Δημήτρης Τσαλουμάς, Μια μέρα βροχερή

Επειδή μέρωσε βροχή και φώς μολύβι
είπα να μην πάω στη δουλειά,
να κάτσω εδώ να συγυρίσω το σπίτι
όπως τότε που σε περίμενα.
Και μη παρεξηγήσεις τα λόγια μου
να χαρείς. Διότι ο Ρωμαίος ποιητής
κάποτε φκήθηκε της καψερής του Λυδίας
μια νύχτα να την ακούσει να φρουμάζει σα φοράδα
στην παγωνιά μιας σκοτεινής καμάρας
στην αγορά, κράζοντας έρωτα,
και λέω ποιος ξέρει τώρα πού γυρνάς,
σε τι λερά στρωσίδια να βολεύεις
το γέρικο κορμί σου. Όμως μπορεί νά ΄χουν αλλιώς
τα πράγματα. Μπορεί να κάθεσαι
σε μια ωραία σάλα με τη φωτιά στο τζάκι
σπιθιριστή, να βλέπεις τηλεόραση.
Μόνο που ζωντανεύουνε παλιές αδικίες
κάθε φορά που κάθομαι χωρίς δουλειά,
που αργοξυπνά και στύβει φαρμάκι
μες στον καφέ μου το παλιό σου γινάτι.

* Από την ποιητική συλλογή “Δίψα”, εκδ. Πλανόδιον 2010

Angela Costi, Peloponnese Sunset

How can you be lonely, you make love to this
environment, the hills have slopes you can swoon on
they have views you can open your thighs to
they have Venetian structures ready for you to take
with one open gasp, they have seas
that melt your gaze, the colour of lilac
if it was blue and black crosses on white churches
reminders of sacred sensuousness
reminders of honey skinned almond eyes
the touch of madness and of chance.

On my epitaph I want this sunset framed
with the pebble beach, I want the two pairs of lovers
caught, sipping cold coffee, smoking Karellia
I want the waiter with Adonis’s face
longing to hold me, giving me coffee
the way I like it, more milk than anything else.

The land of libido cannot be contained
it roams and rambles in the heat of the day
before bed time
at dawn.

* Angela Costi is an Australian poet from Greek-Cypriot background. She is the author of three collections of poetry: Dinted Halos (chapbook, Hit&Miss Publications, 2003), Prayers for the Wicked (CD, Floodtide Audio, 2005) and Honey and Salt (Five Islands Press, 2007). Honey and Salt was shortlisted for the Mary Gilmore Prize 2008. Her poems, performance text, essays and stories have been widely published, broadcast and produced, including in the US, UK, Greece and across Australia (for example: Sojourner Boston, wanderingdog UK, LiNQ and Radio National-ABC).

Τ.S. Eliot, Έρημη Χώρα» (απόσπασμα)

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέστανε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ από ξερούς βολβούς.
Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του Ανθρώπου,
Να πεις, ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση
Κι η πέτρα ήχο νερού
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο
Άρχισε να βλασταίνει;
Πες μου, θα ανθίσει φέτος;

Τ.S. Eliot (1888–1965)

