίνει

*

Εις τα εξ ων συνετέθησαν

Ξεμυαλισμένοι απ’ τ’ ουρανού το καθάριο
για λίγο καιρό γλυκά το θάνατο ξεγέλασαν

εν μέσω ανελπιστίας και χρόνων ανελέητων
ηττημένοι παλιννόστησαν στο εμπύρετο χώμα

*

Τοπίο

Νιφάδες πέφτουν πρίσματος εξαγωνικού
χορεύει ένας κύκνος σε λίμνη παγωμένη

από κόρες ματιών διεσταλμένων
κλαδιά χιονισμένα ξεχύνονται στο δρόμο

*

Νησίδες

Καθώς τυλίγεται σε μαύρα σύννεφα
ρανίδες χάους τον δροσίζουν

νησίδες φτιάχνει καταπράσινες
κάθε που τα έρημά του νύχια αγριεύουν

*

Απροσκύνητα λείψανα

Σ’ αναμετρήσεις άνισες
άβαρο των νεκρών το βάρος

σε μια χώρα πεθαμένη
τ’ οράματα απέμειναν
ως λείψανα αγίων
Απροσκύνητα

*Από τη συλλογή “Στης δυστοπίας τον τόπο ο αλέκτωρ σωπαίνει”, Εκδόσεις Κύμα, 2024.

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Δύο ποιήματα

ΜΙΑ ΜΠΑΛΑΡΙΝΑ

Τα δάχτυλά της
παραπομπές του οστού,
μετέωρα ανάμεσα στη σάρκα
και στο υπόλειμμα:
κουρέλι, μαριονέτα ή ψυχή;

Χόρεψε, σώμα.
Τώρα ανάδεμα μικρό
μες στο νερό της λίμνης,
τώρα φτερούγες που διπλώνουνε στιλπνές,
τώρα μια πλεύση κραταιά
καθώς βυθίζεται στην ομορφιά
η ορχήστρα.

Τέλος, τα πόδια τα ανήμπορα
κι η νότα που χάνεται μακρόσυρτα
όπως του ρόλου η χάρτινη κι αληθινή
ανάμνηση
που άλλη την έκανε
για λίγο ξανά.

*

ΣΙΑΜ

Ακέραιο νόμισμα μέρας·
δυο παλάμες
γεννημένες γυμνές
σαν αγάλματα
κλειδώσεις που φώλιασαν
η μια στην άλλη
σαν κουτάλια από χώμα
πλασμένα και σαν ζώα
τρεμάμενα·

ψηλά κυματίζει
η λευκή σημαία
του λινού σεντονιού.
Οι στρατοί των κοιλάδων,
οι στρατοί των λόφων
ηττημένοι
κι αιχμάλωτοι.
Αντίστροφη έριδα!
Κρυμμένα στους κόρφους
τ’ αντικλείδια διαρρήκτη
που με πλούτο
το άδειο σπίτι
γεμίζει.

*Από τη συλλογή “Το βιβλίο των χεριών”, Εκδόσεις Θράκα, 2023.

Αρσένι Ταρκόφσκι, Τίποτα στον κόσμο

Τίποτα στον κόσμο
Δεν μου ‘δωσε τόση χαρά
Όσο οι παιδικές ονειροφαντασιές
Που ηχούν στη φτωχή μου μνήμη.
 
Στ’ αυτιά μου αντιλαλεί
Του κόσμου ο σάλαγος, αλλά εγώ ακούω μόνο
Σαν θρόισμα απαλό, σαν βήμα ανάλαφρο-
Τη φωνή της σιγής μου.
 
Άνοιξα και μπήκα στο γυάλινο σπίτι
Με μια λευκή πεταλούδα στο χέρι
Μιλώντας μια γλώσσα ακατάληπτη
Ακόμα και για μένα τον ίδιο.
 
Πάνω στο χιόνι κείτεται τώρα η πεταλούδα,
Βασανίζει το δόλιο μυαλό μου-
Και τα λόγια χαθήκαν, τίποτα δεν θυμάμαι.
Μόνο ένας απόηχος έμεινε στ’ αυτιά μου.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2024/10/26/choris-titlo/#like-5513

Λευτέρης Χονδρός, Δύο ποιήματα

Φοίνικας

Βάλθηκα
να αποτελειώσω την ομορφιά
μιάν ώρα αρχύτερα
έτσι που
να μην μ’ έχει αιχμάλωτο
η νιότη και η αρέσκειά της
κάποτε
είχε μια σίγουρη
στροφή ο κόσμος
κι εγώ
σαν φοίνικας έκλαιγα
με τα δάκρυά μου:
φάρμακο.

*
Ο κόσμος όλος

έχω τον κόσμο όλον εδώ

δέντρα πολλά
και πεδιάδες
στις άκρες των δαχτύλων μου

και όμως αυτός ο κόσμος
είναι ακόμα μισός
αν το χέρι μου
το χέρι σου δεν το κρατάει.

