Βύρων Λεοντάρης, Της άνοιξης και του πολέμου

I

Δεν ξεχωρίζω πια τον ερχομό σου από την άνοιξη
Το βάδισμά σου απ’ το άνοιγμα των λουλουδιών
Τη νιότη από το χαμόγελό σου.
Δεν ξεχωρίζω το κορμί σου απ’ των περιβολιών το θρόισμα
Την αφή σου απ’ την αφή όλου του κόσμου
Τη γεύση σου απ’ τη γεύση των τρικυμισμένων μυστικών.
Δεν ξεχωρίζω πια τα μάτια σου
Μάτια; Ουρανός; Θάλασσα; Αστέρια;
– δεν ξεχωρίζω πια
Εσπαταλήθηκες πολύ μες στη ζωή μου.

III

Έξω από το χαράκωμα της μοίρας
Στόμα του τριαντάφυλλου
Μάτια της βροχής
Δάχτυλα που δεν έχουν αδερφούς
Και αδερφές στον κόσμο
Σφίγγουν τα ηνία του χαμόγελου, καθώς
Το αίμα στο χαράκωμα του ορίζοντα σαλπίζει
Σιωπητήριο καρδιάς.

VI

Πάθος ανθρώπινο
Δε γιατρεύεται τούτη η ομορφιά
Λουσμένη σε πληγές και ηφαίστεια…
Άνοιξη, άνοιξη!…κι αχ, δε γιατρεύεται
Τούτη η ελπίδα της ζωής, η ελπίδα της αγάπη…

*Από τη “Ψυχοστασία”, εκδ. Ύψιλον

Θωμάς Γκόρπας, Περιστατικό στην οδό Σταδίου

Ένα παιδί σωριάστηκε μες στη γιορτή του δρόμου.
Ήταν τα μάτια του άγρια ξένα και βυθισμένα.
Το κεφάλι του στην πέτρα βρόντηξε ξεβρόντηξε
το κορμί του σαν το ελάφι και σαν τ’ άλογο.
Απ’ το στόμα του πετάχτηκαν αφροί
κ’ έπαιξαν στα μάτια σας
απ’ το στόμα κι απ’ τη μύτη τίναξε το αίμα του
που έκατσε στα μάτια σας κι άρχισε να κλαίει.
– Από πείνα. Είπατε.
Τα πόδια σας πως είναι ακόμα ανάλαφρα για τον περίπατό σας;
– Από πείνα. Είπατε.
Τα χέρια σας πώς ξεριζώθηκαν ωραίοι μου από τους ώμους σας;
– Από πείνα. Είπατε.
Τα μάτια σας πώς σκοτεινιάσαν μπρος σε τόσα χρώματα και
φώτα;
– Από πείνα. Είπατε.
Σηκώστε το λοιπόν να μη βουλιάξει ο δρόμος…

Μιχάλης Κατσαρός, O δούλος

Ο Δούλος που δραπέτευσε
έλεγε προσευχές στους φιλήσυχους πολίτες
γονατίζοντας σε λιγδωμένα προσκέφαλα.
Εγώ δεν ήλπιζα πως μπορεί να σωθεί.
Οι χωροφύλακες έχουν γερή όραση –
δε διαλύονται με αυταπάτες και ψυχοσάββατα.
Τώρα αυτός που επέμενε να ρωτάει
φαίνεται θα ‘ταν αποφασισμένος για θάνατο
ή θα ‘ταν κατάσκοπος που δε φοβάται.

Εγώ πάντως
εξακολουθώ να βλέπω τον επερχόμενο
μεσαίωνα
με φάλαγγες πιστών
με αργυρά δισκοπότηρα αφρίζοντα αίμα
με σημαιοστολισμούς και παρελάσεις
με ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους
εικόνες από παλιές εκστρατείες
και τυφεκισμούς
ήρωες με αυστηρά βλέμματα
Άμες δε γ’ εσόμεθα
πληρωμένη εκπαίδευση
θεός αγέρας τα στοιχεία της φύσεως
κλειδωμένα στην εποχή σε χάλκινα θησαυροφυλάκια.

Αν άξαφνα σας γεννηθεί το ερώτημα
πώς τα κατάφερε αυτός ο θνητός
μέσα σ’ αυτό το βαρύγδουπο διαπασών των ύμνων
να δραπετεύσει με αληθινό λαμπερόν ήλιο
με αληθινές εξαρτήσεις του βίου –
αν δε μπορείτε να καταλάβετε
τι τον οδήγησε σ’ αυτό το τελευταίο διάβημα
που βρήκε την έξοδο αφού γύρω ήταν μπετόν
αφού γύρω τραγουδούσε η φοιτήτρια
ένα τραγούδι ιστορικό παλιών ηρώων
τότε
δε θα ‘χετε δει κάτι κρυφές μικρές πόρτες
όμως ολοφάνερες στα μάτια των ειδικών
δεν θα ‘χετε δει το ραγισμένο τοίχο
όπου βλασταίνουν κάτι φυτά
πάνω σ’ ασβέστη κίτρινο απ’ την πολυκαιρία.

