Αργύρης Χιόνης, Από τα τέρατα

ε΄

Είμαστε καραμέλες
Πάνω στης αιωνιότητας τη γλώσσα
Λειώνουμε και τελειώνουμε
Μέσα στο σκοτεινό της καταπιώνα.

στ΄

Είμαστε σαν το γρασίδι των δημόσιων κήπων
Κάθε τόσο μας κουρεύουν σύρριζα τη σκέψη
Χάριν συμμετρίας.

ζ

Άν τα μαλλιά δεν παίρναν δύναμη
Άπ΄το κορμί μας μα του δίναν
Θα΄τανε ρίζες κι εμείς θα΄μασταν
Δέντρα αντεστραμμένα
Θά΄μασταν κάτι

Τώρα δεν είμαστε άλλο από μια θέληση
Να΄μαστε κάτι.

***

ιδ’

Έχετε ένα σπίτι που περιέχει το σώμα σας
Έχετε ένα σώμα που περιέχει την ανάγκη για σπίτι
Έχετε μια ανάγκη για σώμα.

Έχετε έναν κώλο στο σχήμα της πολυθρόνας σας
Έχετε μια ψυχή στο σχήμα του κώλου σας
Καθόσαστε αναπαυτικά στην ψυχή σας

Έχετε ένα κεφάλι που χωράει το καπέλο σας
Έχετε σκέψεις που χωρούν στο κεφάλι σας
Έχετε μόνο τέτοιες σκέψεις

Είσαστε ανυποψίαστοι και ωραίοι σαν παιδιά
Γνήσια παιδιά ενός θεού που πλάσατε κάποτε
Κι από τότε σας πλάθει
Κατ΄εικόνα και ομοίωσίν σας.

Κι είσαστε δίκαιοι:
Αγαπάτε μόνο όταν πρέπει
Σκοτώνετε μόνο όταν πρέπει
Εγώ ένας του είδους σας αλλά εκφυλισμένος
Ένας ανεπίδεκτος δικαιοσύνης.
Πάντα σας αγαπώ
Και πάντα σας σκοτώνω.

Μελισσάνθη, Στὴ νύχτα ποὺ ἔρχεται…

Ξεκινᾶμε ἀνάλαφροι καθὼς ἡ γύρη
ποὺ ταξιδεύει στὸν ἄνεμο
Γρήγορα πέφτουμε στὸ χῶμα
ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιὰ
γινόμαστε δέντρα ποὺ διψοῦν οὐρανὸ
κι ὅλο ἁρπαζόμαστε μὲ δύναμη ἀπ᾿ τὴ γῆ
Μᾶς βρίσκουν τ᾿ ἀτέλειωτα καλοκαίρια
τὰ μεγάλα κάματα.
Οἱ ἄνεμοι, τὰ νερὰ
παίρνουν τὰ φύλλα μας.Ἀργότερα
πλακώνουν οἱ βαριὲς συννεφιὲς
μᾶς τυραννοῦν οἱ χειμῶνες κι οἱ καταιγίδες
Μὰ πάντα ἀντιστεκόμαστε,
ὀρθωνόμαστε
πάντα ντυνόμαστε μὲ νέο φύλλωμα
Ὡσότου, φτάνει ἕνας ἄνεμος παράξενος
-κανεὶς δὲ ξέρει πότε κι ἀπὸ ποὺ ξεκινᾶ-
μᾶς ρίχνει κάτω
μ᾿ ὅλες μας τὶς ρίζες στὸν ἀέρα.
Γιὰ λίγο ἀκόμα μὲς στὴ φυλλωσιά μας
κάθεται κρυμμένο
-νὰ πεῖ μία τρίλια του στὴ νύχτα ποὺ ἔρχεται-
ἕνα πουλί.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Μες στο υγρό σκοτάδι

Μες στο υγρό σκοτάδι
πολύ πλανήθηκα

Αγάπησα τις φωτοσκιές των δέντρων
τη γνώριμη νύχτα
τον ουρανό

Βροχή
μουσικές φωνές

Μες στο υγρό σκοτάδι

Έλα
θα βαδίσουμε σιγά μην ακουστούμε

Είμαστε παιδιά
κι αγαπούμε τα ωραία καράβια
είμαστε παιδιά
κι αγαπούμε τη θάλασσα

Λάσπες και νερά
ο άνεμος ταξιδεύει
τραγούδια που σβήνουν

*Από τη συλλογή “Δύσκολος θάνατος” (1954)

Χλόη Κουτσουμπέλη, Κοινότοπο

Ενώ ήταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι,
ένα δάκρυ της κύλησε στην άκρη της μύτης του
και αυτός το έγλειψε με λαιμαργία.
Πολυφορεμένα τα δάκρυα, είπε αυτή
δεν στέκουν σε ένα ποίημα.
Όλα δεν είναι ποιήματα, της είπε αυτός
και κάτι μέσα στα μάτια του τρεμόπαιξε.
Και διαυγής ξαφνικά η μικρή αυτή κίνηση
χώθηκε μέσα της μέ τόσο θόρυβο
που ένας μύθος
θρυμματίστηκε βίαια
και κομματιασμένες λέξεις χαρτόκουτα
πλημμύρισαν το δωμάτιο.


* Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκαν από το http://chloekoutsoumpeli.blogspot.com

Μίλτος Σαχτούρης, Ἡ νοσταλγία γυρίζει

Ἡ γυναίκα γδύθηκε καὶ ξάπλωσε στὸ κρεβάτι
ἕνα φιλὶ ἀνοιγόκλεινε πάνω στὸ πάτωμα
οἱ ἄγριες μορφὲς μὲ τὰ μαχαίρια ἀρχίσαν
νὰ ξεπροβάλλουν στὸ ταβάνι
στὸν τοῖχο κρεμασμένο ἕνα πουλὶ πνίγηκε
κι ἔσβησε
ἕνα κερὶ ἔγειρε κι ἔπεσε ἀπ᾿ τὸ καντηλέρι
ἔξω ἀκούγονταν κλάματα καὶ ποδοβολητά

Ἄνοιξαν τὰ παράθυρα μπῆκε ἕνα χέρι
ἔπειτα μπῆκε τὸ φεγγάρι
ἀγκάλιασε τὴ γυναίκα καὶ κοιμήθηκαν μαζὶ

Ὅλο τὸ βράδυ ἀκουγόταν μιὰ φωνή:

Οἱ μέρες περνοῦν
τὸ χιόνι μένει”

Arthur Rimbaud, Μια εποχή στην κόλαση (Απόσπασμα)

Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου.
Και την βρήκα μικρή και την βλαστήμησα…
Κατόρθωσα να σβήσω από το λογικό μου κάθε ελπίδα ανθρώπινη…
Επικαλέστηκα κάθε Οργή και Μάστιγα να πνιγώ στο αίμα, στην άμμο.
Η απόγνωση ήταν ο Θεός μου.
Κυλίστηκα στη λάσπη.

Οκτάβιο Παζ, Ο δρόμος

Ειν’ ένας δρόμος μακρύς και σιωπηλός.
Βαδίζω στο σκοτάδι και παραπατώ και πέφτω
και σηκώνομαι και με πόδια τυφλά πατώ πέτρες βουβές και ξερά φύλλα
και κάποιος πίσω μου κάνει το ίδιο:
αν σταματήσω, σταματάει
Αν τρέξω, τρέχει. Στρέφομαι κανείς.
Τα πάντα σκοτεινά και δίχως έξοδο
και στρίβω και ξαναστρίβω σε γωνιές που πάντα βγάζουνε στο δρόμο
όπου κανένας δεν περιμένει, δε μ’ ακολουθεί
όπου εγώ ακολουθώ κάποιονε που παραπατά και που σηκώνεται
και λέει βλέποντας με: κανείς.

Άννα Ιωαννίδου, Χαϊκού

ΑΠΟΥΣΙΑ

Βαριά καταχνιά,
άγριος χειμώνας στην
καρδιά. Έφυγες.

ΚΟΡΜΙ ΣΕ ΛΗΘΑΡΓΟ

Μια αναπνοή
σε χειμέρια νάρκη.
Γιατί δεν ξυπνάς;

Η ΑΛΛΗ ΑΝΟΙΞΗ

Πικρή η γεύση
της Άνοιξης. Τα πουλιά,
μικροί δραπέτες!

Continue reading →

Μανώλης Αλιγιζάκης, Αέρινα

μικρά καλυβάκια
λαβωμένοι ονειροπώλες
τοξευμένες καρδιές

εκείνη είπε –

αγναντεύοντας μέσα
απ’ το ανοιχτό παράθυρο
του μικρού σκάφους τον καπνό
που δημιουργούσε αιθέριες σκιές
απερίγραπτης ομορφιάς

άγγιξε την ήβη μου
με την απαλότητα του φτερού

εκείνη είπε –

όμως άφησε τον πόθο μου ανέγγιχτο

Χρήστος Γιαννακός, Αγρύπνια

Μια φορά, χειμώνα καιρό,
συναντήθηκαν η αγριελιά κι ο αστρίτης.

Αγριελιά
Πώς δεν τυλίχτηκες απ’ τον πανικό του χειμώνα;
Σε προδίνει το ένστικτό σου τη Νύχτα
ή κατάπιες το δηλητήριο
και νομίζεις ότι σε καίει ο πόθος;

Αστρίτης
Για κατάλληλο καταφύγιο ψάχνω.
Δέξου με να προστατευτώ απ’ το μίσος
που ριζώνει στα όνειρά μου.

Αγριελιά
Διακρίνονται τα αυτοφυή στη συμπόνια;

Αστρίτης
Το χιόνι στροβιλίζεται πάνω
σ’ ό,τι πιστέψαμε ευλογία.
Το χιόνι….

Αγριελιά
…πέφτει ποτέ εκτός εποχής;

Αστρίτης
Δέξου με να προστατευτούμε
στον ναρκωμένο λειμώνα.
Μην κοιτάς τώρα που με τον έρποντα τρόπο μου,
ικετεύοντας,
μοιάζω ν’ αναιρώ της τόλμης το θαύμα.
Πρόκειται να φυλάω τον γυμνό σου κορμό.
Πέπρωται ν’ αφαιρώ απ’ το φωλιασμένο μου σώμα.

Αγριελιά
Αν αρνηθώ; θα με προσπεράσεις;

Αστρίτης
Δεν θα θρέψω πουκάμισο αταίριαστο
της ανθισμένης αγρύπνιας,
ιδίως γιατί και φέτος προβλέπεται
να κάνουμε άνοιξη
κατώτερη των επικηρυγμένων προσδοκιών μας.

Αγριελιά
Να λες: “…των προσδοκιών μου”.
Δεν ελπίζω παρά
μόνο σε χρώματα κι ευωδιές που τρομάζουν.

*Από τη συλλογή “Εγχειρίδιο Αμηχανίας” (εκδ. Μανδραγόρας)
** Η φωτογραφία είναι από το http://www.poein.gr