Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Δύο ποιήματα

Βάρκα στ’ ανοιχτά

Πρότεινε στη μικρή παρέα μας να κολυμπήσουμε
στη διπλανή, καταγάλανη παραλία.
Μπήκαμε όλοι στη βάρκα του.
Οδηγούσε με τη μηχανή,
κι όταν ξανοιχτήκαμε, με γλυκό βλέμμα στράφηκε σε μένα
—αναμφίβολα του άρεσα—
«Και τώρα τραγούδησέ μας ό,τι πιο πολύ σου κάνει κέφι».
Χαμογελώντας το απέφυγα, γιατί είμαι παράφωνη.

Από τη στιγμή που μπήκαμε στη βάρκα
μου έδειξε την εύνοιά του.
Εκεί στ’ ανοιχτά της θάλασσας,
και τι δεν θα έδινα να μπορούσα να ανταποκριθώ
με ένα τραγούδι.

Τα κεράσια

Λόγια μιας μετανάστριας από τη Γεωργία:
«Δούλευα μέρα νύχια στο σπίτι μιας ηλικιωμένης.
Μαρτύρησα εκεί μέσα,
συνεχώς με ταπείνωνε.
Όσο κι αν το βγάζω από το μυαλό μου, επανέρχεται.
Θυμάμαι πήρε κεράσια σ’ένα πιάτο για να φάει,
άφηνε στην άκρη τα μαραμένα,
Αυτά είναι δικά σου, μου είπε, όταν τελείωσε,
δείχνοντας τα μαραμένα,
τα σχεδόν σκάρτα που έμειναν.
Ταπείνωση από μέρα σε μέρα».

*Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα γεννήθηκε το 1951 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Εργάστηκε ως καθηγήτρια αγγλικών. Τελευταία της ποιητική συλλογή η «Ηδονή και εξουσία» (Μεταίχμιο 2009). **Από το περιοδικό «Ένεκεν», τεύχος Οκτώβρη-Δεκέμβρη 2011.

Ζακ Πρεβέρ, Κινούμενες αμμουδιές

Δαίμονες και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Μακριά η θάλασσα έχει ήδη τραβηχτεί
Κι εσύ σαν ένα φύκι που το χάιδεψε ο άνεμος με γλύκα
Μέσα στις αμμουδιές του κρεβατιού κουνιέσαι κι ονειρεύεσαι
Δαίμονες και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Μακριά η θάλασσα έχει ήδη τραβηχτεί
Αλλά μέσα στα μισάνοιχτα μάτια σου
Δυο μικρά κύματα έχουν απομείνει
Δαίμονες και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν .

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://poihshkaipoihtes.blogspot.com

Νίκος Καρούζος, Νεότερος

Ό,τι δείχνω είναι η ουράνια πηγή
με τον έρωτα
με τα στήθη
ό,τι δείχνω είναι η ουράνια επιστροφή
με γυμνά δάκρυα
με πόνο θησαυρισμένο στο βλέμμα
ο ποιητής είναι μια νύχτα στη θάλασσα.
Θεέ μου σε κυνηγώ
όπως παιδί τις πεταλούδες.
Θεέ μου σε κυνηγώ όπως παιδί τους συνομηλικούς μου
στο δειλινό παιχνίδι.
Αισθάνομαι μόνος
αφού δεν υπάρχει δεύτερη ζωή ν’ αλλάξουμε
και το φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ίδιο.
Σύντροφε ουρανέ
άλλοτε η ελπίδα φεγγοβολούσε στα χέρια
κοιτάζω το σώμα βρίσκω τ’ όνειρο
πάει κ’ η αγάπη
χάνεται
σαν το νερό στην πέτρα.
Τι είναι πια ένα δέντρο τι είναι τ’ ασημένια φύλλα;
Μέσ’ στην ορμή της ερημιάς γινόμαστε διάφανοι

Αρθούρος Ρεμπώ, Πείνα

Και να’ χα όρεξη,
μόλις και μετά βίας
Γεύση γης και πέτρας
Πάντα ελαφρά γευματίζω
Χωρίς να εξαντλώ το βράχο, το κάρβουνο και το σίδερο.
Η πείνα μου ανάβει,
Τροφή, πείνα, Του αγρού ο ήχος
Ρουφήξτε το ζωντανό φαρμάκι Βοτανίζοντας.
Φάτε τις πέτρες που αυτός σπάζει
Αρχαίες πέτρες εκκλησιών
Βότσαλα κατακλυσμών παλαιών,
καρβέλια σπαρμένα σε γκρίζες κοιλάδες.
***
Κάτω απ’ τις φυλλωσιές
ο Λύκος ούρλιαξε φτύνοντας φτερά πολύχρωμα
από το συμπόσιο των πτηνών
κι όπως αυτός, ίδια καταβροχθίστηκα.
Φρούτα και χορταρικά έτοιμα να συλλεχθούν
Αλλά η αράχνη στο φράχτη απάνω
τρώγει βιολέτες μόνο.
Έτσι αποκοιμήθηκα!
Έτσι θυσιάστηκα
Στους βωμούς του Σολόμωντα
Ποτίζοντας το χώμα με σκουριά
Και ανθίζοντας Κέδρους.

Άννα Ιωαννίδου, Πρώτη πτήση

Ονειρεύτηκες ταξίδια στους δρόμους τ’ουρανού.
Ένα αεροπλάνο το πρώτο σου παιχνίδι.
Σου είπαν να μείνεις στη γη. Μα εσύ δεν φοβήθηκες.
Απογειώθηκες. Έχασες την αίσθηση του χώρου.
Έγινες ένα με τον αστερισμό του Νότου.