*Από τη συλλογή “Δέκα μήνες αυταρέσκειας”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Νάντη Χατζηγεωργίου, Ήδη προς εξαφάνιση

Απλώνοντας
την παιδευμένη από χάδια
γούνα του
στο αγορίστικο στήθος της
σχημάτιζαν οι δυο τους
μέσα στον ύπνο
γέφυρα που ένωνε
το προσκεφάλι
με τα κατωπόδαρα
Ισορροπούσαν λοξά
πάνω απ’ το χάος
παίρνοντας μπόι
κατά μήκος του στρώματος
Τίποτα δεν απειλούσε
μια τέτοια κατασκευή
παρά ο ήχος
από το κουταλάκι του καφέ
που πέφτοντας
έκανε την γέφυρα
ν‘ αλλάξει πλευρό
τον γάτο να εγκαταλείψει
μ’ ένα σάλτο το κρεβάτι

Όταν ο ήχος των πραγμάτων
φθάνει από την άλλη μεριά
ο ύπνος
ταξιδεύει κατακόρυφα
και πλάσματα
όπως οι γέφυρες

υποχωρούν

*Από τη συλλογή “ήδη προς εξαφάνιση”, Εκδόσεις Θίνες, Ιανουάριος 2022.

Manolis Aligizakis, Rapture

It was there, the straight cypress guarding our secret
in its shade and the doe with its jumping little fawn
we always thought we saw. Images of dreamers,
often in their oneiric raptures, undoubtedly an expectation
of a tomorrow better than today’s misery and
we lived in bodies we never loved as if they didn’t
belong to us; perhaps they belonged to our ancestors,
let them be glorified, and the adulthood we accepted
came slowly with light steps like a cripple with
his crutch that pounds the sidewalk composing
its unearthly melody, like the old coat of the beggar
which he never discarded.
I like those who make virtue their goal and fate. This
is the only way one can be alive and dead at the same
time.

*From “Wheat Ears – Selected Poems”
https://www.lulu.com/account/projects/y26q9n https://www.amazon.com/dp/B0BKHW4B4S

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Τρία ποιήματα

Πρωινό λατομείο

Τοπίο λατομείου το πρίνο τυρί
Και από δίπλα ένα ακόμη αλφαβητάρι.
Διαβάζω για δύναμη.
Ο χρόνος είναι θάλασσα
κυκλωμένη από βουνά.
Όταν τα βουνά καταποντιστούν,
θα απλώσει κι άλλο,
και τότε θα ‘ναι ο θάνατος.
Όμως, έχουμε ακόμα χρόνο,
Έχουμε ακόμα βουνά.

(Έχουμε ακόμα θάλασσα)

*

Τα πρωινά λόγια

Τα πρωινά τα λόγια
δείχνουν ευτυχή και ανάλαφρα,
μα άλλη είναι η αλήθεια.
Στις δροσερές αγκύλες τους,
κάτω από τα γιασεμιά και τα τριαντάφυλλα,
κουβαλούν τα εμπύρετα λόγια της νύχτας.
Εγώ μονάχα βλέπω
πώς τρέμουν τα χεράκια τους.

*

Νεκρή φύση

Μεγάλες οι ερημιές των νεκρών,
αχανείς ωχρές στέπες,
γεμάτες πατημένη σκόνη,
που από κάτω την ξεθωριάζει
το χυμένο φως
Μια ελπίδα γελάει σαν πόρνη.
Κάποιοι ξεθάβουν τους νεκρούς τους
για να γίνουν πλούσιοι,
κάποιοι άλλοι έχουν τις τσέπες τους άδειες
μα την καρδιά τους ζεστή.

*Από τη συλλογή “Λουτήρες”, Εκδόσεις Έναστρον, 2019.

Φάνης Παπαγεωργίου, Τρία ποιήματα

Ένας πλήρης κύκλος

Ο αναστεναγμός είναι το κύμα
το κύμα είναι η κίνηση της γης
η κίνηση της γης το τραγούδι του κοχυλιού
το τραγούδι του κοχυλιού ο φόβος
για τις πέτρες που πετάω
οι πέτρες που πετάω είναι όσα δεν μπορώ
να ξεφορτωθώ
τους έρωτες, τις επαναστάσεις, τα σύννεφα
των διαδηλώσεων,
την πάλη, την ουτοπία
να ξεφορτωθώ
τον έρωτα, το κορίτσι με τα φούξια,
τον καπνό τα βράδια, την αγχόνη
τον φόβο
το τραγούδι
την κίνηση
το κύμα
τον αναστεναγμό

*

Και γίναμε δέντρο

Και γίναμε δέντρο
θες για να μη μιλάμε
θες από την τριβή
θες από την ενσωμάτωση

Κατοικηθήκαμε
και γίναμε πλατάνι
για να φιλοξενήσουμε
το νερό
που τρέχει
ανάμεσα
στα πόδια μας

Πεθάναμε
και γίναμε κυπαρίσσι
για να θυμόμαστε
τα μνήματα

Ξεπεράσαμε
εμάς τους ίδιους

Δεν υπήρχα εγώ

Δεν υπήρχες εσύ

Υπήρχαμε

*

Στίξη-αντίστιξη

Έμπειρος δάσκαλος
πώς μπορείς να είσαι τόσο όμορφη

Παραδίδει μαθήματα
γιατί τα κάνεις όλα τόσο καλά

Ολιγομελή γκρουπ
με ηλεκτρίζεις

Φιλικές τιμές
ρέουμε

Κιθάρα γαλλικά και πολιτική οικονομία
είμαστε αιωνιότητα

Χόμο ουνιβερσάλις
ο άνθρωπος είναι ον αγαπησιάρικο

Και υπάρχει
μόνο υπό το φως
της έμπνευσης

*Από τη συλλογή “Μικρή θεωρία για πλανήτες”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Σεπτέμβριος 2024.

