Δημήτρης Τσαλουμάς, Άσωτος και Άσωτος Β’

ΑΣΩΤΟΣ

Φανατικό κουνούπι κι επίμονες ανεδοσιές
επικρατούν απόλυτα στα δειλινά
της μπουνάτσας. Τα βράδυα έρχονται νωρίς,
όλο μουρμούρα. Οι μέρες μας
δεν είτανε ποτέ πλούσιες – μα τώρα!
Το βόδι πετσί και κόκαλο
και η γίδα δε φτάνει ούτε για το μωρό.
Γι’ αυτό να λάβεις τα μέτρα σου.
Χτες είδανε τον Έρωτα στο παζάρι
αγνώριστο μες στ’ αποφόρια, γερασμένο.
Να ’ρθείς φυσικά, αφού τ’ αποφάσισες,
μα ό,τι θυμάσαι να το ξεχάσεις.

ΑΣΩΤΟΣ Β΄

Χρειάζεται νοικοκυριό και μάτια τέσσερα.
Σου το ’πα κι άλλοτε. Περνάμε
απάνθρωπους καιρούς, ακόμα και οι τράπεζες
θα ζοριστούν, κι έχει πολλούς
που ψάχνουν κιόλας στα παλιά τους τεφτέρια.
Δεν είναι ώρα για δάνεια.
Βολέψου όπως μπορείς. Στα περιθώρια
της αγρυπνίας και του ύπνου τα σύνορα
περιφέρονται ύποπτα σχήματα και σκιές,
κι αν βάνεις τ’ αφτί σου κι αφουγκραστείς
στης νύχτας τις ρωγμές θ’ ακούσεις ψιθύρους
θανάσιμους. Άκου που σου μιλώ.
Πάρ’ τα παιδιά σου και πήγαινε στην εξοχή.
Περάσανε τα χρόνια της σπατάλης.

* Από τη σειρά των ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΩΝ (1963-1983). Τα δύο αυτά ποιήματα δημοσιεύτηκαν και στο τεύχος Νο 56 (2010) του περιοδικού “Αντίποδες”, ετήσιου οργάνου του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου.

Pablo Nerouda, Siempre (Πάντα)

Για πριν από μενα
δε νιώθω ζήλια.

Έλα μ΄ έναν άντρα
στην πλάτη,
έλα μ΄ εκατό άντρες στα μαλλιά σου,
έλα με χίλιους άντρες ανάμεσα στα στήθη
και στα πόδια σου,
έλα σαν ποτάμι γεμάτο πνιγμένους
που συναντά μανιασμένο τη θάλασσα,
τον αιώνιο αφρό, τον καιρό!

Φέρ΄ τους όλους
εκεί όπου εγώ σε περιμένω:
πάντα θα είμαστε μόνοι,
πάντα θα είμαστε εσύ κι εγώ
μόνοι πάνω στη γή,
τη ζωή να πάρουμε από την αρχή!

Αντώνης Στασινόπουλος, Δύο Ποιήματα

Σκιές

Βαθιά μεσάνυχτα
πηγαινοέρχονται σε δωμάτια
Κιτρινωπό φως
η σκιά τους ακολουθεί
Θα τους βρει το ξημέρωμα σε μια καρέκλα
χορεύει η σκιά του χεριού στο τετράδιο.
Ξενυχτούν οι σκιές παρέα με τους ποιητές

Αταξία

Συνταράσσεται η ψυχή μας
σε μια άλογη στιγμή
αλλάζει άρδην η πλεύση
Προορισμός άγνωστος
Οι ημέρες και οι έναστρες νύχτες σε αταξία.

Τσέζαρε Παβέζε, Οι γάτες θα το ξέρουν

Ακόμα θα πέφτει η βροχή
στα γλυκά σου λιθόστρωτα
μια σιγανή βροχή
σαν φύσημα ή σαν βήμα.
Ακόμα η αύρα και η αυγή
θ’ ανθίζουν απαλά
σαν κάτω από το βήμα σου,
όταν εσύ θα ξαναγυρίζεις.
Ανάμεσα στα λουλούδια και στα πρεβάζια
οι γάτες θα το ξέρουν.

