Έκτωρ Κακναβάτος, Σχέδιο για άλλοθι

Το σκυλί μου κόπια του όγδοου αιώνα
κομμένο στα τέσσερα
μ’ άλλους σακατεμένους κώδικες
λέω να το πουλήσω για πατατόσπορο

Έχω παιδιά να θρέψω
θέλει πισσόχαρτο η στέγη μου
θέλει καλαμπόκι το κοτέτσι
θέλουν τα ποντίκια μου τυρί
την Πτολεμαία Κλεοπάτρα θέλω στο στρώμα μου

και βρέχει.

Έρμα Βασιλείου, Η γυναίκα των ναυαγίων

ξέφυγε από τα ναυάγια
από τις πέντε το πρωί μέχρι την άλλη μέρα
σώζεται
κι αν είναι δεν το ξέρει κανείς
κι αν δεν υπάρχει
το ίδιο
άγνωστη δουλεύτρα παραδουλεύτρα
κι αν πληγώνεται δεν είναι
πληγωμένη
κι αν κοιμάται στα δυο της νύχτας
ένα αστέρι καθαρίζει
με πανί του γαλαξία
στο πάτωμα τα χνάρια των βιαστικών
που την προσπέρασαν
κι άλλο αστέρι αφήνει μια πνοή
στο βράχο να κάνει
να την πάρει στον ώμο του
…ένα ξανθό παιδί το φως χαιρετά
και χαιρετά η γυναίκα των ναυαγίων
σωσμένη απ’ όλα
από το ναι και όχι των εποχών
στο δρόμο ανταμώνουν
του θεού τα πάντα
που δεν θέλουν μέτρημα
αν θα σωθεί ξανά
το ίδιο θα τη βρει
αστέρι

* Από την ποιητική συλλογή “Κρυπτογραφίες¨ (Από την ειδική σειρά βιβλίων “Άμισθα Χρόνια”). Η Δρ ‘Ερμα Βασιλείου είναι ποιήτρια, ερευνήτρια και επισκέπτρια καθηγήτρια Γλωσσολογίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο Αυστραλίας.

Νίκος Α. Νομικός, Σταγόνες ευρέσεως

Ήλθε η ώρα ξανά
Ν’ ανταμωθώ μαζί με σένα
στη γνώριμη τιμητική σου ουσία.
Απέναντι το μεγάλο παράθυρο
στέκεται ήρεμο κι ένδοξο
σαν τη μεγάλη ανάσταση,
οι διάφανες βαθυγάλανες κουρτίνες
σαν να κρατούν παρηγοριά
μες στον πικρό χειμώνα,
κι απέξω τα πουλιά του αμέριμνου κήπου,
η βρυσούλα της δικής σου ζωής
και τ’ αόρατα φτερουγίσματα
με τα πλασματικά φτερά της καρδιάς
να λαχταρά την άνοιξη
και κει, στην άκρη του θαλάμου
που δεν επιτρέπονται οι αναπνοές
παρά μόνο οι βουβές φωνές του πόνου
και η γωνία της απελευθέρωσης,
σφαγμένο σώμα στο κρεβάτι
η αφυδάτωση κάτωχρη
με το ρολόι χαμηλά στους επτά χτύπους
κι η τρικυμία βαθιά μέσα στα άδυτα
των παγωμένων ανέμων, και οι επαφές
των γνωστών ασωμάτων- στις ασίγαστες ώρες
που ούτε η ελπίδα έχει καιρό ν’ ακούσει
ένα κατατρεγμένο «γεια σου»
και τρέχει απεγνωσμένα- με όλες τις κόκκινες ροές
μια αδελφή του ελέους, μ’ ένα ασημένιο
στηθοσκόπιο στα μάτια, σου κάνει ερωτήσεις
αναπάντητες, μ’ ένα σπασμένο ποτήρι στο χέρι
και κάποια, ευχή, που δεν την έχεις πια ανάγκη.

Μαρία Πισιώτη, Οι δρασκελιές

7 δρασκελιές:
Οι στίχοι εγείρουν την κυτταρική πνοή.
6 δρασκελιές:
Το όνειρο δομείται στην έλλογη σιωπή.
5 δρασκελές:
Οι πολύχρωμες κορδέλες σφίγγουν τη θηλιά τους.
4 δρασκελιές:
Οι Ερινύες τρίζουν από χαρά τα δόντια τους.
3 δρασκελιές:
Η σιωπή απλώνει τα πέπλα της απομυζώντας
την εγερμένη ανάσα.
2 δρασκελιές:
Αμφιβολίες και φόβος άρρηκτοι δεσμοί.
Μια δρασκελιά:
Το απόλυτο κενό περιμένει την ένταξή μου.