Το ζήτημα πια έχει τεθεί:

Ή θα εξακολουθούμε να γονατίζουμε
όπως αυτός ο δραπέτης
ή θα σηκώσουμε άλλον πύργο ατίθασο
απέναντί τους.

Άρης Αλεξάνδρου, Φρύνιχος

Τα στρατεύματα περάσανε τα σύνορα
υποχωρώντας μ’ όση τάξη επιτρέπανε το δάσος κ’ οι σκιές των
δέντρων μες τη νύχτα.
Με σεβασμό κι αγάπη γι αυτούς που μείναν εδώ πίσω
θαμμένοι μες στο χώμα ή ριγμένοι στα σκυλιά
έγραψες κι εσύ μια Μιλήτου Άλωση.
Την έγραψες γνωρίζοντας πως τα στάσιμά σου θ’ ακουστούν
από κενές σειρές μαρμάρων
γνωρίζοντας- μέχρι τελευταίου οβολού-
το πρόστιμο που θα ’χες να πληρώσεις.

Τώρα που οι πολέμαρχοι συγκροτήσαν θίασο
κι απαγγέλουνε Μιλήτου χορικά
μη βιαστείς και μην ταυτίσεις τις μηχανές τα προσωπεία
με τα δικά σου πρόσωπα.
Στην παράστασή τους τη μόνη θύρα που αφήσαν ανοιχτή
είναι το βασίλειον ή ο οίκος ένδοξος.
Τις άλλες κει στην άκρη- την είσοδον αστών την είσοδον των
ξένων
και κείνη που ονομάζεται ειρκτή
τις έχουν κλείσει βάζοντας μπροστά χρωματιστές λινάτσες.
Σε τούτη την παράσταση δεν έχουν θέση στο λογίον
οι ακρωτηριασμένοι.
Πρόκειται για μίμηση πράξεως μεγάλης
για την κατακρήμνιση των τειχών μιας πόλεως
μέγεθος εχούσης
πρόκειται για πτώση κυκλωπείων βράχων που προκαλεί τον
φόβον.
Οι πολέμαρχοι δεν ξεπέφτουν σε τοίχους πλίνθινων σπιτιών
σε μικρολεπτομέρειες.
Λοιπόν, εδώ που κάθεσαι σε τούτα τα ικρία
μη βιαστείς και μη ταυτίσεις τα σκεύη και τους κοθόρνους
με τις δικές σου τις γυμνές τις ξυπόλητες παρόδους.
Τα όσα έγραψες εσύ μπορούν να ταυτιστούν με τα δικά τους
όσο μπορούν να ταυτιστούν οι εκθέσεις των ιατροδικαστών
με τα τυφλά
θανατηφόρα τραύματα.

Άννα Ιωαννίδου, Τρία ποιήματα

Η ΓΕΝΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Μας τύλιξαν με τον μανδύα της λιτότητας.
Αυθαίρετα.
Η συγκατάθεσή μας περιττή.
Κι ύστερα μας βάπτισαν «παιδιά της κρίσης».
Λέξη κλειδί η κρίση.
Αυτή αποκαθηλώνει τα όνειρα.
Θέλει να τα σκοτώσει.
Γίναμε τώρα οι σύγχρονοι «άθλιοι».
Αυτοί που θα γευτούν την φυλακή
για ένα καρβέλι ψωμί.

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Έριξα την περηφάνια μου στο τζάκι,
για να ζεστάνει το δωμάτιο της απουσίας.
Ξεπάγωσα και δυο φιλιά,
για να ‘ρθουν να σφραγίσουν το κορμί σου.
Ξεκλείδωσα την αγκαλιά μου,
για να γίνει το δικό σου καταφύγιο.
Δες, πέταξα και το κλειδί
στην άβυσσο μίας χαμένης Ατλαντίδας,
για να μην μπορώ να την ξανακλειδώσω.

ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ

Το ξημέρωμα με βρίσκει να βάφομαι με τα χρώματα του πολέμου.
Μετά θα καλύψω το πρόσωπο με μια βενετσιάνικη μάσκα,
ξεχασμένη σ’ένα αραχνιασμένο συρτάρι.
Το τέλειο καμουφλάζ!
Έτσι, θα κερδίσω στο παιχνίδι της υποκρισίας.
Κανείς δεν θα δει τους μορφασμούς της οργής μου.
Είναι άοσμος ο πόνος της απελπισίας.
Σαρδόνιο το χαμόγελο της μάσκας, παγωμένο.
Και κάτω απ΄ αυτήν, εγώ.
Ένας κλόουν με κέρινο πρόσωπο.

