Κατερίνα Γώγου, Σ’ όσους κρατάνε σ’ όσους σπάσανε

Κουρελιασμένοι απ’ τ’ αγριεμένα κύματα

πεταμένα υπολείμματα για πάντα από δω και μπρός

στο σκοτεινό θάλαμο της γης

με ισκιωμένο το μυαλό

απ’ το ξέφρενο κυνηγητό

της ασάλευτης πορείας των άστρων

οι τελευταίοι

απόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τους

θυσία

στην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών .

Κι άνθρωποι δεν υπήρχανε.

Κι ένα άσπρο χιόνι σιωπής

σκέπασε οριστικά τις βυθισμένες πόλεις…

Μανόλης Αναγνωστάκης, Χειμώνας 1942

Ξημέρωσεν ο δείχτης πάλι Κυριακή.

Εφτά μέρες
…Η μιά πάνω απ’ την άλλη
Δεμένες
Ολόιδιες
Σαν χάντρες κατάμαυρες
Κομπολογιών του Σεμιναρίου.

Μιά, τέσσερις, πενηνταδυό.

Έξι μέρες όλες για μιά
Έξι μέρες αναμονή
Έξι μέρες σκέψη
Για μιά μέρα
Μόνο για μιά μέρα
Μόνο για μιάν ώρα.
Απόγευμα κι ήλιος.

Ώρες
Ταυτισμένες
Χωρίς συνείδηση
Προσπαθώντας μιά λάμψη
Σε φόντο σελίδων
Με πένθιμο χρώμα.

Μια μέρα αμφίβολης χαράς
Ίσως μόνο μιάν ώρα
Λίγες στιγμές.
Το βράδυ αρχίζει πάλι η αναμονή
Πάλι μιάν εβδομάδα, τέσσερις, πενηνταδυό

…………………………………………………..

Σήμερα βρέχει απ’ το πρωί.
Ένα κίτρινο χιονόνερο.


Άρης Αλεξάνδρου, Ανεπίδοτα γράμματα

3

Είμαι ξυπόλυτο σπερνό με ένα κομμένο σπάγγο.

Όταν ξαπλώνω για τη νύχτα

νιώθω να στρογγυλεύουν ο πέτρες στο βυθό

όπως ακούς το καλοκαίρι

τρεις γυναίκες που περνάνε

κρύβοντας το γέλιο στην παλάμη.

Ένα ξυπόλυτο σπερνό με την άγκυρα στα φύκια.

13

Σύντροφε, κοιμάσαι;

Ήθελα να μου πεις, ξέρεις καμιά σελίδα μαρξισμού

που να βουλιάζουν οι λέξεις στο χαρτί

σαν τη σιωπή μου

στις κόρες των ματιών της;

Θωμάς Γκόρπας, Περιστατικό στην οδό Σταδίου


Ένα παιδί σωριάστηκε μες στη γιορτή του δρόμου.
Ήταν τα μάτια του άγρια ξένα και βυθισμένα.
Το κεφάλι του στην πέτρα βρόντηξε ξεβρόντηξε
το κορμί του σαν το ελάφι και σαν τ’ άλογο.
απ’ το στόμα του πετάχτηκαν αφροί
κι έπαιξαν στα μάτια σας
απ’ το στόμα κι απ’ τη μύτη τίναξε το αίμα του
που έκατσε στα μάτια σας κι άρχισε να κλαίει.
– Από πείνα. Είπατε.
Τα πόδια σας πως είναι ακόμα ανάλαφρα για τον περίπατό σας;
– Από πείνα. Είπατε.
Τα χέρια σας πώς ξεριζώθηκαν ωραίοι μου από τους ώμους σας;
– Από πείνα. Είπατε.
Τα μάτια σας πώς σκοτεινιάσαν μπρος σε τόσα χρώματα και φώτα;
– Από πείνα. Είπατε.
Σηκώστε το λοιπόν να μη βουλιάξει ο δρόμος