Θά ‘ρθουν άλλες μέρες
θά ‘ρθουν άλλες φωνές.
Θα χαμογελάς μονάχη σου.
Οι γάτες θα το ξέρουν.
Θ’ ακούς λέξεις παλιές
λέξεις κουρασμένες και άδειες
όπως τα παρατημένα ρούχα
της χθεσινής γιορτής.
Θα κάνεις χειρονομίες
θ’ απαντάς με λέξεις’
πρόσωπο της άνοιξης
θα κάνεις και συ χειρονομίες.

Οι γάτες θα το ξέρουν,
πρόσωπο της άνοιξης,
και η σιγανή βροχή,
η αυγή με τα χρώματα των υακίνθων
που κομματιάζουν την καρδιά
εκείνου που δεν ελπίζει πλέον σε σένα,
είναι το λυπημένο χαμόγελο
που χαμογελάς μονάχη σου.
Θά ‘ρθουν άλλες μέρες,
άλλες φωνές και ξυπνήματα.
Την αυγή θα υποφέρουμε,
πρόσωπο της άνοιξης.

[10 Απριλίου 1950]

Αντώνης Στασινόπουλος, Τα πλοία της Ελευθερίας

Τα πλοία της Ελευθερίας
απ’ τα λιμάνια της καρδιάς ξεκίνησαν.
Φορτία αγάπης και αντίστασης
στη θάλασσα της ιστορίας
για τους ελεύθερους πολιορκημένους στη Γάζα.

Το ρεσάλτο των αρπακτικών
στο φως του Aυγερινού.
Οι αιχμάλωτοι, οι νεκροί και οι αποκλεισμένοι
κρατούν το νήμα
ορμούν στις συνειδήσεις
κατακτούν τις ψυχές στερεώνουν τις αποφάσεις.

Τάσος Καραντής, Προσωρινός απολογισμός


Γλιστρούν τα χρόνια
στο δρόμο της ζωής,
γεμίζει χάσματα το σώμα.
Σπάνε τα πρόσωπά μου
ένα – ένα
μέσ’ στον καθρέφτη
και το ξέρουμε
πως τα είδωλα
δεν ανασταίνονται.
Τώρα τα μάτια είν’ ανοιχτά
σε κατάσταση συναγερμού
χωρίς βλέφαρα
κι η φωνή
εγκλωβισμένη στο στόμα
κολλημένη στη γλώσσα.
Μόνο ο εγκέφαλος
κρέμεται
σαν πολυέλαιος
μέσ’ στο κεφάλι.
Τριγύρω του πετάνε πουλιά,
τα όνειρά μου ακολουθούν το φτερούγισμά τους.

(«Αστική γεωγραφία»), 2006
Στη μνήμη της Κατερίνας Γώγου
ΤΑΣΟΣ Π. ΚΑΡΑΝΤΗΣ
(Σαλαμίνα)

Erich Mühsam, Κάθε βράδυ ρίχνω

Κάθε βράδυ ρίχνω

ένα μέλλον πίσω μου

που δεν θα εγερθεί ξανά

αφού έζησε σαν πνεύμα.

Νέες εικόνες θα υψωθούν

κόσμοι θα γείρουν σε νέους άξονες

θα πεθάνουν, θα αγαπήσουν, θα δημιουργήσουν.

Το παρελθόν χαίνει. –

Εξεγειρόμενη η δίνη του χρόνου στροβιλίζεται

στον τάφο. – Η ζωή κραυγάζει!