Στέλλα Δούμου, Τρία ποιήματα

Η Λεωφόρος Λιμπερτά από την ταράτσα εξηκονταετούς κτηρίου

Κόκκινα ποδήλατα παρήλασαν
Στην Λεωφόρο Λιμπερτά
Την Μεγάλη Εβδομάδα του μήνα Σιλόκ.
Ο κατασκευαστής τους τα ε΄πιε ερωτευθεί
Από την πρώτη εκείνη στιγμή που έφτιαξε
Τα γυαλιστερά φτερά και τις ακτίνες
Τα κουδούνια και τ΄ αεικίνητα πεντάλ.
Μόλις έφτιαξε και το τελευταίο της ράτσας
Ολόχαρος τίναξε τα μυαλά του
Μπροστά από αυτήν την επανάσταση.
Αχ, όλα αρχίζουν από την ανάποδη των προφάσεων
Κι αυτό είναι το μεγάλο ατού όλων των παραδείσων
-ο εν λόγω, βρισκόταν σε μια ταράτσα
που κουδούνιζε σαν πυρακτωμένη δύση-

Μην και ξέρετε πώς αλλάζουν
Οι εποχές των χαρούμενων ποδηλάτων;
Ζητείται μία που να μην χαλά κατά την πτώση.

*

Ό,τι αγγίχτηκε, σκοτάδι

Δαχτυλίδι με έβενο σκύλο μου δαγκώνει τα δάχτυλα.
Κόβει τον λώρο που τρέφεται το άγγιγμα.
Θυμάμαι να τρως απ’ τα χέρια μου τα καλύτερα άστρα.
Να τεντώνεις την όραση, να ανάβεις σε χιόνι καθρέφτη
Να κυλιέσαι σε μύρο ουρανού
Με χείλη σκισμένα απ’ τ’ αλάτι των ήχων.
Μετά, μια λύσσα σε πήρε και άφρισες
Ξεχνώντας την αφή στη ράχη της μνήμης.
Η σπονδυλική μου στήλη από τότε
Ανοίγει τα βράδια σαν όστρακο
Γυρεύει τ’ αερόβια των χαδιών τα οξέα.
Όμως θα έρθει καιρός που άηχα η σκιά μου
Θα κοπεί απ’ τον πόλο της νύχτας
Θα χυθεί αμμωνία και σκοτάδι χλωμό
Που θα ουρλιάζει στη γέννα.
Τότε όλα θα γυρίσουν ανάποδα.
Ταφία ανάστατα.

*

Εντροπία

Μίσχοι αμυγδαλωτών σφυγμών
Και βύσσινο αίμα
Σε ανορθόδοξα τέμπλα Σεπτέμβρη ουρανού
Σαλεύει ο χρόνος υπό μάλης
Στον γύψινο όρθρο μια κραυγή:
η παρθενία της σιωπής
Η πιθανότητα να αναστηθείς
Είναι όση του αγριόχορτου η λεπτομέρεια
Στο καλογυαλισμένο σύμπαν.

Η πιο μαβιά εξίσωση εσύ
λάμνεις στην εντροπία.

*Από τη συλλογή “Βαθιά στον κύκλο ν’ ασημίζει”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Μάιος 2024

Θωμάς Αρμπιλιάς, Με τη μυρωδιά του χώματος

Γέμισα τις τσέπες χαρτιά
που έγιναν χώμα.
το αγγίζω όταν δείχνω πως σωπαίνω
για να βρίσκω τον δρόμο
στις μέρες της απώλειας.

Σταμάτησα μπροστά σε τείχη
που πρόσφατα είχαν ανακαλυφθεί
περισπούδαστα λάφυρα
φορείς αλληλοσπαραγμών
στίγματα τύχης
μετέφεραν σκόνη και σιωπή.

Κοίταξα μέσα από παράθυρα
που τα νόμιζα δικά μου
ανοιχτά οράματα
προδιαγεγραμμένων ιδεών
σημάδια λύπης
χάριζαν σημαίες και τριβή.

Γέμισα τις τσέπες χώμα
που έγινε χαρτιά.
τα φροντίζω όταν σκέφτομαι πως υπάρχω
για να μαθαίνω να δημιουργώ
στα χρόνια της αλήθειας.

*Από τη συλλογή “Με τη μυρωδιά του χώματος”, εκδόσειςτωνάλλων, Απρίλιος 2022.