Γ. Γιαννουλέας, Ζωολογία

Μαύρα αναλφάβητα ερπετά
εγκαταλείπουν τις τρύπες τους
έξι μέρες την εβδομάδα
— γιατί την έβδομη αναπαύονται —
Κυκλοφορούν στα στενά πεζοδρόμια
μπαίνουν και βγαίνουν στους υπόνομους
στα καταστήματα
στις δημόσιες τουαλέτες
συναλλάσσονται παραληρούν
τρομοκρατούν
ασκούν τα εκλογικά τους δικαιώματα
καθορίζοντας
και τη δική μου ζωή.

*Ποίημα και φωτογραφία της ανάρτησης από το ιστολόγιο http://lathrometanastis.wordpress.com

Μίλτος Σαχτούρης, Η δύσκολη Κυριακή

Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου
Σπασμένα φλυτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά
Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μιά χαραυγή
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ένας αετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τα μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναίκες
τί έρωτες τί φωνές τί έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δώσ’ μου το χέρι σου τί κρύο
Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πέθαναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά

*Από τη συλλογή “Η Λησμονημένη”.

Αντώνης Στασινόπουλος, Της καρδιάς

Άνοιξε το παράθυρο της καρδιάς σου.
Άνοιξέ το στους ξεριζωμένους μετανάστες,
που σε κοιτούν με βλέμμα κυνηγημένου αγριμιού.
Άνοιξέ το στους άνεργους
που χάνονται στις ψευδαισθήσεις των υποσχέσεων
για μια ακτίνα ήλιου.
Άνοιξε το παράθυρο της καρδιάς σου στα παιδιά των φαναριών,
που το κρύο τους περονιάζει τα κόκαλα.
Άνοιξέ το σε αυτούς που απέτυχαν να αλλάξουν τον κόσμο
καίτοι προσπάθησαν.
Άνοιξε το παράθυρο της καρδιάς σου
σε όλους τους απόκληρους της ζωής.

*Από την ποιητική συλλογή “Των ονείρων τα χρώματα”, εκδ. Βιβλιοπέλαγος 2004

Αργύρης Μαρνέρος, Δύο ποιήματα

Εκεί ανάμεσα θα βρεις τον ποιητή

Στο χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα
Στα γράμματα στις λέξεις στις προτάσεις
Εκεί ανάμεσα θα βρεις τον ποιητή
Ν’ ανθίζει εκεί να πελεκάει τις πέτρες
Τις πολύχρωμες για το ουράνιο γιοφύρι
Εκεί ανάμεσα ο θεμέλιος λίθος
Πάνω στο στήθος να πατάει τον ποιητή
Έτσι θα έχει ανθρώπινη ανάσα το γιοφύρι
Ανάμεσα στα γράμματα στις λέξεις στις προτάσεις.

Επιστροφή απ’ το όνειρο

Με τη χρυσή βελόνα του παραμυθιού
Κεντάει ο άνθρωπος τα όνειρά του
Μόνο που μερικές φορές τρυπάει
Βαθιά τη σάρκα του και τότε ο πόνος
Τον ξυπνάει και βλέπει κάτω την τρύπια
Κάλτσα του μέσα από εκεί που γλίστρησε
Το όνειρο και έφυγε και πάει.

*Από τη συλλογή Αίθουσα αναμονής (2003)

Kenneth Rexroth, Ερωτικά τραγούδια της Μαρίτσικο

1

Όταν κάνω έρωτα μαζί σου
είναι σαν να πίνω θαλασσινό νερό.
Όσο περισσότερο πίνω τόσο περισσότερο διψώ.
Ώσπου δεν γίνεται πια να ξεδιψάσω
αν δεν πιω τη θάλασσα όλη.

2

Έλα, όπως πάντα σιγά, απαλά
στη ρόδινη φωλιά της φωτιάς μου.
Έλα κι άστραψε μέσα στη νύχτα
τη βαθιά δασωμένη.

3

Σαλεύει η γλώσσα σου,
δουλεύει μέσα μου
κι αδειάζω και φλέγομαι:
δίνη η φωτιά μου μέσα μου
κατεργάζεται
ένα τεράστιο μαργαριτάρι.