Erich Mühsam (Έριχ Μύζαμ, γεννήθηκε στις 6 Απρίλη 1878 στο Βερολίνο, δολοφονήθηκε στο KZ Oranienburg στις 10 Ιούλη 1934) ήταν Γερμανοεβραίος αναρχικός, ποιητής και μποέμ. Αυτό είναι ένα από τα ποιήματά του που μελοποιήθηκαν από το λαϊκό μουσικό συγκρότημα “Dreyheit”. Ο Erich Mühsam συνελήφθη, κρατήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και βασανίστηκε μέχρι θανάτου από τους ναζιστές για τις ιδέες του. Ωστόσο, οι ευγενείς ιδέες ποτέ δεν πεθαίνουν…

Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011)

Ο ΕΝΙΚΟΣ, ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ

 

Εδώ γνωρίζω ηλικιωμένους

που αν τους ρωτήσεις απαντούν

και μόνον τ’ απαραίτητα

σε μια γλώσσα παλιά

ευγενική σανσκριτική ακατανόητη

κι ύστερα πάλι φυγαδεύονται

στη μερική τους άνοια, μακρινοί.

 

Πόσα μπορείς να μάθεις από τα σπαράγματα

των φράσεων

και σε τι άνθρωπο σοφό μπορείς να εξελιχθείς

απ’ τα στεγνά τους μάτια που απλανή θρηνούν

επειδή κώφευσαν

τίποτε απ’ όλ’ αυτά δε διδαχτήκαν

τα παιδιά τους –

κάτι σφριγώντα κούτσουρα λαλίστατα

που μας κυκλώσαν και παραμονεύουν

με τα ντενεκεδένια δούρεια δώρα

της οικειότητας.

 

 

ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΜΕ ΤΖΕΪΜΣ ΜΠΟΝΤ

 

Εδώ τις Κυριακές ίδια ταινία

«Ο Τζέιμς Μποντ εργάζεται στα ξένα».

 

Στο πρώτο μέρος ο ήρωας

κοιτάζει πεταλούδες κι αερόπλανα θυμάται

φοράει πολύχρωμα φουστάνια

δεν του πολυπάνε

μ’ αυτά πετάει ψηλά και μας πυροβολεί

γυναίκες κλαίνε από χαρά

εκείνος τους φωνάζει τ’ όνομά του

«Είμαι ο Μποντ»

όταν ανάψει διάλειμμα

μοιράζει σοκολάτες στους διαβητικούς

μετά σβήνει το φως

στο μέρος Βον και πάλι μας πυροβολεί

εμείς είμαστε αθάνατοι

THE END.

 

Δευτέρα ξημερώματα

βάζει την άσπρη μπλούζα

σκίζει σε πρόχειρα πανιά

τη μαύρη οθόνη

μέχρι την άλλη Κυριακή

σκουπίζει το αίμα.

 

 

Η ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ

 

Θα σάς βραβεύσουν κούκοι,πετεινοί.

Θα επαινεθείτε από τις προθεσμίες.

Θα σάς φεισθούν παραγραφές.

Είναι η ώρα

περιφρόνηση

και δεν οπλοφορεί.

 

 

ΘΕΣΗ

 

Είναι κατειλημμένη, Θεέ

από τον ξένο.

 

 

Η ΔΑΝΕΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ

 

Όσο γερνάω

τόσο ομορφαίνω

το πρόσωπό μου παίρνει

τα ωραιότερα χαρακτηριστικά

των συνανθρώπων μου

επιτέλους με αγαπούν

το βλέπω καθαρά στο πρόσωπό μου

αγνώριστο

απ’ τα χαρούμενα

βασανιστήρια.

 

 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΙ

 

Μεγαλώσαμε και είμαστε

πολύ πικραμένοι.

 

Δεν μας παρηγορεί η υγεία:

μια πλήξη πια

υγιείς εμείς

μόνο για να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.

 

Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα

Εχομε τόσα

που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.

 

Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα:

μάς παραδίδονται αφειδώς

γιατί το σφρίγος πάντοτε

ποθούσε τη σοφία.

 

Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.

Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ

πικραμένοι.

 

Αυτό μονάχα μάς παρηγορεί.

