Arthur Rimbaud, Μια εποχή στην κόλαση (απόσπασμα)

Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου.
Και την βρήκα μικρή και την βλαστήμησα

Κατόρθωσα να σβήσω από το λογικό μου κάθε ελπίδα ανθρώπινη

Επικαλέστηκα κάθε Οργή και Μάστιγα να πνιγώ στο αίμα, στην άμμο.
Η απόγνωση ήταν ο Θεός μου.
Κυλίστηκα στη λάσπη.

Αντρέι Βοζνεσιέσκι, Μπαλάντα παραβολική

Σαν πύραυλος πετάγεται η ζωή μου και διαγράφει,
μες στο σκοτάδι μια παραβολή.
Σαν όπως όχι ουράνιο τόξο.
Κι αν σαν, κανένας ταξιδιώτης μην το δει.
Υπήρχε κάποτε ένας κόκκινος ζωγράφος, ο Γκωγκέν.
Πρώην έμπορος, μετέπειτα μποέμ.
Ξεκίνησε να πάει στο Λούβρο απ’ της Μονμάρτης τα στενά,
κι έφτασε μέχρι τη Σουμά-
τρα-βήχτηκε από την τρέλα
του πλούτου, την βρωμιά των ειδικών κι εκείνη την κοπέλα
που γάβγιζε ξωπίσω του. Ο άνθρωπος ξεπέρασε
τη φυσική βαρύτητά του.
Το ιερατείο γέλασε και ξέρασε
τη μπύρα που είχε πιει, φαρμάκι για την «απείθειά» του:
«Η συντομότερη οδός είναι η ευθεία
κι η απλούστερη ασφαλώς.
Καλύτερα ν’ ασχοληθεί με τα λουλούδια στα καδράκια,
που προτιμά ο λαός».
Αυτός λοιπόν, σαν πύραυλος έγινε πάραυτα καπνός.
Ανάερα, ξεσκίζοντας αυτιά, σακάκια.
Δε εισέβαλε στο Λούβρο από την πόρτα ευπρεπώς.
Διέγραψε παραβολή
κι έκανε το πάτωμα αυλή!
Με βάση την παράμετρό του καθένας φτάνει στην αλήθεια.
Ο άνθρωπος παραβάλλοντας και σέρνοντας τα σαμιαμίθια!
Κάποτε ζούσε ένα κορίτσι στο διπλανό μας σπίτι.
Είχαμε κοινό το πάθος των βιβλίων.
Τι μ’ έπιασε και χάθηκα
θύμα μιας άρρωστης μανίας
μέσα στ’ αβέβαια, σκοτεινά
αστέρια της Γεωργίας;
Ζητώ συγνώμη, ειλικρινά, για κείνη την ανόητη παραβολή,
αλλά τι πρόβλημα είχε με τους ώμους που τρέμουν μες στης νύχτας την ομί-
χλη; Δες, τα δαχτυλίδια σου, στου σύμπαντος την τραγική
σιωπή, είναι μια αντένα ίσια, ελαστική.
Στο μεταξύ,
ακούω φωνή
να με καλεί
τρεμοσβηστή
από τη γη.
Φτάνω, πετώ
να πέσω εδώ.
Δεν είναι τόσο εύκολο με μια παραβολή!
Για να σβήσεις παραδόσεις, αξιώματα, προγνώσεις και τα συναφή
(τέχνη, ιστορία, αγάπη, αισθητική),
πρέπει να πάρεις, όσο να ’ναι, δρόμους παραβολικούς.
Όπως το ακούς!
Τώρα εκείνη πάει στη Σιβηρία. Ταξιδάκι αναψυχής!
……………………………………………………………………
Ε, δεν μπορείς να πεις!
Τουλάχιστον απέφυγε τη φασαρία
μιας μακρινής παραβολής.

*Από την Ανθολογία του Γιώργου Μπλάνα, Δύστηνος έγκειμαι πόθω (Ερωτικά ποιήματα 630 π.Χ.-1963 μ.Χ.)

Antigone Kefala, The Play

This prince was very nervous,
drank his own life at speed
to see it dry,
a methylated flame burnt in his eyes,
some savage energy that was ready
to erupt, singe his pale skin.

The courtiers
were out in the streets,
groomed in the latest image,
pink shirts, black leather belts,
limbs made of steak,
fried eggs and beer.

When the Town Hall clock
struck twelve, the daughter
of the Lord Chamberlain went past
smiling discreetly at her image
in shop windows.