Robert Lowell, Ιστορία

Η Ιστορία πρέπει να ζήσει με ό,τι ήταν εδώ,
αδράχνοντας και σχεδόν ψηλαφίζοντας ό,τι είχαμε…
είναι τόσο φριχτό και πληκτικό το πώς πεθαίνουμε,
αντίθετα απ’ το γράψιμο, η ζωή δεν τελειώνει ποτέ.
Ο Άβελ ήταν τελειωμένος – ο θάνατος δεν είναι απόμακρος,
ένα μεγάλο τίποτα ηλεκτρίζει τον σκεπτικιστή,
τα βόδια του μαζεύονται σαν νεκροκεφαλές σε ηλεκτροφόρο σύρμα,
το μωρό του κλαίει όλη νύχτα σαν μηχανή καινούργια.
Όπως στις Βίβλους μας, λευκοπρόσωπο, αρπαχτικό,
το όμορφο, ομιχλομέθυστο του κυνηγού φεγγάρι ανεβαίνει…
ένα παιδί θα του έδινε πρόσωπο: δυο τρύπες, δυο τρύπες,
τα μάτια μου, το στόμα μου, ανάμεσα μιας νεκροκεφαλής μη-μύτη…
Ω, έχει μια τρομαχτική αθωότητα το πρόσωπό μου
ποτισμένο με το ασημένιο σώσμα πάχνης πρωινής.

(1973)

[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

Ο Ρόμπερτ Λόουελ (1917-1977) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς ποητές του 20ου αιώνα. Θεωρείται ιδρυτής του κινήματος της εξομολογητικής ποίησης (confessional poetry) που συμπεριλάμβανε ποιητές όπως ο Άλεν Γκίνσμπεργκ, η Σύλβια Πλαθ, η Αν Σέξτον, κ.α. Κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου φυλακίστηκε ως αντιρρησίας συνείδησης, ενώ στη δεκαετία του ’60 συμμετείχε στο κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα και αντιτάχθηκε στην εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο του Βιετνάμ. Σύμφωνα με τη BiblioNet, ποιητικές του συλλογές δεν έχουν μεταφραστεί ποτέ στα ελληνικά.

Δήμητρα Καραφύλλη, Αγάντα / Αφροδίτες

ΑΓΑΝΤΑ

Μόλις είδα μια ψόφια πεταλούδα
να πηγαίνει με χίλια.
Χίλια μυρμήγκια.
Μια ψόφια πεταλούδα
στους ώμους χίλιων μυρμηγκιών.
Ασπίδα
για τη μάχη του χειμώνα.

***

ΑΦΡΟΔΙΤΕΣ

Τα πρώτα σημάδια του γήρατος πλέον ορατά.
Η θηλυκότητα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
Συναγερμός.
Τα εργαστήρια φιλντισένιων εκμαγείων επιτάσσονται.
Οργασμός.
Ρουμπινένια χείλη.
Σμαραγδένιο φουλάρι.
Υποσχέσεις ροζ.
Παρδαλά μπαϊράκια σε παράταξη μάχης.
Πυροβολισμοί στο χρόνο.
Πυροβολισμοί στο βρόντο.

Υ.Γ. Επί ματαίω;

Cesare Pavese, Μια ματιά

Verrà la morte e avrà i tuoi occhi

Θα ‘ρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου –
αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει
πρωί-βράδυ, άγρυπνος,
άηχος, σαν παλιά τύψη
ή ανόητη διαστροφή. Τα μάτια σου
θα ‘ναι μια λέξη κενή,
σιωπηρή κραυγή, ησυχία.
Ετσι τ’ αντικρίζεις όλα τα πρωινά
όταν μόνη σου σκύβεις
στον καθρέφτη. Αχ, γλυκιά ελπίδα,
εκείνη τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή και είσαι το τίποτα.
Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Θα ‘ρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου.
Θα ‘ναι σαν να κόβεις μια κακή συνήθεια,
σαν να βλέπεις μες στον καθρέφτη
ν’ αναδύεται πάλι ένα πρόσωπο νεκρό,
σαν ν’ αφουγκράζεσαι χείλη σφιγμένα.
Θα κατεβούμε στην άβυσσο βουβοί.

(μτφρ.: Silio D’Aprile/Βασίλης Ρούβαλης)

Κλείτος Κύρου, Κραυγή δέκατη πέμπτη

Μιλάω με σπασμένη φωνή… δεν εκλιπαρώ τον οίκτο σας
Μέσα μου μιλούν χιλιάδες
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού, σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού
Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε η βροντή της
Η γενιά μου καταδιώχτηκε σα ληστής
Σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν στα νοσοκομεία
Κραύγαζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά αποσπάσματα
Τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί, καπνίζαν εφημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτήν τη γη
Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώσαν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα
Καταλάβαμε τη δύναμή μας… και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει
Κάθε φορά στη θύμησή τους……….

Μανώλης Αναγνωστάκης, Φοβάμαι…

Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–βγήκαν στις πλατείες
με σημαιάκια κραυγάζοντας «Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους που σου ‘κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους που γέμιζαν τις ταβέρνες και τα ‘σπαζαν στα
μπουζούκια κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη και έχουν
και «απόψεις».

Φοβάμαι τους ανθρώπους που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.

Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

Νοέμβρης 1983