4

Ατελείωτη είναι η νύχτα γι’ αυτόν που αγρυπνά.
Ατέλειωτος ο δρόμος γι’ αυτόν που περπατά.
Ατέλειωτη είναι η ζωή για τη γυναίκα
που τρέλανε το πάθος.
Γιατί να βρω τυφλό οδηγό
στο δρόμο της αγάπης;

*Από την Ανθολογία του Γιώργο Μπλάνα, Δύστηνος έγκειμαι πόθω (Ερωτικά ποιήματα 630 π.Χ.-1963 μ.Χ.).

Tristan Tzara, Ένα παλιό τραγούδι

Το ποίημα τούτο το ’φτιαξα πλάι στ’ αρμυρό το ρέμα.
Τ’ ακούς; Να πας να της το πεις κατ’ όπου πάει και φτάνει.
Είναι ψηλή κι έχει καλό και ήσυχο το βλέμμα,
κι είναι ξανθιά σαν τα σπαρτά που φρίκιασαν δρεπάνι.
Αχού, πού πας, αγάπη μου, κι είναι χειμώνας, δείλι;
Πού; Κι είναι η καρδούλα μου λούλουδο μαραμένο,
χάρτινο ποίημα παλιό, που το ’χω ξαποστείλει
κάτ’ από το τραπέζι μου, κατατσαλακωμένο;
Απ’ το θλιβό τ’ απόγευμα πήρα τη όψη σου όλη
και πήγα και την κάρφωσα πάνω στο εικονοστάσι
και αρχινώ τις προσευχές σα βρέξει στο περβόλι
για νιώσω πως η λησμονιά λέει να καταφτάσει.
Κάποτε, αγάπη μου, έρχονταν μονάχα τους κοντά σου
τα κοκοράκια κι άρχιζες τα τρυφερά λογάκια.
Σα τη μανούλα τα ’παιρνες γλυκά στην αγκαλιά σου.
Μα τώρα πια ποιος θα τα πάει να κάνουνε νανάκια;
Αχού, πονάει, αγάπη μου, το χτεσινό σου αντίο.
Πεινούν τα κοκοράκια σου. Λιμός ο μισεμός σου.
Οι αδελφές ξεχύθηκαν απ’ το νοσοκομείο,
κι εγώ σ’ ένα βιβλίο παλιό διάβασα τον καημό σου.
Πόσο με θλίβει, να ’ξερες, που είσαι πια φευγάτη
κι όχι κοντά μου να μου πεις: «Τι έχεις; Έχεις κάτι;
Μην κρύωσες; Μην πούντιασες; Δε μου γεμείς το μάτι!»

*Από την Ανθολογία του Γιώργου Μπλάνα, Δύστηνος έγκειμαι πόθω (Ερωτικά ποιήματα 630 π.Χ.-1963 μ.Χ.)

Keneth Patchen, Ξέρουν οι νεκροί τι ώρα είναι;

Ο γέρος άφησε την μπύρα του.
Παιδί μου, είπε,
(κι ένα κορίτσι ήρθε στο τραπέζι μας
και κάθισε και ζήτησε -μα τω Θεώ- να την κεράσουμε ένα ποτό.)
Παιδί μου, θα σου πω
κάτι που δεν είπα σε κανέναν.
(και το κορίτσι είπε, δεν έχω πού να πάω απόψε.
Θέλεις να πάμε σπίτι σου;)
Θα σου πω
πώς συναντήθηκε με τον Θεό
η μάνα μου (κι εγώ είπα στο κορίτσι, ψιθυριστά: δεν έχω
δωμάτιο, αλλά μπορεί…)
Πήγε εκεί πέρα, στην κορφή του κόσμου
κι ήρθε εκείνος κατευθείαν κοντά της και της είπε:
λοιπόν, γύρισες σπίτι επιτέλους.
(τι μπορεί;
Να, μπορούμε να μείνουμε εδώ και να μιλάμε.)
Η μάνα μου άρχισε να κλαίει κι ο Θεός
την αγκάλιασε.
(για ποιο πράγμα;
Α, έτσι, κουβέντα να γίνεται… κάτι θα βρούμε.)
Είπε πως ήταν σαν ομίχλη που σκέπασε το πρόσωπό της
και χύθηκε παντού ένα φως και μια γλυκιά φωνή της είπε:
πάψε τώρα να κλαις.
(μα τι μπορεί να λέμε όλη νύχτα;
και είπα πως δεν ήξερα.)
Πάψε τώρα να κλαις.