Δημήτρης Τσαλουμάς, Ο Ξένος

Στο Μιχάλη Τσιανίκα

Κατάγιαλα, σε τραπεζάκι μιας ταβέρνας στο νησί
δυο ντόπιοι αδέλφια κάθονταν μ’ έναν ξένο
αργά μιαν εσπέρα. Το λίγο φως απ’ την ταβέρνα
φώτιζε σαν φανάρι του δρόμου μιας άλλης εποχής,
αχνά-χλομά, το πρόσωπο του ξένου, στραμμένο
προς τη θάλασσα. Κι αυτός, σαν ονειρόπαρτος,
μακρινός, με χέρια ακουμπησμένα στα γόνατα
π’ αλαφροτρέμανε σαν από πυρετό κι αλλόφερτο κρύο.
“Δεν περιμέναμε να μας σκεφτείς, λέει ο ένας.
Έτσι στην τύχη σ’ έφερε η κουβέντα, δεν ξέρω
πώς.” “Ίσως γιατί τον πήγε στον πουνέντη”,
λέει ο άλλος. Και ήταν αλήθεια ζέφυρος καιρός
που ζωντανεύει του βουνού τα βότανα
και είναι η θάλασσα καθρέφτης. “Πες μας τα νέα σου
αδελφέ, πώς τα βολεύεις σ’ εκείνα τα μέρη.”
Ο ξένος δεν αποκρίθηκε. Τον πήρε το σύγκρυο
κι ο πυρετός. Σηκώθηκε τρικλίζοντας, ίσκιος
που ρίχνει κίτρινο κερί σε χειμωνιάτικο ξωκκλήσι
νυχτερινό, κι έφυγε σβήνοντας σαν από ρέμα
μες στις λαχταριστές ευωδιές – το χταποδάκι
στο κάρβουνο, η κατσαρή γαρίδα, ο αθερνός.

* Από την ποιητική συλλογή “Δίψα”, Εκδόσεις Πλανόδιον- 2010

Πάμπλο Νερούδα, Έρωτας και θάνατος

Ενώ ο μέγας αφρός της Ίσλα Νέγρα,
το άλας, ο ήλιος, στο κύμα σε μουσκεύουν,
εγώ παρατηρώ τα έργα της σφήκας,
ενέχυρο στου κόσμου της το μέλι.

Πάει κι έρχεται ζυγιάζοντας το ξανθό πέταγμά της
σαν να κυλούσε απάνω σ’ ένα αόρατο σύρμα
του χορού την κομψότητα, της μέσης της τη δίψα
και τους φόνους που κάνει το φθονερό κεντρί της.

Πετρέλαιο και νεράντζι φτιάχνουν το ουράνιο τόξο της,
ψάχνει σαν αεροπλάνο μες στα χόρτα,
με σούσουρο σταχιού πετάει και χάνεται,

ενώ βγαίνεις εσύ γυμνή απ’ το κύμα,
και στον κόσμο επιστρέφεις γεμάτη αλάτι κι ήλιο,
άγαλμα αστραφτερό, σπαθί της άμμου.

Νίκος Δ. Γιαννόπουλος, Στους τροπικούς του όντος

Άπειρο το περιέχον
και το περιεχόμενο
ενεργητικά αδιάφορο
ο νους απορεί
μα η καρδιά αφουγκράζεται
την παγερή σιωπή
των φλεγόμενων άστρων
πέρα απ’ τις ιδέες
πιότερο κι από ιδέα
το Νόημα
η ουσία μιας απουσίας
αυτό που λείπει
απ’ τον κόσμο
κι ο θεάνθρωπος;
τι απέγινε ο θεάνθρωπος;
υπάρχει ακόμα η σκιά του
ο “κάτισχνος” άνθρωπος
το αναιμικό κατάλοιπο
της απαλλοτρίωσής του
η οντολογική ένδειά μας
ο λόγος
το στοιχειό
το βδέλυγμα
η φρίκη
και το όνειδος
της Ιστορίας
όλα του λόγου μας
φαντασιωτικά
κι όλα του πόθου μας
ανικανοποίητα
ναυάγια θλιβερά
στους τροπικούς του όντος
οι κατασκευές μας
σκόρπια συντρίμμια
στους ύφαλους
της “φύσης” μας
και στους σκοπέλους
της “φύσης” των πραγμάτων
οι απαντοχές μας.