Αργύρης Μαρνέρος, Δύο ποιήματα

Τροχός

Κάθε πρωί ψαχουλεύω

Τα πόδια μου

Για να δω αν είναι

Ίσια ακόμα

Κάθε πρωί με τρομάζει

Η σκέψη

Μήπως το παιδί μου

Γεννηθεί

Με δύο τροχούς

Κολλημένους στη λεκάνη

Ύπνος στην πόλη

Μεταλλικό χαλάζι

Στο θαμπό παραθύρι

Και στ’ όνειρο μέσα

Τρυπώνουν αχινοί

Γεννούν τ’ αυγά τους

Στο άσπρο σεντόνι

Τσιντουράτο Πιρέλλι

Τεμαχίζει στα δύο

Τη ζεστή μου πνοή

Και στο δωμάτιο μέσα

Ο γύρος του θανάτου

Στους τέσσερις τοίχους

Εγώ ο οδηγός

Εγώ και το πτώμα

Κατερίνα Γώγου, Τα σύνορα της πατρίδας μου

Τα σύνορα της πατρίδας μου αρχίζουνε

απ τα ψητοπωλεία του Μινιόν

περνάνε από τα καμένα ξύλα του Περοκέ και πέρα …

Η ζωή από κει παίζει βρώμικο ξύλο με τη ζωή

στριμώγνει τα καλύτερα παιδιά της σε φαγωμένες σκάλες

τους στρώνει στο ” Θανάση ” σημαδεμένη τράπουλα από χέρι

τους περνάει μπρασελέ και ματωμένους σουγιάδες

και μπότες γυαλιστερές πορτοκαλιές με 10 πόντους τακούνι

Ζόρικο αντριλίκι τα γεννητικά τους όργανα

τα Άγια των Αγίων κι αλλιώτικο φιλότιμο

ώσπου μια μέρα – Παρασκευή μπορεί –

τους ρίχνει από κοντά επιδέξιους κώλους

καρφώνουνε τον αντρισμό τους

τους φέρνει καπάκι

κι ύστερα ευνουχισμένοι με τη γλώσσα κολλημένη στον ουρανίσκο

με το μαντήλι που σκουπίστηκαν

ένα με την καφέ του ρίγα περιθώριο γύρω γύρω

πνίγουν με ισόβια

φωταγωγημένα καράβια εφοπλιστικά κεφάλαια ξωτικές

θάλασσες Παναμαικές σημαίες χρεωμένες τραγουδίστριες

και τα δικά τους ταξίδια στη θάλασσα με καρπουζόφλουδες

το ξεχειλωμένο μαγιώ απ το περίπτερο

και την τσατσάρα – πουτάνα ζωή – μαγκιά τους στο πλάι

– κανείς δεν ξέρει

– κανείς δεν είδε

19 20 21 χρονώ και τέλος.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Η Ευλογία της Έλλειψης


Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου

ό,τι μου λείπει με προστατεύει

από κείνο που θα χάσω

όλες οι ικανότητές μου

που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής

με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό

άχρηστες, ανούσιες.

Ό,τι μου λείπει με διδάσκει

ό,τι μου ‘χει απομείνει

μ’ αποπροσανατολίζει

γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν

σαν να ‘ταν υποσχέσεις για το μέλλον.

Δεν μπορώ, δεν τολμώ

ούτ’ έναν άγγελο περαστικό

να φανταστώ γιατί εγώ

σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους

κατεβαίνω.

Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν

έγινε φίλη καλή

μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.

Στέρησέ με –παρακαλώ το Άγνωστο–

στέρησέ με κι άλλο

για να επιζήσω.

* Από το βιβλίο: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Η ανορεξία της ύπαρξης», Εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα 2011.

Μάρκος Μέσκος, Τα ανώνυμα (I)


Έλα λοιπόν όσον ακούγεται η μουσική

με τον φλογερό ήλιο και τη φεγγαριά

μέσα στην άσπρη φλοκάτη ενός σύννεφου.

Πουλάρια οι λέξεις μου – ποδοβολητό

στο αίμα δάγκωμα στην καρδιά. Πρόσεχε

μην ακουστούν οι χιονοστιβάδες του δάσους

και βγουν τα θηρία από τα σύνορα –

οι λέξεις ακίνητες με το καρφί στο μάτι

στη γλώσσα που είχε νερό

και γύριζε καθώς μύλος στο ποτάμι.

Τα χέρια πιστάγκωνα δεμένα, τ’ άλογα φοβούνται

και διαστέλλουν τα μάτια περίτρομα –

έλα λοιπόν όσον ακούγεται η μουσική

κι ο ψίθυρος των πουλιών σούρουπο

στου ύπνου τα στασίδια.

Από τη συλλογή Τα ανώνυμα (1971)

http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=8904.45#ixzz1Jixy3VEM

Δεν είναι καλοκαίρι

Δεν είναι καλοκαίρι

δεν είναι άνοιξη

είναι χειμώνας

περνάν τα χρόνια

περνούν οι εποχές

κι αυτή η καρδιά

ως πότε θ’αντέξει;

σήμερα είδα έναν άνθρωπο

φώναζε

στριφογύριζε μ’ ορμή

το σακάκι του

και φώναζε

για το Διάβολο

και το Θεό

κι εγώ με το μπερέ

και το κόκκινο κασκόλ

ξεχνάω

ολοένα ξεχνάω

σε λίγο θα ξεχάσω

και ποιος είμαι

και τότε. . .

Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005)

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Μονάχα με την ποίηση

Μονάχα με την ποίηση

Δε θα χαθούν ποτέ

Τα μεγάλα ιστιοφόρα της αυγής

Ούτε τα φώτα ούτε η χαρά

Ούτε τα δέντρα ούτε η νύχτα

Μονάχα με την ποίηση

Θα ‘μαστε ακόμα ικανοί

Να βλέπουμε και ν’ αγαπούμε

Να ονομάζουμε τα πράγματα

Με τις πιο καθημερινές λέξεις

Να λέμε το ψωμί ψωμί τη σκάφη σκάφη

Και μ’ ένα βλέμμα να οδηγούμαστε

Σε μιαν αλήθεια οριστική

Μονάχα με την ποίηση

Θα μεγαλώσουνε τα στάχυα

Και τα στήθη των κοριτσιών

Το ποτάμι θ’ απομείνει ποτάμι

Η θάλασσα θάλασσα

Κι ο ουρανός ουρανός

Μονάχα με την ποίηση

Θ’ ανακαλύψουμε ξανά τ’ αστέρια

Μέσα στις καπνοδόχες

Κι όλη τη θλίψη που ενδημεί

Στο βάθος των ματιών

Και θα μπορέσουμε να ξαναβρούμε

Το γενέθλιο χωριό μας

Παραχωμένο μες στα χιόνια

Μονάχα με την ποίηση

Θ’ ανακαλύψουμε ξανά τον έρωτα

Και πατώντας από κλωνί σε κλωνί

Κι από ελπίδα σ’ ελπίδα

Θα εγκαθιδρύσουμε

Την αγνή βασιλεία των φτερών

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

εις μνήμην (1916-2011)