Παύλος Πετρής, Δυο ποιήματα

Κέντρο

Έρχεται ο τρίτος,
λένε, παγκόσμιος
και ούτε αυτός
θα είναι ταξικός
γαμώτο

και τα σύννεφα που
μοιάζουν πίνακες
δεν μου αρκούν
τώρα

Απλά ξορκίζω τη δειλία μου
έτσι
Αν είχα το θάρρος να
σηκώσω όπλο, ίσως
να μην ξανάπιανα μολύβι
ή ίσως να γραφα
χωρίς τύψεις κι ενοχές.

Κατεβαίνω στο κέντρο

Έχει ποιήματα στον δρόμο
έχει βήματα,
νεκρούς που ακόμα περπατάνε
Έχει ποιήματα ψηλά,
φλόγες που λίγο θέλει
να κάψουνε τον ουρανό

Χάνω την υπομονή μου

Ωραίοι άνθρωποι
με σακούλες / ψώνια από παπουτσάδικα
και έξυπνα κινητά
Άσχημοι γέροι
να μοιράζονται βιβλία
και εγώ μαζί τους
να θυμίζω άσχημο γέρο
στα 25, γαμώτο,
με κιτρινισμένα δάχτυλα από το κάπνισμα

και η πόλη καπνίζει
όμορφα μόνο
το βιβλιοπωλείο
λυπήθηκα λίγο,
μην κάηκε
κάποιο βιβλίο
που έγραφε κάπου
την απάντηση

Ας είναι,
θα γράψουμε
καινούρια βιβλία
που καίνε, δεν καίγονται και
ρωτάνε αντί να απαντούν

Γιατί η καταγωγή μου
είναι από εδώ
ενώ το όνειρο μου
από άλλο κόσμο

και τα αδέρφια μου
είναι διαμάντια,
διαυγή και άθραυστα
και
όταν θέλουν
χαράζουν
τα πάντα

Continue reading →

Θεοδώρα Πουλοπούλου, Η Σαντορίνη

…Και μετά απ’ όλα όσα συνέβησαν,
έρχεται η Σαντορίνη ως θύμηση
ότι ίσως μπορεί να υπάρξει ζωή
μέσα απ’ τα συντρίμμια…

γιατί…

Σαντορίνη, ανίκητη μάχεσαι
τον θάνατο, το ψέμα, τη φοβία…
Ζωή, από τις στάχτες σου
βράχος, τα λαβωμένα χέρια σου
ν’ ακουμπά και να χτίζει η νέα γενιά
ν’ αγκαλιάζεις και να μνημονεύεις τα μεγαλιθικά,
αρχαία σου παιδιά.
Δίκαιη μητέρα δέχεσαι και αγαπάς
όλους τους ανθρώπους το ίδιο.
Αληθινοί μ’ εσένα, αληθινή μ’ εκείνους.
Καμία ανθρώπινη επέμβαση
δε σε μετάλλαξε
αφού ουσία και οπτική γωνία
άλλαξες μόνο όταν σείστηκες εσύ –
κυρίαρχη του εαυτού σου.
Αληθινή μέχρι το κόκκαλο –
φοράς τα γυμνά οστά σου
κορόνα στο προσκεφάλι σου
για να συναντήσεις την βαθιά πληγή
του κάθε ανθρώπου που τολμά
να σε κοιτάξει στα μάτια…
γιατί η συμπόνια πάντα ενώνει…
και πόσο μάλλον εσύ
που από την αρχή
υπόσχεσαι να γλείφεις
τις πληγές
με το άφθονο γαλάζιο αίμα σου
και το μεγαλειότατο ηλιοβασίλεμα σου
που υπόσχεται το ανεκπλήρωτο,
αύριο.
Το μέλλον μπροστά στο οποίο
συνήθως πολλοί τρομάζουν,
εσύ προσμένεις με αισιοδοξία
μέσα σε άπλετο φως,
παρόλο που γνωρίζεις καλά
οτι γαλουχείς τη φωτιά
που θα σε κάψει.
Δεν πτοείσαι
γιατί είναι η δική σου φλόγα…

κυοφορείς…

υποσχόμενη
ζωή μετά θάνατο…

*Το ποίημα αυτό παρουσιάστηκε στο Antipodes Writers Festival στη Μελβούρνη (15-17 Ιούνη 2012).