*Από την ποιητική συλλογή “Ηδύλη-ακά τοπία”
Η Μαρία Πισιώτη διατηρεί το http://hdyli.wordpress.com

Andre Breton, Επαγρύπνηση

Στο Παρίσι κλονιζόμενος ο πύργος του Αγίου Ιακώβου
Όμοιος με ηλιοτρόπιον
Χτυπά καμιά φορά με το μέτωπό του τον Σηκουάνα και η σκιά του   
γλιστρά ανεπαίσθητα ανάμεσα στα ρυμουλκά
Την στιγμήν εκείνην ακροποδητί μέσα στον ύπνο μου
Κατευθύνομαι προς την κάμαρα όπου είμαι ξαπλωμένος
Και βάζω φωτιά
Δια να μη μείνει τίποτε από την συγκατάθεσι που μου απέσπασαν
Τα έπιπλα τότε κάνουν τόπο σε ζώα ίσου μεγέθους που με   
κοιτάζουν αδελφικά
Λεοντάρια που στις χαίτες τους αποκαίονται οι καρέκλες
Σέλαχοι των οποίων η άσπρη κοιλιά συγχωνεύει το τελευταίο   
ρίγος των σεντονιών
Την ώρα του έρωτος και των κυανών βλεφάρων
Βλέπω να καίγουμαι κι εγώ με τη σειρά μου βλέπω αυτήν την   
κατανυκτική κρυψώνα των τιποτένιων πραγμάτων
Που υπήρξε το κορμί μου
Και που την ψάξαν υπομονετικά ράμφη πύρινων ίβιδων
Όταν όλα τελειώνουν μπαίνω αόρατος μέσα στην αψίδα
Χωρίς να προσέχω τους περαστικούς της ζωής που κάνουν   
ν’ αντηχούν πολύ μακριά τα σερνάμενά τους βήματα
Βλέπω τα ψαροκόκαλα του ήλιου
Ανάμεσα από την λευκάκανθα της βροχής
Ακούω να ξεσχίζεται τ’ ανθρώπινο πανί σαν ένα μεγάλο φύλλο
Κάτω από το νύχι της απουσίας και της παρουσίας που είναι   
συνένοχες
Όλοι οι ιστοί μαραίνονται δεν μένει παρά μια μυρωμένη δαντέλα
Ένα κογχύλι από δαντέλα που έχει τέλειο σχήμα ενός μαστού
Δεν αγγίζω πια παρά την καρδιά των πραγμάτων κρατώ   
το νήμα

*Μετάφραση: Ανδρέας Εμπειρίκος.

** Από το βιβλίο: Από το βιβλίο του Χριστόφορου Λιοντάκη «Ανθολογία γαλλικής ποίησης. Από τον Μπωντλαίρ ώς τις μέρες μας», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2000, σελ. 195-196.

Ανδρέας Παγουλάτος, Γαλήνιος…

…Ερωτας δεν υπάρχει,
υπάρχει ακόμα κάτι που σκοτώνει σαν έρωτας.
O χρόνος σε μια ζωή τελειώνει και τα λόγια,
που την ανέβαζαν, θολώνουν και χάνονται
σαν πεθαμένα φεγγάρια και βόρειο σέλας…

Eίναι κανίβαλος ο έρωτας που σε σπρώχνει
κάποτε να φας τον άλλο, ωμό να τον γευτείς;
Στον παροξυσμό του όλα γίνονται δυνατά, οι πιο απίθανες ιδέες, όπου τα
δόντια, τα νύχια, τα χέρια σαν αρπάγια,
η δύναμη της σπονδυλικής στήλης πρωτοστατούν.

Mια πολύπλοκη τακτική τελετουργικού φόνου,
που περνάει στις αισθήσεις των ανίδεων -κι είμαστε όλοι μας,
γιατί το να γνωρίζεις είναι δυσβάστακτο-
για ερωτική έξαρση και εκστατική χαλάρωση των αρμών.
Aυτοί, όμως, δουλεύουν στα σκοτεινά:
ετοιμάζουν τις κινήσεις μιας ύπουλης πάλης,
που υποτάζει ολότελα τον άλλο.

Έρμαιό σου ο άλλος. Kι ύστερα η αφή, η γεύση πιο έντονες,
η μυρουδιά του αίματος που κυλάει υπόγεια. Στιγμές, στιγμές, ολόκληρο
το κορμί μετατρέπεται σε ηδονικό, φονικό όπλο….

Ανδρέας Παγουλάτος (1949-23.3.2010)
Από τη συλλογή “Όργια και εμπόδια” – 1996

Antigone Kefala, Growing Old

Growing old
with the flower sellers
in Martin Place.

This everyday our only thing
this everyday what happiness
this everyday
thinking of friends that are
going, against their will,
who rise to the occasion of
their illness, of their death,
matching it.
Death that is coming
in this everyday
sweetly, unseen in the light.

Growing old in these streets
gathering this knowledge one
does not want, one can not use,
a useless knowledge that
repeats itself.
The same ashen faces,
the same fear
voices over the telephone
talking of soups
in this everyday that continues
to unfold in our absence.