Πρωτόγνωρη η πρώτη πτήση.
Στόχος ζωής
να κατακτήσεις τους αιθέρες.
Ασίγαστος ο πόθος σου.
Ακαταμάχητο το κάλεσμα του ουρανού,
πρόκληση η αύρα του ήλιου.
Ο αετός σου δάνεισε τα φτερά του
κι εσύ ξεκίνησες για νέες εμπειρίες.

Ονειρεύτηκες ταξίδια στους δρόμους τ’ουρανού.
Χαμογέλασες, δεν συμβιβάστηκες.
Με την ορμή της νιότης στα σύννεφα χάθηκες.
Έσμιξες με τα χρώματα της ανατολής και της δύσης,
δυνάμωσες την ένταση
κι υψώθηκες στον γαλάζιο ορίζοντα.

Πρωτόγνωρη η πρώτη πτήση.
Ελεύθερο πνεύμα, ανήσυχη ψυχή
ρούχο σου ο άνεμος,
πυξίδα σου η ηλιαχτίδα.
Διέσχισες τις καταιγίδες,
αγνάντεψες λόφους και θάλασσες,
άγγιξες τα αστέρια…

Ονειρεύτηκες ταξίδια στους δρόμους τ’ουρανού.
Σου είπαν να μείνεις στη γη.
Μα εσύ δεν φοβήθηκες.
Με τον αέρα του νικητή ξεπέρασες τα όριά σου.
Έτοιμος πια για το άπειρο του σύμπαντος.

Αργύρης Χιόνης, Χέρια

Οι άνθρωποι το πιο συχνά

δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους

Τα δίνουν – τάχα χαιρετώντας – σ’ άλλους

Τ’ αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες

Ή – το χειρότερο – τα ρίχνουνε στις τσέπες τους

και τα ξεχνούνε

Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα

Ένα σωρό ποιήματα άγραφα”.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Η κιβωτός

«Θέλω» της είπε «να φτιάξω μία κιβωτό.
Θα κλείσω μέσα σε ζευγάρια όλα τα είδη της αγάπης μου.
Τα παχύδερμα απογεύματα
που περπατούν αργόσυρτα
τινάζοντας τις προβοσκίδες στον αέρα
τις αγριόχηνες των φιλιών σου
τις λαίμαργες ύαινες του πόθου
τους σκορπιούς της απουσίας σου».
Αυτή χαμογελούσε τρυφερά, όπως νανουρίζουμε τον πόνο.
«Αχ εσείς οι ποιητές», αναστέναξε βαθιά,
με τα μαυσωλεία ποιήματα κοροϊδεύετε τον χρόνο».
Έβγαλε το μαύρο της φουστάνι,
κι όλο το τώρα κύλησε μεταξωτό στο πάτωμα.
Κι ύστερα τον οδήγησε στην πιο αρχαία κιβωτό,
στο ολόγυμνό της σώμα.

*Δημοσιευμένο στο περιοδικό “Παρέμβαση”.

Αntigone Kefala, Song / Τραγούδι

I long to find you
in the uncertain silence
of my evenings
when darkness comes
and when the streets
are desolately empty
when nothing speaks
only my need of you.

Τραγούδι

Θέλω πολύ να σε βρω
στην αβέβαιη σιωπή
στα απόβραδά μου,
όταν έρχεται το σκοτάδι
και όταν οι δρόμοι
είναι άδειοι, ερειπωμένοι
όταν τίποτα δεν μιλά
μόνο η ανάγκη μου για σένα.

* Ελληνική μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Γιάννης Αγγελάκας, Κάποιος θεός

Όλα τελικά
Επιστρέφουν σε μας

Ο χαμένος καιρός δε χάνεται
Οι ώρες που σκοτώνουμε επιζούν
Κάποιος θεός τις συμμαζεύει
Ζητά πίστη για λύτρα
Και μεις πληρώνουμε

Τα δάκρυα σαν εξατμίζονται δε χάνονται
Η θλίψη που σκορπάμε επιζεί
Κάποιος θεός τη συγκεντρώνει
Ζητά δύναμη για λύτρα
Και μεις πληρώνουμε

Τα όνειρα που εγκαταλείψαμε
Τα λόγια που δεν είπαμε
Τα απραγματοποίητα θαύματα
Οι γιορτές που αναβλήθηκαν
Οι αστερισμοί που αγνοήθηκαν
Τα ταξίδια που ακυρώθηκαν
Δεν χάθηκαν

Κάποιος θεός τα φροντίζει

*Από τη συλλογή “Σάλια, μισόλογα και τρύπιοι στίχοι (1995)

Octavio Paz, Ύμνος εν μέσω ερειπίων

όπου αφρισμένη η θάλασσα η σικελική…                
Γόνγορα

Αυτοστεφανωμένη η μέρα απλώνει τα φτερά της.
Κραυγή κίτρινη μεγάλη βγαίνει,
πίδακας θερμός στο κέντρο κάποιου
αμερόληπτου και τα μάλα ευεργετικού ουρανού!
Τα φαινόμενα είναι όλα τους ωραία σε τούτηνε       
τη στιγμιαία αλήθεια.
Η θάλασσα καβαλάει την ακτή,
γαντζώνεται στα βράχια, αράχνη απαστράπτουσα:
η πελιδνή του βουνού πληγή φεγγοβολάει·
μια χούφτα γίδια είν’ ένα κοπάδι πέτρες·
ο ήλιος κάνει το χρυσό του αβγό και χύνεται       
καταπάνω στη θάλασσα.
Θεός το παν!
Άγαλμα σπασμένο,
κίονες φαγωμένοι από το φως
ερείπια ζώντα σ’ έναν κόσμο μέσα με ζωντανούς νεκρούς!

Continue reading →