Στρατής Παρέλης, Άνοιξε πυρ και γίνε αντίπαλος στα γεγονότα

Θεωρίες επί θεωριών και τα κείμενα
που λύνουν το πρόβλημα, συνθέτουν το νέο πρόβλημα- σαν μαχαίρι
δίκοπο που κόβει σκληρά.
Αλληλεγγύη δεν υπάρχει ούτε στον ύπνο των φτωχών-
Όλοι έχουν συμπεριφορές επιζήμιες
Για το κοινωνικό αγαθό- και αγαθό δεν υπάρχει-
Συνεργάζονται οι φαταούλες να θάψουν το μέλλον- μην τους βοηθάς-
Άνοιξε πυρ και γίνε αντίπαλος στα γεγονότα-
Οι πολιτικές ζητούν αίμα αθώων
Λόγια επί των υποσχέσεων που δεν θα τηρηθούν
Φωνές και αναστεναγμοί πριν πνεύσουνε τα λοίσθια οι ελπίδες-
Απέτυχε νομίζετε η κοινωνία; Και νόμιζα
μας άξιζε μια ανθρώπινη ζωή και πόλη…

*Ποίημα και φωτογραφία της ανάρτησης παρμένα από το http://stratisparelis.blogspot.com

Γιώργος Ρούσκας, Οι αφηγήσεις της μοναξιάς (ή «η μοναξιά του χρόνου»)

*Ένα ποίημα με στίχους αυτούσια παρμένους από τα ποιήματα της ποιητικής συλλογής του Δημήτρη Τρωαδίτη: «Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ»

Αφηγήσεις άξονες ιστοριών
περνάνε και πληθαίνουν
από γενιά σε γενιά
όπως οι θητείες στο αέναο
Δεν είναι εύκολο να γράφεις για τον πόνο
ενώ πονάς αφόρητα
την ύμνηση της απώλειας δέους

Στις ερήμους στενεύει
ο ορίζοντας
στο φως πλέεις
με δάχτυλα από κερί
το άγραφο κρυπτογραφεί
τʼ όνομά σου
αλαργεύει ο αδρός λογισμός
στον πυθμένα του χρόνου
Ο καιρός δεν παίρνει
το μονοπάτι που θέλει

Σκοτεινοί τόποι οι δικοί μας
με πινελιές αυτοσαρκασμού
Οι νεκροί στις κοιλάδες
δεν ξεχνιούνται
ούτε η λάσπη της δημιουργίας
που πέφτει στο κενό
και βροχή που φτάνει πάντα τελευταία
μετά την πλήρη επιβολή της ξηρασίας

Οι κόκκινες λέξεις την αυγή
ψίχουλα ευημερίας
αλλά ποτέ ολόκληρο καρβέλι
ο κόκκινος ήλιος
που δεν θέλει να δύσει
οι επιμένοντες να σπάσουν
το φράγμα του ήχου…

Τʼ αγκάλιασμα όαση των χεριών
Οι άνεμοι μας οδηγούν
όταν φεύγουμε
αφήνοντας σκόνη
και κρυφακούς
την ίδια σου τη ζωή.
Όλα είναι αρχέγονα
Οι πόλεμοι δεν κηρύσσονται
σιγοβράζουν μέσα μας
τα γεγονότα ρέουν
αλλά είναι τα ίδια

Η γνώση απορρέει
από τον υπέρτατο πόνο
στη σπουδαία υποκριτική
του κόσμου σχολή

Γιώργος Ρούσκας
Ιούνιος 2012

Νίκος Καρούζος, Ρομαντικὸς ἐπίλογος

Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν δὲν ἔχετε
παρακολουθήσει κηδεῖες ἀγνώστων
ἢ ἔστω μνημόσυνα.
Ὅταν δὲν ἔχετε
μαντέψει τὴ δύναμη
ποὺ κάνει τὴν ἀγάπη
ἐφάμιλλη τοῦ θανάτου.
Ὅταν δὲν ἀμολήσατε ἀϊτὸ τὴν Καθαρὴ Δευτέρα
χωρὶς νὰ τὸν βασανίζετε
τραβώντας ὁλοένα τὸ σπάγγο.
Ὅταν δὲν ξέρετε πότε μύριζε τὰ λουλούδια
ὁ Νοστράδαμος.
Ὅταν δὲν πήγατε τουλάχιστο μιὰ φορὰ
στὴν Ἀποκαθήλωση.
Ὅταν δὲν ξέρετε κανέναν ὑπερσυντέλικο.
Ἂν δὲν ἀγαπᾶτε τὰ ζῶα
καὶ μάλιστα τὶς νυφίτσες.
Ἂν δὲν ἀκοῦτε τοὺς κεραυνοὺς εὐχάριστα
ὁπουδήποτε.
Ὅταν δὲν ξέρετε πῶς ὁ ὡραῖος Modigliani
τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα μεθυσμένος
χτυποῦσε βίαια τὴν πόρτα ἑνὸς φίλου του
γυρεύοντας τὰ ποιήματα τοῦ Βιγιὸν
κι ἄρχισε νὰ διαβάζει ὦρες δυνατὰ
ἐνοχλώντας τὸ σύμπαν.
Ὅταν λέτε τὴ φύση μητέρα μας καὶ ὄχι θεία μας
Ὅταν δὲν πίνετε χαρούμενα τὸ ἀθῶο νεράκι.
Ἂν δὲν καταλάβατε πῶς ἡ Ἀνθοῦσα
εἶναι μᾶλλον ἡ ἐποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ
Μὴ μὲ διαβάζετε
ὅταν
ἔχετε
δίκιο.
Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν
δὲν ἤρθατε σὲ ρήξη μὲ τὸ σῶμα…
Ὥρα νὰ πηγαίνω
δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος.