Angela Costi, Grandmother Maroulla’s Liturgy

Η λειτουργία της γιαγιάς

η ζωή εν τάφω
in the well of silence
echoes of childhood
reminders of destiny
creep back
η ζωή εν τάφω

When she smiles, she is the dried fig to be eaten on special days
she is Yiayia all over again in blue and he is alive there
telling her to shush, it is not a real snake, at the back of the Teevee
there’s no trap door, nothing can slide out or in
all tracks lead to the safe place where food and thought mesh
she makes sandwiches instead of soups, today’s is simple −
a yellow block of soap and toilet roll − who will take the first bite?
At Anglesea, she leaves her scarf to sweep the sand and she falls
madly for the waves, becoming the black clove in the rice pudding,
always plucked out before the flavour overwhelms the taste buds
of a baby, crying for something to lullaby the tongue
and frighten the sting away.

η ζωή εν τάφω
so far away from
the Ancient Greek Gospel
smells of incense
framed icon faces

so far away
from my old home
η ζωή εν τάφω

Only for Enzo will she break Easter chocolate into many pieces
mixing it in with spaghetti, opening and shutting his silent cavern
feeding back his dead wife, praying his children will visit
Enzo’s eyes tell her − living ghosts are the hardest to please.
No one can stop her from banging her fist against red bricks
blood must be crocheted into patterns with blue threads
making mountain lake village hills, flowers from ancient soil −
look at my pretty doilies − a map of pillagings, a life of knives
rocks and bed pans.

She pole-vaults expectations to accept a maturity
only the blessed reach.
Tonight she will sleep with a painted egg under her pillow
it will be cracked
and the smell will weave itself into her dreams.

η ζωή εν τάφω
as the last leaf clings
to the withered tree
making its final prayer

in the well of silence
echoes of childhood
reminders of destiny
creep back

η ζωή εν τάφω
η ζωή εν τάφω
so far away from …

and the smell will weave itself into her dreams
so far away from …
η ζωή εν τάφω

Άννα Αχμάτοβα, Ρέκβιεμ

Έτσι κι αλλιώς θα ‘ρθείς, γιατί οχι τούτη τη στιγμή:
Σε περιμένω, αδύνατο να επουλωθεί το τραύμα.
Όλα τα φώτα τα ‘σβησα κ’ η πόρτα μου ανοιχτή
να μπεις εσύ καθημερνός και σπάνιος ως θαύμα.
Όποια μορφή σ’ αρέσει πάρε για να ‘ρθείς
σαν βλήμα εισόρμησε και σκότωσέ με
ή μ’ ένα ζύγι ζύγωσε σαν έμπειρος ληστής
ή με του τύφου τον καπνό φαρμάκωσέ με.
Ή ως μύθος πού ‘χεις σοφιστεί και λες από καιρό
κι όλοι τον μάθαν πια μέχρι ναυτίας, μέχρι κόρου
ώστε το μπλε πηλίκιο στην αυλή να δω
κι από τον τρόμο του χλωμό τον θυρωρό μου.
Το ίδιο πια μου κάνει. Ο Γιενισέι κυλάει μες στον αφρό
το πολικό τ’ αστέρι φέγγει μες στην αμφιλύκη
και την γαλάζια λάμψη των αγαπημένων μου ματιών
η τελευταία την καλύπτει φρίκη.

* Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

Χάρης Μελιτάς, Δύο Ποιήματα

ΑΟΡΑΤΟΣ ΝΕΚΡΟΣ

Αόρατος νεκρός κυκλοφορώ
ανάμεσα στα θραύσματα του κόσμου
γυμνός απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια
δίχως πυξίδα
δίχως ξίφος
δίχως όραμα.
Παρόραμα στο χτεσινό
χλωμό μου παραμύθι.
Συχνάζω σε βεγγέρες του μυαλού
φλερτάρω τη ζωή μου στον καθρέφτη
τη σημαδεύω και τη ρίχνω στη στιγμή
μιλάω τόσες διαλέκτους μοναξιάς
πώς ν’ αστοχήσω;
Γυρίζω σαν στοιχειό στην αγορά
και στις πλατείες με τις χάρτινες σημαίες
ραγίζω μόνο με το δάκρυ της βροχής
και το κομμένο πόδι της ελπίδας.
Τις Κυριακές σηκώνομαι νωρίς
ανοίγω το παράθυρο στο χιόνι
φοράω τα καλά μου παγοπέδιλα
-να μη σκοντάφτει ο νους μου στα παλιά-
και πλάι μου χορεύω στο μπαλκόνι.
Αόρατος νεκρός κυκλοφορώ
κρατώντας αγκαζέ την ειμαρμένη
μέχρι να βάλω μια γραβάτα και να μπω
στο ξύλινο σκαρί που περιμένει.

Η ΜΠΟΥΓΑΔΑ

Ποτέ δεν βγάζω τ’ άπλυτα στη φόρα.
Τα συγκεντρώνω στα συρτάρια της σιγής
ή στις βαλίτσες της φυγής – ανάλογα
το μέγεθος, την πλέξη και το χρώμα.
Πλύσιμο στις κατάλληλες στροφές
με ειδικά μαλακτικά της μνήμης
και στην απλώστρα της βεράντας να στραγγίσουν
από ψιχάλες ενοχών που περισσεύουν
ή περιττεύουν εντελώς, κατά τους νομοθέτες.
Σίδερο, δίπλωμα, πάλι καινούργια.
Εν τούτοις, η ντουλάπα μου μυρίζει.