*Από την ανθολογία του Γιώργου Μπλάνα, Δύστηνος έγκειμαι πόθω (Ερωτικά ποιήματα 630 π.Χ.-1963 μ.Χ.)

Μαρία Κατσοπούλου, Παράλληλο σύμπαν

Στα συσσίτια
Η ουρά συνεχώς μεγαλώνει
Οι άνθρωποι με τα βρώμικα ρούχα
Και τα λαδωμένα μαλλιά
Είναι αόρατοι στις πόλεις
Όταν όλοι κοιμούνται
Μαζεύονται στα πάρκα
Και στους κάδους ψάχνουν
Για καθαρά χαρτόκουτα
Αδέσποτες ψυχές στο δρόμο
Περιφέρονται ήσυχα παρέα με τους σκύλους
Και κανείς δεν ξέρει πως υπάρχουν
Τα ζωντανά φαντάσματα

*Αναδημοσίευση από το τεύχος 23, Μάης 2012, του περιοδικού “Χίμαιρες”.

Γιώργος Δάγλας, Η Ρόζα ήθελε να ξαναχορέψουμε Άλλεν

Η Ρόζα ήθελε να ξαναχορέψουμε Άλλεν.
Όλο το χειμώνα ανακάτευα σκουπίδια
και μάζευα πτώματα
Βρήκα ένα εκατομμύριο μωρά
Και δυο φορές σαμποτάρισα το δίκτυο αποχέτευσης.
Πάει κι η μουσική χάλασε Άλλεν
κάτι ξέρουν αυτοί
δε σ’ αφήνουν ν’ ανασαίνεις τίποτ’ άλλο
από τη μπόχα τους.
Είναι παλαιών αρχών.
Κι εγώ ήθελα Άλλεν
αλλά μέχρι και τα ποιήματά μου κόβουνε στα δύο
όχι δεν κολώνω
μη φυγεις από κει – έρχομαι.

Χίλντε Ντομίν, Δύο ποιήματα

Κολωνία

Η βυθισμένη
πόλη
μόνο
για μένα
βυθίστηκε

Πάλι
κολυμπώ
σ’ αυτούς τους
δρόμους
Άλλοι βαδίζουν.

Οι νεκροί κι εγώ
κολυμπούμε
μέσα απ’ τις
καινούργιες πόρτες
των παλιών μας
σπιτιών.

Κανόνες συμπεριφοράς που ισχύουν παντού

Σε φτύνουν στο πρόσωπο
τυλίξου σ’ ένα σύννεφο
πες βρέχει.

Ένα πρόσωπο υγρό απ’ τη βροχή
είναι αποδεκτό
ακόμη κι ένα υγρό από δάκρυα.

Ο κακοποιημένος
ας είναι ήσυχος
θα συγχωρηθεί

Σίγουρα το ήξερε αυτό κάθε
Εβραίος
στο Τρίτο Ράιχ.

Μόνο οι κρεμασμένοι
αιωρούνταν
δυσάρεστο θέαμα

και δάρθηκαν
ετοιμοθάνατοι
για τον θάνατό τους

*Η Χίλντε Ντομίν γεννήθηκε το 1909 στην Κολωνία και πέθανε το 2006 στη Χαϊδελβέργη. Σπούδασε Φιλοσοφία και έζησε πολλά χρόνια στο Σάντο Ντομίνγκο ως λέκτορας. Τιμήθηκε με πολλά βραβεία. Η γλώσσα της είναι τυπική της νέας γλώσσας.

**Από το περιοδικό Ένεκεν» Νο 21, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011, σελ. 161-162.