*Από το http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/nikos_karoyzos_poems.htm

Άρης Αλεξάνδρου, Με τι μάτια τώρα πια

Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις.
Δεν λέω, είχες αρρωστήσει από φασισμό
κι ήταν λίγο το ψωμί έλειπα κι εγώ στην εξορία
ήτανε λίγος ο ύπνος κι ατέλειωτες οι νύχτες
μα πάλι ποιος ο λόγος να απελπιστείς προτού να κλείσεις
τα εξηντατέσσερα
μπορούσες να ‘σφιγγες τα δόντια
έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα χρυσά σου δόντια
μπορούσες ν’ αρπαζόσουνα από ‘να φύλλο πράσινο
απ’ τα γυμνά κλαδιά
απ’ τον κορμό
μα ναι το ξέρω
γλιστράν τα χέρια κι ο κορμός του χρόνου δεν έχει φλούδα
να πιαστείς
όμως εσύ να τα ‘μπηγες τα νύχια
και να τραβούσες έτσι πεντέξι-δέκα χρόνια
σαν τους μισοπνιγμένους που τους τραβάει ο χείμαρρος
κολλημένους στο δοκάρι του γκρεμισμένου τους σπιτιού.
Τι βαραίνουν δέκα χρόνια για να με ξαναδείς
να ξαναδείς ειρηνικότερες ημέρες και να πας
στο παιδικό σου σπίτι με τον φράχτη πνιγμένο ν στα λουλούδια
να ζήσεις μες στη δίκαιη γαλήνη
ακούγοντας τον πόλεμο
σαν τον απόμακρο αχό του καταρράχτη
να ‘χεις μια στέγη σίγουρη σαν άστρο
να χωράει το σπίτι μας την καρδιά των ανθρώπων
κι από τη μέσα κάμαρα-
όμως εσύ μητέρα βιάστηκες πολύ
και τώρα με τι χέρια να ‘ρθεις και να μ’ αγγίξεις μέσ’
από τη σίτα*
με τι πόδια να ζυγώσεις εδώ που ‘χω τριγύρω μου
τις πέτρες σιγουρεμένες σαν ντουβάρια φυλακής
με τι μάτια τώρα πια να δεις πως μέσα δω χωράει
όλη η καρδιά του αυριανού μας κόσμου
τσαλαπατημένη
κι από τον δίπλα θάλαμο ποτίζει η θλίψη
σαν υγρασία σάπιου χόρτου.

*Από τη συλλογή “Ευθύτης οδών” (1959).

Αργύρης Χιόνης, “Εκδοχές του τέλους, Ι”

Καβάλα σ’ ένα κουνιστό αλογάκι,
με χάρτινο καπέλο και ξύλινο σπαθί,
πήρα κι εγώ μέρος στη μάχη,
στο αίμα, στη φωτιά, στην αρπαγή.

Καβάλα σ’ ένα κουνιστό αλογάκι,
μπρος-πίσω, πίσω-μπρος,
γύρισα ολόκληρο τον κόσμο,
των ίσκιων στρατηλάτης κι αρχηγός,
γύρισα ολόκληρο τον κόσμο
κι έφτασα τώρα εδώ,
στην κουνιστή μου πολυθρόνα,
μπρος-πίσω, πίσω-μπρος…

Τσαλακωμένο πια το χάρτινο καπέλο
και τσακισμένο το ξύλινο σπαθί˙
η μάχη, το αίμα, η φωτιά κι η αρπαγή
θαμπές εικόνες στου μυαλού μου την οθόνη˙
καίει ο ήλιος μα το αίμα μου παγώνει,
ψίθυρος βγαίνει από το στόμα μου η κραυγή.

*Αργύρης Χιόνης, Ό,τι περιγράφω με περιγράφει, εκδ. Γαβριηλίδης, 2010. Το παραπάνω ποίημα με τον τίτλο «Ο στρατηλάτης» έχει δημοσιευτεί και στο περιοδικό Εντευκτήριο, τχ. 79, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2007.