Κατερίνα Γώγου, Ο Μήνας των Παγωμένων Σταφυλιών (αποσπάσματα)

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Και ήρθε -και χάμω- στα γόνατα έπεσα
και χωμάτινος βόλος έγινα
και μέσα μου κύλησα
και σε μιά ανάσα της ψυχης μου
που είχε μείνει φέγγερη
-εκεί ακούμπησα
κι έκλαιγα νερό. Νερά πολύ.
Κι όσο νερό έβγαλα
νερό δεν είχε για μένα
στέρεψα – λέπια – γοργόνα έγινα
κι ο άνθρωπος φοβήθηκε ακόμα πιο πολύ…
Κι όταν τα μάτια άνοιξα
και πλάι και γύρω και παντού
μεγάλη λίμνη έγινε
που πλέανε αιωνόβια μικρούτσικα ανθάκια
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Μπορεί δίκαια…
Προκάλεσα μέ πάθος τή ζωή.
Ασέβησα δύο φορές γιατί τους ήξερα τους Νόμους.
Άσκησα την όραση για μακριά
κι έχασα τα κοντινά μου
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Δέντρο ήμουνα κι έσπασα
Μου σπάσαν όλα τα κλαδιά
γιατί εκεί τρέχανε τα ξεστρατισμένα παιδιά
να παίξουνε τους κρεμασμένους
Ρίζα με λένε τώρα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Και ήρθανε και λιώσανε
τα νύχια του αετού από τη μοναξιά
Και τό ράμφος του μονάχος του γύρισε
μοναχός να πεθάνει
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Με βάραινε και το παλτό
με βάραινε και το μυαλό
και στάθηκα στη σιωπή
ν’ ακούσω τη σιωπή μου

Δώρος Λοΐζου, Στις σημαίες που ξέφτισαν

Οι σημαίες κυματίζουν ανάποδα.
Πούναι η πατρίδα;
Πούναι οι ήρωες;
Οι σημαίες έγιναν σκιάχτρα
στα χωράφια των λαών
να τρομάζουν την ελευθερία.
Πούναι η πατρίδα;
Πούναι οι ήρωες;
Ερήμωση.
Οι σημαίες σημειώνουν σηψαιμία.

* Από το http://nekatomata.blogspot.com/

Θοδωρής Βοριάς, Πυγολαμπίδες ३३ χαϊκού (εκδ. Μπιλιέτο 2011)

Το περιοδικό «ΟΚΤΑΣΕΛΙΔΟ του Μπιλιέτου» για την περίοδο Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2011 φιλοξενεί τις ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ του Θοδωρή Βοριά. Πρόκειται για 33 χαϊκού του ποιητή, με ακριβά αποστάγματα λέξεων και συναισθημάτων.

«Όταν νυχτώνει τα μολύβια δε γράφουν, γίνονται σφαίρες.»

Η ακριβοθώρητη ποίηση του Θοδωρή Βοριά διασταυρώνεται με την τεχνική των χαϊκού, για μας δώσει δείγματα υψηλής αισθητικής και συμπυκνωμένης γραφής με νοήματα που επιδιώκουν ν’ αφυπνίσουν αισθήσεις. Οι λέξεις γίνονται ξιφολόγχες που τρυπούν στίχους, αγιάζοντας τα ποιήματα.

Η νύχτα χωρά στη μνήμη που αναπλάθει πόνο και θλίψη, φως και σκοτάδι, για να επιστρέψουν σκιές και σιωπές στα περιθώρια σελίδων της ποιητικής γεωγραφίας.

«Ξέρω πως κρύβεις ένα κομμάτι νύχτας μέσα στην τσέπη.»
Continue reading →

Νίκος Καρούζος, Νεολιθική Νυχτωδία Στην Κρονστάνδη

Τραυλίζοντας οικουμένη καθώς
η πραγματικότητα χωλαίνει κι όπως
ασπροφωλιάζει η λευτεριά στον άστοργο πάγο
περικαλιόμαστε τη σώτειρα τήξη.

(Να ιδούμε αν η Άνοιξη θα συνδράμει τα όνειρά μας . )

Ένας ναύτης : Το μυαλό πως μαλακώνει στα Ουράλια ;
Ένας άλλος ναύτης : Τι θέλεις να πεις ; Δεν κατάλαβα.

μουχλιάζει το τηλέφωνο, ευδαιμονία

…………..
Continue reading →