Μιχάλης Κατσαρός, O δούλος

Ο Δούλος που δραπέτευσε

έλεγε προσευχές στους φιλήσυχους πολίτες

γονατίζοντας σε λιγδωμένα προσκέφαλα.

Εγώ δεν ήλπιζα πως μπορεί να σωθεί.

Οι χωροφύλακες έχουν γερή όραση –

δε διαλύονται με αυταπάτες και ψυχοσάββατα.

Τώρα αυτός που επέμενε να ρωτάει

φαίνεται θα ‘ταν αποφασισμένος για θάνατο

ή θα ‘ταν κατάσκοπος που δε φοβάται.

Εγώ πάντως

εξακολουθώ να βλέπω τον επερχόμενο

μεσαίωνα

με φάλαγγες πιστών

με αργυρά δισκοπότηρα αφρίζοντα αίμα

με σημαιοστολισμούς και παρελάσεις

με ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους

εικόνες από παλιές εκστρατείες

και τυφεκισμούς

ήρωες με αυστηρά βλέμματα

Άμες δε γ’ εσόμεθα

πληρωμένη εκπαίδευση

θεός αγέρας τα στοιχεία της φύσεως

κλειδωμένα στην εποχή σε χάλκινα θησαυροφυλάκια.

Αν άξαφνα σας γεννηθεί το ερώτημα

πώς τα κατάφερε αυτός ο θνητός

μέσα σ’ αυτό το βαρύγδουπο διαπασών των ύμνων

να δραπετεύσει με αληθινό λαμπερόν ήλιο

με αληθινές εξαρτήσεις του βίου –

αν δε μπορείτε να καταλάβετε

τι τον οδήγησε σ’ αυτό το τελευταίο διάβημα

που βρήκε την έξοδο αφού γύρω ήταν μπετόν

αφού γύρω τραγουδούσε η φοιτήτρια

ένα τραγούδι ιστορικό παλιών ηρώων

τότε

δε θα ‘χετε δει κάτι κρυφές μικρές πόρτες

όμως ολοφάνερες στα μάτια των ειδικών

δεν θα ‘χετε δει το ραγισμένο τοίχο

όπου βλασταίνουν κάτι φυτά

πάνω σ’ ασβέστη κίτρινο απ’ την πολυκαιρία.

Το ζήτημα πια έχει τεθεί:

Ή θα εξακολουθούμε να γονατίζουμε

όπως αυτός ο δραπέτης

ή θα σηκώσουμε άλλον πύργο ατίθασο

απέναντί τους.

Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Τζάντε

Ωραίο νησί, που από το πιο ομορφότερο λουλούδι ,

από τ’ αβρότερα το πλέον αβρόν όνομα πήρες,

τι θύμησες και μέσα από τι ώρες φωτοβόλες

στ΄αντίκρυσμα της ομορφιάς σου απάντεχα ξυπνάνε,

και τι σκηνές ευδαιμονίας βαθιάς πο΄χει σβηστεί,

και πόσες σκέψεις πόσωνε που θάφτηκαν ελπίδων,

και πόσες οπτασίες μιας κόρης οπού πια δε ζει,

που πάει, δε ζει πια στα χλωρά σου πάνω τα λιβάδια.

“Δε ζεί πια”. Αλλοι μου, η μαγική φαρμακερή αυτή λέξη

τ ΄αλλαζει όλα : Οι χάρες σου για μένα σβήσαν πια,

κ ΄η θύμησή σου πάει πια …”Καταραμένη χώρα”.

Θα ΄ναι για μένα εδώ και μπρός ο ανθόσπαρτος γιαλός σου,

ω υακίνθινο νησί, ω πορφυρένιο Τζάντε,

“Ιζόλα ντ ΄Ορο, Φίορο του Λεβάντε”.

Εντγκαρ Αλλαν Ποε

ποιηματα

1831 – 1849

εκδοσεις Σελίδες 1991